Το Ζεφύρι πάλι βρέθηκε στην επικαιρότητα, για τους λάθος λόγους. Μοιάζει σαν η παραβατικότητα να είναι η μοίρα αυτής της περιοχής. Ωστόσο, υπάρχουν πολλές απόψεις για το θέμα. Σταχυολογούμε μερικές, από το αρχείο της έντυπης LIFO.
Γράφουν: Δημήτρης Κυριαζής, Φώτης Βαλλάτος, Αντώνης Ντινιακός

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΑΤΣΗΣ

1.

Η λεωφόρος Φυλής είναι ένας πολύ μεγάλος σε μήκος δρόμος που ξεκινάει λίγο μετά τους Αγίους Αναργύρους (όπου και μετονομάζεται από Χασιάς σε Φυλής) και καταλήγει στην Πάρνηθα, διασχίζοντας το Καματερό, το Ζεφύρι, την Αττική Οδό και τα Άνω Λιόσια. Για τους περισσότερους από εμάς που στροβιλιζόμαστε μέσα στα στενά όρια του αθηναϊκού κέντρου με «μικρές αποδράσεις» (sic) στα trendy προάστια, οι περιοχές αυτές είναι terra incognita, υπάρχουν στο υποσυνείδητό μας κάπως σαν αστικοί μύθοι. Τις γνωρίζουμε κυρίως από τα δημοσιεύματα των εφημερίδων και των τηλεοπτικών ειδήσεων, όταν προκύπτει κάποιο θέμα για το αστυνομικό ρεπορτάζ: συμπλοκές, μικροκλοπές και κυρίως επιχειρήσεις της αστυνομίας στον καταυλισμό των Ρομά στο Ζεφύρι για ναρκωτικά και όπλα. Προσπερνάω το Καματερό, που δεν δείχνει να έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, πέρα από την εμμονική ανάγνωση των εκατοντάδων επιγραφών που βλέπεις εκατέρωθεν του δρόμου (Καυσόξυλα «Καυσοξύλ», Αναρτήσεις «Ο Λάμπης», Φούρνος «Τα Πάντα Όλα» κ.λπ.) κι έχουν μια λαογραφική προέκταση, μια και η περιοχή είναι γεμάτη κυρίως από συνεργεία, μάντρες υλικών και παραπλήσιες επιχειρήσεις. Σκέφτομαι το περίφημο «θαυματουργό νερό του Καματερού» και αναρωτιέμαι πώς μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον θα μπορούσε να αναβλύζει το μαγικό υγρό που «θεράπευε» τους καρκινοπαθείς, αγνοώντας τη συνωνυμία με τον παρανοϊκό δικηγόρο (Γιώργος Καματερός), που στα μέσα της δεκαετίας του '70 κουβαλούσε νερό από την Κω και το μοίραζε δωρεάν στις πλατείες και τις γειτονιές της πόλης, υποσχόμενος ό,τι δεν κατάφερνε η παραδοσιακή ιατρική.

Οι πόρτες των σπιτιών είναι όλες ορθάνοιχτες, ακόμα και αν δεν βρίσκεται κανένας ένοικός τους έξω στη βεράντα.

