Σκουπίδια, μπόχα. Καβγάδες. Διαπραγματεύσεις ένθεν κακείθεν για ένα «εθνικό μέλλον» που, σαν τον φούρνο του Νασρεντίν Χότζα πάνω στις ρόδες, γυρίζει γύρω-γύρω, μπας και βρει την κοινή συνισταμένη μιας κάποιας βραχυπρόθεσμης ελπίδας που θα φέρει μια κάποια ψήφο. Άγονες αντιπαραθέσεις. Πολιτικοί διαξιφισμοί. Καύσωνας.


Το view master μιας δυστοπικής καθημερινότητας που «κλικ-κλικ» αλλάζει με δαιμονική ταχύτητα τις εικόνες του, κι όμως τριγύρω όλα τα ίδια μένουν. Οι καλοκαιρινές βεράντες οι οποίες εκπέμπουν, μαζί με τις ριπές της υπερθέρμανσης που φτύνει στην πόλη η χρήση των κλιματιστικών, τις φωνές της ειδησεογραφικής εκφώνησης, κάπως πιο στριγκές απ' ό,τι θα ευχόσουν να δικαιολογεί η καλοκαιρινή ραστώνη – αν της επιτρεπόταν να 'ναι τέτοια. Ένας αγώνας δρόμου και μια πολιτική με όρους image making που αγωνιά να χρίσει ευφυή ιδέα τα αχυροδέματα της Ελασσόνας και τα ευρήματα ενός τόσο μάταιου πια marketing. Ένα ατελείωτο άγονο πολιτικό παιχνίδι εντυπώσεων απ' όλους εναντίον όλων, υπέρ όλων, υπέρ κανενός, σε μια χώρα που πάσχει από ιλίγγους και γίνεται όλο και πιο δύσπιστη σε αυτό το ατελείωτο βαλς. Σε ένα χρεοκοπημένο τοπίο όπου όλοι είναι αναγκασμένοι να παίζουν με αυτούς τους όρους του υπερθεάματος, ψήνοντας τις παλιές συνταγές σε, ό,τι νομίζουν, καινούργιες «κουζίνες». Στροβιλίζονται, στροβιλιζόμαστε γύρω από τον άξονά μας, χωρίς να πηγαίνουμε κάπου. Βλέπουν, βλέπουμε «Survivor», αναζητώντας μια προσομοίωση εξωτικού παραδείσου με όμορφους, λαϊκούς super-heroes. Ποιος θα γράψει το εξυπνότερο tweet; Ποιος θα σκεφτεί το δημοφιλέστερο post; Ποιος θα κυβερνήσει και ποιος θα κυβερνηθεί; Πώς θα τελειώσει αυτό το κακόβουλο, ρομποτικό video game που –«failed»– καταπίνει τις ζωές μας και τις οικονομίες και μας ξαναστέλνει στην αφετηρία; Πού θα βρούμε τον επόμενο «Ντάνο» της πολιτικής να μας σώσει όλους, survivors ξανά, σε διακοπές μακράς διαρκείας στη Μύκονο;

 

Τα πάθη είναι ανθρώπινα και σ' αυτά σιωπάς – ούτε καν like μην τολμήσεις στον άνθρωπο που μπορεί να σου πει ειλικρινά «ξέρεις, μωρέ, δεν είναι όλα καλά με την υγεία μου, αλλά θα το παλέψω».


Κι ύστερα κάτι συμβαίνει και σε τραβάει γερά απ' το μαλλί. Σου αστράφτει μπάτσα με την αγριάδα και την τρυφερότητα της μάνας σου τότε που γύρισες πρώτη φορά ξημερώματα. Είναι αυτό του ανθρώπινου μέτρου. Το λέγαμε μ' ένα φίλο τις προάλλες, απογοητευμένος κι αυτός απ' όλους και απ' όλα, με μόνο όχημά του και παρόν αντανακλαστικό του μια ευαισθησία καλλιτεχνική – ξέρεις, αυτήν που οι πιο κυνικοί και πιο σύγχρονοι θεωρούν παρωχημένη, ότι έχεις «μια τάση κνίτικη» κι «έχεις μείνει πίσω».

