Λίγες μέρες ησυχίας στο νησί, είχα την τύχη ν' αρχίσω το βιβλίο του Φρανκ Kέρμοντ H εποχή του Σαίξπηρ (εκδόσεις ΜΙΕΤ). Το έχω έναν χρόνο, κυριολεκτικά, στο κομοδίνο μου κι όλο κάτι με αποσπούσε – συνήθως ένα τάμπλετ.


Για τους δημοσιογράφους, που ζουν στον φρενήρη ρυθμό της ειδησεογραφίας, τα βιβλία αυτού του είδους μοιάζουν σαν ταξίδι στη Γροιλανδία: αναχωρητισμός και πολυτέλεια. Είναι ο φόβος που αισθάνονται τα τζάνκι κάθε είδους, να βγουν από τον εθισμό τους. Τέλος πάντων.


Ο Kέρμοντ (1919-2010) είναι σπάνιο είδος διανοούμενου. Γεννημένος στη νήσο Μαν, γιος ενός αποθηκάριου και μιας σερβιτόρας, έξι χρόνια στο Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό την περίοδο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, γνώρισε τι είναι δουλειά, επιβίωση και αίσθημα κινδύνου. Αυτά άφησαν ένα καλό ίχνος στη γλώσσα του. Θεωρείται ο καλύτερος θεωρητικός και κριτικός λογοτεχνίας της γενιάς του – όχι άδικα: η βαθύτατη γνώση του εκφράζεται χωρίς προσποίηση, αυταρέσκεια ή γρίφο. Αβίαστη, σαφής και λίγο μάγκικη – ακόμα κι όταν πραγματεύεται την εξέλιξη του τόνου στην εργογραφία του Σαίξπηρ από την τετράγωνη ρητορική απαγγελία στην ενσυναίσθητη συμμετοχή του ηθοποιού (ο οποίος δημιουργήθηκε ουσιαστικά τότε, στα χρόνια του Σαίξπηρ) ή την έννοια του χρόνου στην εσχατολογική σκέψη, ο Κέρμοντ μιλά όπως θα μιλούσε ένας φίλος στην παμπ. Αν μιλούσαμε στις παμπ για τον Σαίξπηρ.


Ακόμα δεν έχω καταλάβει τι προκαλεί τη στοχαστική βυθιότητα όταν διαβάζεις τα τυπωμένα βιβλία σε αντίθεση με την αμνήμονα νάρκη ενός πολύωρου σέρφινγκ. Αλλά την απόλαυσα, ιδίως με τις ανοιξιάτικες μπόρες να μαίνονται.


Η δροσερή, σχεδόν ανάλαφρη χάρη της γλώσσας του Κέρμοντ ήρθε εις επίρρωσιν αυτού που έλεγα την περασμένη εβδομάδα:
1. Η αληθινή σοβαρότητα (όπως και οποιαδήποτε αληθινή έκφραση, σε οποιονδήποτε τομέα) είναι απλή, εύληπτη και τολμηρή.
2. Χρησιμοποιεί ό,τι της είναι χρήσιμο, όχι ό,τι είναι πρέπον.
3. Λέει ό,τι ξέρει (όχι ό,τι της είπαν).
4. Το λέει όσο το δυνατόν πιο απέριττα.
5. Απευθύνεται στον αναγνώστη στοχεύοντας σε κάτι ουσιώδες (συνήθως, τη γνώση ή την τέρψη).


Στο συγκεκριμένο βιβλίο, πολλές φορές ο Κέρμοντ καταδείχνει τι γερό θεολογικό ή φιλοσοφικό υπόστρωμα υπάρχει κάτω από τις χαριτολογίες του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας ή του Όνειρου Καλοκαιριάτικης Νύχτας. Η γνώση διαποτίζει τη ρίζα των λέξεων με νόημα, δεν τις κουκουλώνει με έναν γυάλινο κώδωνα. Το ίδιο κάνει, απολαυστικά, και ο κορυφαίος αυτός σαιξπηρικός μελετητής. Το ίδιο κάνει κάθε σοβαρός άνθρωπος.


Πιστεύω ότι η πνευματική κακοφωνία, της εποχής μας αλλά και παλιότερα, εκφράζεται επειδή καταστρατηγούνται οι τέσσερις πρώτοι λόγοι. Αλλά είναι ο πέμπτος λόγος που τη γεννά. Οι κακοί δημιουργοί δεν απευθύνονται στον θεατή αλλά στην τύφλα τους τη μαύρη ή σε κάποια κλίκα που αλληλογλείφεται μιλώντας καλιαρντά. Κρυφά ή φανερά, ο κακός δημιουργός διαπράττει ακόμη μια, συνηθέστατη ατιμία: σέρνει τους θεατές μέσα στην αίθουσα για να τους δείξει πόσο τους περιφρονεί και πόσο κατώτεροι είναι μπροστά στην υψηλότητά του.


Όμως δημιουργία ή ομορφιά που δεν απευθύνεται, απλώς δεν ισχύει. Τέχνη δεν υπάρχει αν δεν αντανακλαστεί στα μάτια του άλλου. Το έχει πει (και αυτό) ο Σαίξπηρ στο Τρωίλος και Χρυσίδα. Επιτρέψτε μου να αναδημοσιεύσω τον εκπληκτικό διάλογο Οδυσσέα και Αχιλλέα, σε μετάφραση Βασίλη Ρώτα:

 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ:
Ένας άνθρωπος παράξενος
μου γράφει εδώ πως «ο άνθρωπος, όσο ακριβά
κι αν είναι προικισμένος, όσο κι αν έχει πλούτος
μέσα κι έξω, δε μπορεί να καυχηθεί
πώς το 'χει το έχει του, να νιώσει εκείνο που έχει,
παρά "εξ αντανακλάσεως"· σαν οι χάρες του,
φεγγοβολώντας πάνω σε άλλους, τους θερμαίνουν,
κι αυτή τη θέρμη αυτοί την ξαναστέλνουν
στον πρώτο χαριστή».

 

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:
Δεν είναι αυτό παράξενο, Οδυσσέα. Το κάλλος,
που το φορούμε εδώ στην όψη, αυτός που το 'χει
δεν το γνωρίζει, αν δεν του το εξηγήσουνε τα μάτια
των άλλων. Ούτε και το μάτι το ίδιο, που είναι
η αγνότερη ψυχή της αίσθησης, δε βλέπει
τον εαυτό του, αφού δε βγαίνει απ' τον εαυτό του,
μόν' αντικρίζει το 'να μάτι το άλλο
κι αλληλοχαιρετιόνται με αλληλοκοιτάγματα
στις όψες το ένα του άλλου· γιατί πρώτα η όραση
φεύγει να βρει καθρέφτη, για να ιδεί εκεί μέσα
τον εαυτό της, και ξαναγυρίζει στον εαυτό της.
Δεν είναι αυτό παράξενο καθόλου.

 

www.facebook.com/stathis.tsagar