Και ύστερα έρχεται το Ζεφύρι. Όταν περάσεις την Αττική Οδό, σαν μια γέφυρα για την άλλη όχθη, αντιλαμβάνεσαι ότι κάτι έχει αλλάξει στην ατμόσφαιρα. Αν στρίψεις τυχαία είτε αριστερά είτε δεξιά από τη λεωφόρο Φυλής, θα συναντήσεις χωματόδρομους με τεράστιες λακκούβες ή αδιέξοδα ή θα βρεθείς σε κάποια ανηφόρα που οδηγεί σε έναν λόφο γεμάτο σκουπίδια, με άλογα να βόσκουν και τη «σκληρή» θέα της Αθήνας από κάτω. Μερικά κανονικά σπίτια, πολλές παράγκες και γιαπιά που κατοικούνται (και μου θυμίζουν τα προάστια του Καΐρου, εκεί στον δρόμο για τις Πυραμίδες). Μια παρέα πιτσιρικάδων Ρομά παίζει μπάλα σε έναν άλλο, επίσης καλυμμένο με σκουπίδια λόφο, δεκάδες σκύλοι βολοδέρνουν όπου και να κοιτάξεις. Εδώ είναι η καρδιά του εμπορίου ναρκωτικών. Μέσα στις παράγκες και στα χαμόσπιτα ναρκομανείς απ' όλη την Αθήνα αγοράζουν τη δόση τους, πρέζα ή σίσα (την πρέζα των φτωχών). Σταματάω για μια βόλτα στη σαββατιάτικη λαϊκή αγορά της περιοχής. Ανάμεσα σε πάγκους με αρκετά καλά προϊόντα σε τιμές πολύ κάτω από αυτές που βρίσκεις στις αντίστοιχες αγορές του κέντρου και καντίνες με σουβλάκια, οι κάτοικοι ψωνίζουν δίπλα σε τζάνκι-ζόμπι με γυαλιά ηλίου που αναμειγνύονται με τους ηλικιωμένους κυρίως πελάτες πάνω από μια τσάντα παραπούλια και πατάτες Νευροκοπίου. Από κάπου δίπλα ακούγεται εκκωφαντικά ένα τσιγγάνικο τραγούδι. Μια μεγάλη παρέα έχει στήσει σε ένα οικόπεδο ανάμεσα σε δύο κτίρια τυπικής «παραδοσιακής» τοπικής αρχιτεκτονικής (πέτρινοι μαντρότοιχοι, κάγκελα με κίονες και γύψινους διακοσμητικούς σκύλους) ένα υπαίθριο μπάρμπεκιου κι ένα υπαίθριο κουρείο. Κάποιος ψήνει μπριζόλες, κάποιος κουρεύει κάποιον. Τα καταστήματα πουλάνε μαϊμού ρούχα (κυρίως αθλητικές φόρμες) κρεμασμένα από σχοινιά σε μανταλάκια, τα αυτοκίνητα περνούν μαρσάροντας. Λίγο πιο μέσα στα στενάκια της περιοχής το πράγμα γίνεται πιο hardcore. Σε κάθε γωνιά βλέπεις να γίνονται ναρκω-συναλλαγές.

 

Τα αυτοκίνητα, συνήθως μικρού μεγέθους με πειραγμένες μηχανές, βαμμένα σε έντονα χρώματα και με φιμέ τζάμια, σταματάνε όπου να 'ναι.

Οι πόρτες των σπιτιών είναι όλες ορθάνοιχτες, ακόμα και αν δεν βρίσκεται κανένας ένοικός τους έξω στη βεράντα. Κάπως σαν οίκοι ανοχής. Το κατάστημα είναι πάντα ανοιχτό. Κάποιος τρέχει και κρύβεται πίσω από έναν μαντρότοιχο στο πίσω μέρος ενός σπιτιού. Ο όγκος των ανθρώπων που ζουν εδώ σε τόσο λίγα τετραγωνικά μέτρα και το περιβάλλον της απόλυτης παρακμής σού δημιουργούν έναν τρόμο που σπάνια αισθάνεσαι ένα Σάββατο μεσημέρι στην πόλη που ζεις (ίσως κάπως έτσι να ήταν το Μπρονξ μέχρι την δεκαετία του '90). Μια άλλη παρέα νεαρών περνά από μπροστά μας αρκετά τσαμπουκαλεμένη, ο ένας κρατάει ένα πτυσσόμενο ρόπαλο, φωνάζουν δυνατά, δεν τολμάς να τους κοιτάξεις στα μάτια. Σε μια άλλη γωνιά ένας ηλικιωμένος Ρομά, ξυπόλυτος, προσπαθεί να αδειάσει το νερό από μια λακκούβα έξω από το σπίτι του, ενώ η υπόλοιπη πολυπληθής οικογένειά του παρατηρεί το «θέαμα» από τη βεράντα. Τα αυτοκίνητα, συνήθως μικρού μεγέθους με πειραγμένες μηχανές, βαμμένα σε έντονα χρώματα και με φιμέ τζάμια, σταματάνε όπου να 'ναι. Δεν υπάρχουν σήματα της Τροχαίας, δεν υπάρχει τίποτα που να πιστοποιεί ότι βρίσκεσαι μερικά (περίπου 12) χιλιόμετρα από το κέντρο της Αθήνας. Πρόβατα, άλογα, γκράφιτι (κυρίως με συνθήματα υπέρ του Ολυμπιακού), παιδάκια, ποδήλατα, ναρκωτικά, Datsun φορτωμένα με πατάτες, μουσικές, σκόνη και τσίκνα συνυπάρχουν σε ένα σουρεαλιστικό σκηνικό με τεράστιους πυλώνες της ΔΕΗ που σου κρύβουν τον ορίζοντα.

Λίγο πιο πάνω, στο Μενίδι, σταματάω στο ποντιακό εστιατόριο Αστέρι (Αγίου Διονυσίου 94, 210 2405222). Είναι απόγευμα και το μαγαζί είναι άδειο. Ο Βλαδίμηρος, ο ψήστης, περνάει στις σούβλες τα κομμάτια του χοιρινού λαιμού, προετοιμάζοντας τη δουλειά για το βράδυ. Στην τηλεόραση παίζει μια ρώσικη ταινία του '60 που μου θυμίζει Ζακ Τατί. Τρώω το πιο ωραίο σουβλάκι (μαριναρισμένο σε ξίδι) που έχω φάει τον τελευταίο καιρό και μια υπέροχη σπιτική ρώσικη σαλάτα που έχει φτιάξει μόλις η κυρία Σοφία, η ιδιοκτήτρια του μαγαζιού. Στο ψυγείο, δίπλα στα νερά, έχει δυο σειρές με μπουκάλια βότκα. Παρατηρώ μια μάρκα που δεν τη γνωρίζω. «Αυτή είναι που πίνει ο Πούτιν» μου λέει ο Βλαδίμηρος.

― Φώτης Βαλλάτος

2.

Ο ηθοποιός Θανάσης Λιούνης μιλάει για την παρεξηγημένη γειτονιά του.

Ζω στο «ξακουστό» Ζεφύρι, με την οικογένειά μου, σχεδόν 25 χρόνια τώρα. Στην αρχή νοικιάζαμε σπίτι σε άλλη περιοχή, όμως η μητέρα μου είχε αυτό το οικόπεδο κι έτσι σιγά-σιγά χτίσαμε εδώ το δικό μας σπίτι. Έτσι είναι γενικά εδώ το μοτίβο, η γειτονιά αποτελείται από ιδιόκτητα σπίτια. Αναμφίβολα αυτό συγκαταλέγεται στα θετικά, καθώς μπορούμε και βλέπουμε ακόμα ουρανό.

Το Ζεφύρι θεωρώ ότι είναι παρεξηγημένο. Προσωπικά, εγώ δεν έχω βιώσει κάποιο δυσάρεστο γεγονός εδώ. Ίσως να ήμουν τυχερός; Ίσως να μην ασχολήθηκα πολύ. Πάντως, δεν συμβαίνει κάτι εδώ που να μη συμβαίνει εξίσου ή και περισσότερο σε κάποιες άλλες περιοχές. Δυστυχώς, υπάρχει μια προκατάληψη για την περιοχή μου, που οφείλεται ως επί το πλείστον στη δυσφήμισή της από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, η οποία απορρέει από το γεγονός ότι στα σύνορά μας με το Μενίδι υπάρχει καταυλισμός Ρομά και από το ότι διακινούνται ναρκωτικά. Σαφώς και είναι ένα ψεγάδι αυτό για τη γειτονιά μας, όμως δεν είναι απόλυτο. Ας μη θέλουμε πάντα να φορτώνουμε τις αμαρτίες μας στα εύκολα θύματα.

Πίσω, όμως, από όλα τα τέρατα που ακούγονται για τη γειτονιά μου, είναι σίγουρο ότι αν έρθεις με ανοιχτό μυαλό, θα δεις πως το Ζεφύρι κρατάει ακόμα την αίγλη και όλον αυτό τον υφέρποντα ρομαντισμό της παλιάς, καλής «αυλής». Άνθρωποι καθημερινοί, φιλήσυχοι, με το «καλημέρα», που σπανίζει πλέον στις μέρες μας, και χωρίς να κρύβονται. Το μυστικό της γειτονιάς μας είναι η ανθρωπιά, το χαμόγελο. Εδώ οι άνθρωποι γνωρίζονται μεταξύ τους. Ας μην έχουν στενές ή οικείες σχέσεις, γνωρίζονται. Ξέρεις τη φάτσα του άλλου, τον βλέπεις, είναι ο κρυφός σύμμαχός σου. Αυτό είναι το μυστικό που κάνει το Ζεφύρι να μεγαλώνει ολοένα και από απόψεως πληθυσμού και διάφορων μικροεπιχειρήσεων.

Όλο το Ζεφύρι είναι ένας περίπατος. Τίποτα δεν είναι πολύ μακριά, που να μην μπορείς να περπατήσεις ως εκεί, από τις πρώτες ανάγκες, τα ψώνια για το σπίτι, την πληρωμή των λογαριασμών, μέχρι και μία απλή βόλτα στο πάρκο ή στο ρέμα, ειδικότερα τις ηλιόλουστες ημέρες. Ίσως δεν έχει αρκετές επιλογές για διασκέδαση (μεγάλες trendy καφετέριες, μπαρ, κλαμπ), όμως είναι ένα ιδανικό μέρος να ζήσει κάποιος με την οικογένειά του. Συνδυάζει και τις επιλογές της πόλης και την ηρεμία του χωριού.

Πίσω, όμως, από όλα τα τέρατα που ακούγονται για τη γειτονιά μου, είναι σίγουρο ότι αν έρθεις με ανοιχτό μυαλό, θα δεις πως το Ζεφύρι κρατάει ακόμα την αίγλη και όλον αυτό τον υφέρποντα ρομαντισμό της παλιάς, καλής «αυλής».

Η καλύτερη ανάμνηση μεγαλώνοντας εδώ είναι οι διάφορες εκδηλώσεις που διοργανώνονταν κατά καιρούς. Από σχολικά πάρτι, εκδρομές, μέχρι το ετήσιο εορταστικό 3ήμερο της περιοχής, τα λεγόμενα «Ζεφύρεια», όπου ο κόσμος διασκέδαζε με χορούς, συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις, έκθεση βιβλίου κ.ά.

Μια βόλτα στο πάρκο «Κώστας Λιάρος», στην κεντρική πλατεία (πλατεία Ηρώων) μπροστά στο δημαρχείο Ζεφυρίου ή στο αίθριο της Αττικής Οδού, είναι ένας απλός τρόπος για να καταλάβει κανείς την ταυτότητα της περιοχής αυτής. Εκεί θα δεις μικρά παιδιά να παίζουν ελεύθερα, μεγαλύτερους που συζητούν στα παγκάκια και παρέες νέων παιδιών που χαίρονται την ομορφιά της μέρας και δεν αναγκάζονται να μένουν κλεισμένα σε διαμερίσματα.

Μια φορά έγινε ένας γάμος εδώ στη γειτονιά μας. Ήταν ένα όμορφο, καλοκαιρινό απόγευμα κι έτσι το σόι της νύφης και του γαμπρού, καθώς και όλοι οι καλεσμένοι, προτίμησαν να κάνουνε το γλέντι έξω, στον δρόμο. Κλείσανε την πάνω και την κάτω μεριά του δρόμου με κάδους και στρώσανε τραπέζια και καρέκλες στη μέση για να γιορτάσουν. Βεβαίως, οι υπόλοιποι γείτονες όχι μόνο δεν ενοχλήθηκαν αλλά αντιθέτως συνέβαλαν κι εκείνοι όπως μπορούσαν, βγάζοντας έξω ένα τραπέζι ή δυο-τρεις καρέκλες για να καθίσουν όλοι και να γίνει ένα αξέχαστο γαμήλιο γλέντι μέχρι πρωίας. Πού αλλού μπορεί να γίνει αυτό στην Αθήνα;

ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣΤΑ Παιδιά παίζουν σε μια από τις δεκάδες αλάνες, βλέποντας με περιέργεια τον ξένο να περνάει Φωτ.: Αλέξανδρος Κατσής

Αν μπορούσα να αλλάξω κάτι στο Ζεφύρι, θα ήταν οι συγκοινωνίες του. Να γίνονται συχνότερα τα δρομολόγια των λεωφορείων, ίσως να μπει και μία γραμμή ακόμα και να σταματήσει πλέον αυτός ο φόβος των ταξί που δεν θέλουν να έρχονται ως εδώ. Επίσης, αν είχα τη δυνατότητα, θα άνοιγα όλα τα πάρκα. Στο Ζεφύρι υπάρχουν πολλές μικρές πλατείες που θα μπορούσαν με λίγη φροντίδα να γίνουν όμορφοι χώροι ξεκούρασης, με μια παιδική χαρά, δυο-τρία παγκάκια, ένα αναψυκτήριο κ.λπ. Δυστυχώς, όμως, πολλές από αυτές είναι κλειστές, για διάφορους λόγους.

― Δημήτρης Κυριαζής

Άνθρωποι καθημερινοί, φιλήσυχοι, με το «καλημέρα», που σπανίζει πλέον στις μέρες μας, και χωρίς να κρύβονται. Το μυστικό της γειτονιάς μας είναι η ανθρωπιά, το χαμόγελο.

3.

Η ζωή στο Ζεφύρι

Ο Τ. είναι τοξικομανής. Αναζητά 1,5 χρόνο τώρα μια θέση σε κάποιο πρόγραμμα απεξάρτησης. Ανεβαίνει συχνά στο Ζεφύρι και στο Μενίδι «για την παραμύθα» και συχνά «εξυπηρετεί» και κάποιους φίλους στη μεταφορά. Λέει: «Ένα πράγμα μου κάνει εντύπωση στις επιχειρήσεις της αστυνομίας. Τα αποτελέσματά τους. Δεν βρήκαν σχεδόν τίποτα. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, πού είναι οι μεγαλοποσότητες που ακούγαμε τόσα χρόνια για την περιοχή. Ο απλός κόσμος νομίζει ότι κυκλοφορούν τσουβάλια ναρκωτικών στον καταυλισμό, αλλά δεν είναι έτσι. Το Ζεφύρι πράγματι εξυπηρετεί χρήστες, όπως και το Μενίδι, αλλά όχι στον βαθμό που πιστεύουν κάποιοι. Δεν είναι τα "κεντρικά". Αυτοί που ξέρουν καλά την πιάτσα, ξέρουν και ότι το χοντρό παιχνίδι έχει αλλάξει στέκια. Κατά τη γνώμη μου, εδώ ο ντόρος εξυπηρετεί άλλα συμφέροντα, κυρίως επικοινωνιακά. Προφανώς, υπάρχουν και παραβατικές συμπεριφορές, όμως, την ίδια ώρα υπάρχει μια υπερβολή και πολλά στερεότυπα».

