Ο Paul Bocuse, ο επονομαζόμενος "πάπας" της γαλλικής γαστρονομίας, την οποία εκπροσώπησε επί δεκαετίες σε ολόκληρο τον κόσμο, άφησε την τελευταία του πνοή σήμερα, ανακοίνωσε μέσω του Twitter ο υπουργός Εσωτερικών και πρώην δήμαρχος της Λιόν Ζεράρ Κολόμπ.

 

«Ο Paul Bocuse πέθανε. Η γαστρονoμία θρηνεί», ανέφερε στο Twitter o Kολόμπ ο οποίος έκανε λόγο για έναν άνθρωπο απλό και γενναιόδωρο».

 

«Ο μάγειρας του αιώνα», όπως είχε ανακηρυχθεί, πέθανε σε ηλικία 91 ετών στο Κολόνζ-ο-Μον-ντ'Ορ, κοντά στη Λιόν, σύμφωνα με έναν σεφ της πόλης, στενό φίλο της οικογένειας που προς το παρόν δεν έχει προβεί σε κάποια επίσημη ανακοίνωση.

 

 

 

Ο Paul Bocuse έπασχε εδώ και πολλά χρόνια από Πάρκινσον ενώ το BBC αναφέρει πως πέθανε μέσα στο εστιατόριό του.

 

Ο «σταρ των σταρ» της κουζίνας, που οικοδόμησε μια αυτοκρατορία αξίας σήμερα άνω των 50 εκατομμυρίων ευρώ, ήταν πάντα έτοιμος να ποζάρει με την ποδιά και τον σκούφο του αν και τα τελευταία χρόνια ορισμένοι κριτικοί δεν δίσταζαν να δηλώνουν ότι το εστιατόριό του στις όχθες του ποταμού Σον δεν ήταν πλέον από τα κορυφαία.

 

Ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν εξέφρασε τα συλλυπητήριά του για τον θάνατο του Paul Bocuse, τον οποίο χαρακτήρισε «ενσάρκωση της γαλλικής κουζίνας».

 

O Anthony Bourdain αποχαιρέτισε τον μεγάλο σεφ με μια φωτογραφία ενώ ανέφερε πως το γεύμα από τα χέρια του ήταν μάλλον το πιο αξιομνημόνευτο που είχε ποτέ.

 

Perhaps the most memorable meal of my life was with this man. Rest In Peace “Monsieur Paul” . And thank you . #BOCUSE

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη anthonybourdain (@anthonybourdain) στις

 

 

Ο Bocuse γεννήθηκε το 1926 στο Κολόνζ-ο-Μον-ντ'Ορ, σε μια οικογένεια μαγείρων.

 

Άρχισε να εκπαιδεύεται στην κουζίνα σε ηλικία 16 ετών, στο πλευρό μεγάλων σεφ όπως η Εζενί Μπραζιέ, η πρώτη γυναίκα που απέσπασε τρία αστέρια Michelin για τα εστιατόριά της.

 

Το πρώτο δικό του αστέρι το κέρδισε το 1958 και ακολούθησε ένα δεύτερο, δύο χρόνια αργότερα, αφού μετέτρεψε την οικογενειακή ταβέρνα του σε ναό της γαλλικής γαστρονομίας.

 

 

 

Άνοιξε νέους ορίζοντες στη γαλλική κουζίνα, αναγάγοντας το όνομά του σε διεθνώς αναγνωρισμένο brand, τόσο που το 1989 ο οδηγός Gault et Millau τον ανακήρυξε "μάγειρα του αιώνα" και το 2011 το περίφημο Culinary Institute of America του απένειμε τον τίτλο του "σεφ του αιώνα".

 

Ταξίδεψε πολύ στην Ευρώπη, την Ιαπωνία και τις ΗΠΑ και άνοιξε εστιατόρια σε πολλές πόλεις σε όλον τον κόσμο.

 

Στη βιογραφία « Paul Bocuse, η ιερή φωτιά», που εκδόθηκε το 2005, ο πρωτοπόρος της nouvelle cuisine αυτοχαρακτηριζόταν λάτρης της παραδοσιακής κουζίνας που του αρέσει το βούτυρο, η κρέμα γάλακτος, το κρασί και όχι τα μικρά μπιζέλια κομμένα στα τέσσερα.

 

Είχε ιδρύσει δική του σχολή μαγειρικής στη Λιόν ενώ το 1987 ξεκίνησε τον διεθνή διαγωνισμό "Bocuse d'Or" για νέους σεφ.

 

 

 

«Δουλεύω σαν να επρόκειτο να ζήσω 100 χρόνια και απολαμβάνω τη ζωή σαν η κάθε μέρα να ήταν η τελευταία», αστειευόταν ο ίδιος.

 

Το πάθος του για τη ζωή εκφράστηκε και στον ιδιωτικό βίο αυτού του δεδηλωμένου πολύγαμου: αν και από το 1946 ήταν παντρεμένος με τη Ρεϊμόντ, που του χάρισε μια κόρη, μοιράστηκε τη ζωή του ταυτόχρονα με άλλες δύο γυναίκες, τη Ραϊμόν, μητέρα του γιου του Ζερόμ, επί πάνω από 60 χρόνια και την Πατρίσια, την επικεφαλής των δημοσίων σχέσεων του επί 40 χρόνια.

 

«Λατρεύω τις γυναίκες και σήμερα ζούμε πάρα πολύ για να περάσουμε μια ολόκληρη ζωή μόνο με μία» είχε δηλώσει ο ίδιος το 2005 στην εφημερίδα Daily Telegraph.

 

Με πληροφορίες από ΒΒC, ΑΠΕ/ΜΠE, AFP