Στον Άρειο Πάγο κρίθηκε η υπόθεση της δωρεάς μίας μονοκατοικίας ενός ηλικιωμένου προς την ανιψιά του.

 

Συγκεκριμένα το ανώτατο δικαστήριο της χώρας επικύρωσε απόφαση εφετείου σύμφωνα με την οποία η δωρεά του σπιτιού ανακαλείται. Όπως έκανε γνωστό η εφημερίδα «Πρώτο Θέμα», η σύζυγός του άνδρα, του είχε ζητήσει, μετά τον θάνατό της, να «γράψει» τη μονοκατοικία στη βόρεια Ελλάδα στην ανιψιά της. Με συμβολαιογραφική πράξη, μεταβίβασε με δωρεά το μοναδικό σπίτι που είχε παρακρατώντας για όσο είναι εν ζωή την επικαρπία, υπό την προϋπόθεση, την οποία δεν έθεσε όμως ως όρο στο συμβόλαιο, ότι η ανιψιά του θα τον φρόντιζε μέχρι τον θάνατό του.

 

Μετά το θάνατο της συζύγου του ο δωρητής ζούσε μόνος και «ένιωθε ανασφάλεια ως προς την περαιτέρω επιβίωσή του, την οποία είχε καταστήσει εντονότερη η μοναχική διαβίωσή του». Η ανιψιά διέμενε στη Γερμανία. Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο της θείας της, όμως, η γυναίκα επέστρεψε στην Ελλάδα, με τον θείο να πιστεύει αρχικά ότι αυτό έγινε για «να του προσφέρει προστασία και φροντίδα, όπως ο ίδιος προσδοκούσε».

 

Η γυναίκα «προφασιζόμενη τη μη ανεύρεση εργασίας στην πόλη της, αποφάσισε να μετοικήσει στην Αλεξανδρούπολη», υποσχόμενη στον θείο της ότι «σύντομα θα προβεί στη μίσθωση κατοικίας, όπου θα εγκατασταθούν μαζί». Αντί όμως να τηρήσει αυτή την υπόσχεσή, μετακόμισε με τον θείο της στην Αλεξανδρούπολη, αλλά τον «έβαλε» σε οίκο ευγηρίας, όπου το πρώτο διάστημα τον επισκεπτόταν.

 

Η παρέμβαση ιδιοκτήτη καφενείου 

Καθώς περνούσε ο καιρός και η ανιψιά του δεν είχε προβεί σε αναζήτηση κατοικίας ο ηλικιωμένος άνδρας είχε αρχίσει να δυσανασχετεί. Απογοητευμένος πλέον, «εμφανώς καταβεβλημένος, αδυνατισμένος και με επιβαρυμένη την υγεία του», τέσσερις μήνες μετά την εισαγωγή του σε οίκο ευγηρίας έφυγε ξαφνικά για την κοντινή πόλη όπου βρισκόταν το σπίτι του.

 

Όταν έφτασε στην περιοχή όπου ήταν το σπίτι του πήγε στο καφενείο «και παρέμεινε μέχρι το βράδυ της ίδιας ημέρας» όπου αποκάλυψε στους καταστηματάρχες ότι «δεν είχε τα κλειδιά της οικίας του, ούτε χρήματα, ούτε το δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας, ούτε το βιβλιάριο ασθενείας ή καταθέσεών του». Οι ιδιοκτήτες του καφενείου τον οδήγησαν σε μια ισόγεια γκαρσονιέρα που είχαν και του την παραχώρησαν για να μένει.

 

Η ανιψιά ενημερώθηκε για τα συμβάντα από την τοπική Εισαγγελία Πρωτοδικών και την Αστυνομική Διεύθυνση, που την κάλεσαν να παραδώσει τα κλειδιά και τα βιβλιάρια ασθενείας και καταθέσεων. Πράγματι τα παρέδωσε, ωστόσο «δεν επισκέφθηκε τον δωρητή της ούτε ενδιαφέρθηκε για την υγεία ή την τύχη του», ενώ ο θείος είχε ήδη ξεκινήσει να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας. 

Ανάκληση της δωρεάς 

Ο ηλικιωμένος άνδρας επικαλούμενος τον εγκλεισμό του στον οίκο ευγηρίας, την «παράνομη παρακράτηση» των κλειδιών της οικίας του και των προσωπικών του εγγράφων προέβη σε ανάκλησή της δωρεάς προς την ανιψιά, σύμφωνα με άρθρο του Αστικού Κώδικα κατά το οποίο «ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στον δωρητή, στον σύζυγο ή σε στενό συγγενή». 

 

Το Τριμελές Εφετείο Θράκης έκανε δεκτό το αίτημά του και υποχρέωσε την ανιψιά «να επαναμεταβιβάσει το δωρηθέν ακίνητο» λόγω «του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας της έναντι του δωρητή της». Οι αρεοπαγίτες απέρριψαν ομόφωνα ως αβάσιμη την αίτηση της ανιψιάς που ζητούσε να αναιρεθεί η εφετειακή απόφαση.

 

Ο Άρειος Πάγος αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί της ανιψιάς ότι απομακρύνθηκε από τον θείο της «λόγω της σχέσης που αυτός είχε συνάψει με αλλοδαπή υπήκοο δεν κρίνονται ικανοί να πείσουν το παρόν δικαστήριο για την αλήθειά τους», αλλά ούτε δέχθηκε ότι η ανάκληση της δωρεάς υποκινήθηκε από άλλα συγγενικά πρόσωπα.

 

Με πληροφορίες από εφημερίδα «Πρώτο Θέμα»