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΠΟΡΤΕΣ Ένα κορίτσι παίζει στην αυλή του σπιτιού του, με τα απολύτως χρειώδη. Φωτ.: Αλέξανδρος Κατσής

O Ευθύμης Δημητρίου είναι ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ελλήνων Ρομά. Ο λόγος του μετρά μέσα στις τσιγγάνικες φατρίες. Έχει εφτά παιδιά, 14 εγγόνια, μερικά δισέγγονα και καλπάζουν και τα τρισέγγονα. Στις τελευταίες εκλογές κατέβηκε υποψήφιος στη Β΄ Αθήνας με τη ΝΔ, σε μια προσπάθεια να αποκτήσουν οι Έλληνες αθίγγανοι τη δική τους φωνή στο Κοινοβούλιο. Ζει στο Ζεφύρι πολλά χρόνια, αλλά διατηρεί το πολιτικό του γραφείο στην «κοιτίδα του τσιγγάνικου πολιτισμού, την Αγία Βαρβάρα». Όταν τον ρωτώ γιατί τη θεωρεί κοιτίδα, απαντά: «Διότι εκεί η ένταξη των αθίγγανων στο κοινωνικό σύνολο έχει προχωρήσει πιο ομαλά. Στο Ζεφύρι, όχι ακόμα. Έχουμε δρόμο να διανύσουμε. Στην ελληνική κοινωνία επικρατεί η αντίληψη ότι ο Έλληνας αθίγγανος δεν θέλει να ενταχθεί. Ότι η ελευθεριότητα και η παραβατική συμπεριφορά είναι μέρος της κουλτούρας του. Θα πω κάτι απλό. Από τα 500 παιδιά αθίγγανων που θα πάνε κάθε χρόνο στο 3ο Δημοτικό Σχολείο Ζεφυρίου, μόλις τα 30-40 θα συνεχίσουν στο Γυμνάσιο και δύο με τρία στο Λύκειο. Είναι απογοητευτικό το νούμερο. Έτσι, δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ η σχέση της κοινωνίας με τους Ρομά. Αν δεν εκπαιδευτεί η νέα γενιά, τότε σε 20 χρόνια από τώρα θα είμαστε ακριβώς στο ίδιο σημείο. Δεν θα κρυφτώ πίσω από το δάχτυλό μου, στο Ζεφύρι, ναι, υπάρχουν παραβατικές συμπεριφορές, ναρκωτικά, όπλα και δεν ξέρω τι άλλο. Όμως, αν δεν αναζητήσουμε τα αίτια, με πρώτη την πολιτεία, δεν πρόκειται να χτυπήσουμε το πρόβλημα στη ρίζα του. Θα μου πεις, βέβαια, πώς να το χτυπήσουμε, όταν όλα τα κονδύλια καταλήγουν –συχνά με αδιαφανείς διαδικασίες– σε "σημαντικότερους σκοπούς"; Ή όταν χρήματα του ΕΣΠΑ που θα βοηθούσαν την ομαλή ένταξη του Έλληνα αθίγγανου στην κοινωνία χάνονται κάπου στη διαδρομή προεκλογικών υποσχέσεων και μετεκλογικών πράξεων;».

Ο Κ. είναι χρόνια αστυνομικός στην περιοχή. Όπως λέει «... εδώ μπορείς να βρεις τα πάντα. Οπιούχα, διεγερτικά, κάνναβη, παραισθησιογόνα, ηρεμιστικά, ό,τι μπορείς να φανταστείς. Μιλάμε για πραγματικό χάος. Πιάνεις έναν και ξεφυτρώνουν τρεις μικρέμποροι». Το αστυνομικό τμήμα του Ζεφυρίου λειτουργεί αυτή την εποχή με περιορισμένο προσωπικό. «Τα χέρια μας σε πολλές περιπτώσεις είναι δεμένα, διότι δεν έχουμε άντρες να επιχειρήσουμε, ακόμα και σε απλές υποθέσεις ρουτίνας». Τον Σεπτέμβριο του 2011 περίπου 100 αθίγγανοι «πολιόρκησαν» το αστυνομικό τμήμα, ζητώντας την απελευθέρωση ομόφυλού τους που είχε συλληφθεί για ληστεία. Στις συμπλοκές τραυματίστηκαν δύο αστυνομικοί, ενώ την επόμενη μέρα ξυλοκοπήθηκε από περίπου 70 άτομα ο αστυνομικός διευθυντής που επιτηρούσε την επιχείρηση, όταν έγινε αντιληπτός στο αυτοκίνητό του.

― Αντώνης Ντινιακός

 

.