 

Αλλά, ναι, το «έτσι τ' ανθρώπινα» μας το είπε και μας το θύμισε ένας άνθρωπος που κι αυτός βρέθηκε εκούσια, αλλά τελικά παραζαλισμένος, να φέρνει βόλτες πάνω-κάτω στη φούστα της μπαλαρίνας του λούνα-παρκ. «Το μόνο πραγματικά ανθρωπίνων διαστάσεων αυτές τις ημέρες», μου είπε ο φίλος, «ήταν η διαχείριση της ασθένειάς του από τον Σταύρο Θεοδωράκη». Αλήθεια είναι...
Ο Σταύρος Θεοδωράκης, ο όμορφος, αναγνωρίσιμος σούπερ-ήρωας της έντυπης και τηλεοπτικής δημοσιογραφίας που ήρθε στα πολιτικά πράγματα με τη φόρα του πιο σύγχρονου σκεπτικού, εκείνου που έλεγε «χωρίς ακριβώς ιδεολογικά πρόσημα», χωρίς ιδιότητα βιογραφικού κομματάρχη και πολιτικού, με την υπεροπτική βεβαιότητα του οπωσδήποτε Ευρωπαίου πολίτη, με τον εκλεκτικισμό και τη χαριτωμένη ιδιορρυθμία του lifestyle, με τις τεχνολογικές προδιαγραφές, τα ευρήματα και τις ιδέες του πιο εκσυγχρονισμένου, αλλά εξίσου μάταιου marketing. Εκείνος άφησε όλη αυτή την απαστράπτουσα ύλη του εξωφύλλου και επέστρεψε στο ουσιώδες. Τελικά, δεν είναι όλα «όλα καλά» με την υγεία του. «Οι ιστολογικές εξετάσεις δείχνουν ότι για τους επόμενους μήνες θα χρειαστώ φαρμακευτική αγωγή. Θα το αντιμετωπίσω όπως το αντιμετωπίζουν χιλιάδες άνθρωποι γύρω μας και οι περισσότεροι το ξεπερνούν. Εδώ και δύο μέρες σκεφτόμουν αν θα έπρεπε να το ανακοινώσω. Ή αν θα υπομένω υποκριτικά τις ζεστές ευχές, "περαστικά", "μπράβο, όλα τέλειωσαν". Και όταν είσαι στην πολιτική, δεν μπορεί άλλα να ξέρουν οι φίλοι σου και άλλα η κοινωνία. Τώρα όμως που το μάθατε θέλω να σας ζητήσω και να το ξεχάσετε. Προφανώς τα ΜΜΕ θα ασχοληθούν για μια-δυο μέρες. Όμως η κουβέντα θα ήθελα να σταματήσει εδώ. Δεν έχω σκοπό να κάνω συζητήσεις ή να δώσω συνεντεύξεις με θέμα την υγεία μου. Θέλω να παραμείνω ο Σταύρος, χωρίς άλλους προσδιορισμούς. Για κάποιους, συναγωνιστής, για κάποιους, αντίπαλος, για κάποιους, αδιάφορος...».

 

Κι έτσι κάπως μας άστραψε «τσαφ» το μητρικό χαστούκι στα μούτρα. Τα πάθη είναι ανθρώπινα και σ' αυτά σιωπάς – ούτε καν like μην τολμήσεις στον άνθρωπο που μπορεί να σου πει ειλικρινά «ξέρεις, μωρέ, δεν είναι όλα καλά με την υγεία μου, αλλά θα το παλέψω». Και τότε, ανεξάρτητα από τις πολιτικές σου επιλογές, κατεβαίνεις για λίγο από το υστερικό καρουζέλ της επικαιρότητας, λίγο σιωπάς, λίγο σκέφτεσαι τα δικά σου περισσότερο, λίγο θέλεις να σφίξεις δυνατά το χέρι του Σταύρου και να του πεις «εδώ είμαστε, παρ' όλα αυτά». Και να πεις στους άλλους, τους ελάχιστους πάντως, που ακόμα κι εδώ κατούρησαν, «θέλεις να σκάσεις λίγο;». Αυτά, στα μέτρα της ζωής μας.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO