Κατά καιρούς επιστρέφει το θέμα του καψίματος της σημαίας με αφορμή τις εθιμοτυπικές ταραχές στην περιοχή γύρω από το Πολυτεχνείο. Αυτήν τη φορά από τα χείλη του Νίκου Παρασκευόπουλου. Το άλλο ζήτημα που έθιξε ο πρώην υπουργός, η υποστήριξη δηλαδή σε μια ενδεχόμενη πορεία δημοκρατικής εξημέρωσης της Χρυσής Αυγής, δεν νομίζω πως χρειάζεται ιδιαίτερο σχολιασμό: πρόκειται για σκέψη αφελή και πρόχειρη, αφού δεν κάνει τη διάκριση ανάμεσα στην ηγεσία των συνειδητών νεοναζί και σε οπαδούς ή ψηφοφόρους του κόμματος που καλό θα ήταν (ποιος δεν το θέλει;) να βρουν διεξόδους αποστασιοποίησης από τον εθνικιστικό και ρατσιστικό εξτρεμισμό. Και αυτό, ωστόσο, δεν είναι τόσο αυτονόητο, αφού μετά τη δολοφονία Φύσσα και τα όσα έχουν αποκαλυφθεί για την εγκληματική οργάνωση ο κόσμος που την ακολουθεί δεν είναι παραπλανημένα και απληροφόρητα παιδάκια. Και πάντως, η αποριζοσπαστικοποίηση (από αντίστοιχες στρατεύσεις) είναι εργασία που απαιτεί λεπτούς χειρισμούς και θεσμούς ικανούς να τη στηρίξουν και όχι εικόνες που νομιμοποιούν ηθικά την ηγεσία της Χ.Α. σε ενσταντανέ βουλευτικά και υπουργικά.


Έρχομαι όμως στο θέμα της σημαίας και στη θέση ότι πρέπει να αποποινικοποιηθεί το κάψιμό της. Πιστεύω ότι είναι μια σωστή θέση. Ή, καλύτερα, ότι είναι μια εύλογη σκέψη. Το θέμα, ωστόσο, δεν είναι τόσο απλό όσο υποθέτουν όσοι έχουν μιλήσει για ένα κομμάτι πανί ή για «ύφασμα». Οι συμβολισμοί της σημαίας δεσμεύουν συναισθηματικά πολύ μεγάλη μερίδα του πληθυσμού. Η ιστορικότητα, οι συμβολισμοί, η ψυχική επένδυση, όλα αυτά δεν είναι αέρας κοπανιστός, κάτι ανάξιο σημασίας. Η κοινωνία συγκροτείται και από τα αόρατα πράγματα, από μορφές πίστης και ρουτίνες εμπιστοσύνης, από κληρονομιές και δωρεές. Έχει καταπιστεύματα και όχι απλώς τυπικά συμβόλαια.

 

Ο τερατώδης εγωισμός από την πλευρά όσων χρησιμοποιούν κομμάτια της πόλης ως «πλατφόρμες» τόνωσης. Ένας εγωισμός που δεν λογαριάζει την καθημερινότητα των άλλων και δεν νοιάζεται για τη σάρκα της πραγματικής κοινωνίας. Εξαγγέλλει απλώς τη χειραφέτηση των ανθρώπων, βανδαλίζοντας τον δημόσιο χώρο όπου ζουν και κινούνται οι προς διάσωση άνθρωποι!


Πάω όμως σε κάτι άλλο: αν για κάποιους η σημαία είναι ένα κενό νοήματος σύμβολο, τι θα συμβεί αν καθένας θελήσει να κάψει τα σύμβολα που αντιπαθεί και εχθρεύεται; Δεν είναι, λοιπόν, αδάπανο ζήτημα η καταστροφή των συμβόλων − ακόμα και αν δεν πρέπει να επισύρει ποινική δίωξη. Γιατί κάπου εδώ κοντά βρίσκεται η άποψη ότι η αμφισβήτηση και η θεαματική βία συγγενεύουν, ότι, για παράδειγμα, το κάψιμο της σημαίας συνιστά κάποια άξια λόγου φιλοσοφική και ιδεολογική στάση. Αν θέλει ωστόσο κανείς να δείξει το «γιούχα και πάλε γιούχα στις πατρίδες» (Ρίτσος), αν θέλει να εκδηλώσει την αντίθεσή του στα εθνικά σύμβολα ή να φανερώσει τη ριζική του διαφωνία για το τι αντιπροσωπεύει η σημαία, μπορεί να κάνει διάφορα άλλα πράγματα: για παράδειγμα, να μη σημαιοστολίζει, να μην πηγαίνει στις παρελάσεις, να μη στέκεται προσοχή όταν υψώνεται το εθνικό λάβαρο κ.λπ. Αναλαμβάνοντας, φυσικά, την προσωπική ευθύνη μιας τέτοιας θέσης και στάσης, δίχως να προσπαθεί να την επιβάλλει στους άλλους. Χωρίς περιφρόνηση και δηλητήριο για όσους εξακολουθούν να συγκινούνται από σημαίες και προσευχές. Το να αντιγυρίζει όμως την εχθρότητα, μέσα από ένα σόου φωτιάς, είναι κάτι άλλο: μια ναρκισσιστική φαντασίωση ανυπακοής στην «πλειοψηφία». Και με την εξαίρεση στιγμών ιστορικού και πολιτικού βάθους (όπως το κίνημα κατά του πολέμου του Βιετνάμ, για παράδειγμα), το κάψιμο της σημαίας έχει πια γίνει απλώς μια βρισιά, μια μπανάλ πράξη παιδαριώδους πρόκλησης: ένα σκέτο φτύσιμο χωρίς την αίγλη ντανταϊστικού χάπενινγκ που θέλουν να βλέπουν κάποιοι εστέτ υπερασπιστές του. 

  

Για να επανέλθω στο εν μέρει δίκιο του Παρασκευόπουλου: το δίκιο του αφορά μονάχα την αποποινικοποίηση της συγκεκριμένης πρακτικής. Από κει και πέρα, ωστόσο, εντυπωσιάζει η πάντα αμήχανη και δειλή στάση μιας ορισμένης Αριστεράς απέναντι στην ηλίθια ρουτίνα της καθημερινής ή εβδομαδιαίας καταστροφής αστικών υποδομών.


Το ότι χιλιάδες κάτοικοι σε μια σημαντική ζώνη του κέντρου αναγκάζονται να αναπνέουν τοξικές αναθυμιάσεις από καμένους κάδους σκουπιδιών, πλαστικά και λάστιχα, όπως και από τα χημικά των ΜΑΤ, δεν είναι ασήμαντο πράγμα. Το ότι άτομα και οικογένειες πρέπει, καθημερινά σχεδόν, να κλείνουν ερμητικά τα διαμερίσματά τους για να προφυλαχτούν από τις «δίκαιες φωτιές» είναι στέρηση ελευθερίας και απανθρωπιά.


Και αυτό το θέμα είναι σκληρή πραγματικότητα και όχι πλέον διαχείριση των συμβόλων. Αλλά ποιο είναι το θέμα; Ο τερατώδης εγωισμός από την πλευρά όσων χρησιμοποιούν κομμάτια της πόλης ως «πλατφόρμες» τόνωσης. Ένας εγωισμός που δεν λογαριάζει την καθημερινότητα των άλλων και δεν νοιάζεται για τη σάρκα της πραγματικής κοινωνίας. Εξαγγέλλει απλώς τη χειραφέτηση των ανθρώπων, βανδαλίζοντας τον δημόσιο χώρο όπου ζουν και κινούνται οι προς διάσωση άνθρωποι!


Όταν, λοιπόν, σιωπάς ή αλλάζεις θέμα απέναντι σε αυτή την αθλιότητα, η όποια απάντησή σου για κάποιες ελευθερίες είναι μισή και ευάλωτη. Διότι η ελευθερία κάποιου να καίει τη σημαία πάει μαζί με τη μη ελευθερία τού να καίει το οτιδήποτε άλλο. Το δικαίωμα στην άρνηση των εθνικών και κρατικών συμβόλων είναι ένα πράγμα. Κάποτε και σ' άλλους καιρούς, μπορεί να υπήρξε μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Η ελευθερία μιας πόλης να μην υπομένει τα «φυλετικά» αντίποινα κάποιων, είτε είναι βουτηγμένα στα μύρα της ιδεολογίας είτε όχι, είναι μια σημερινή υπενθύμιση. Πολιτικά απούσα από τη σκέψη της Αριστεράς και γι' αυτό πεδίο λαμπρής αξιοποίησης από τους δημαγωγούς της άκρας Δεξιάς.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO