Το cinéma vérité (σινεμά βεριτέ) είναι ένα κινηματογραφικό ρεύμα ντοκιμαντέρ που εμφανίστηκε κυρίως στη Γαλλία στα τέλη των ’50s και στις αρχές των ’60s. Ο όρος σημαίνει κυριολεκτικά «σινεμά της αλήθειας» ή «αληθινό σινεμά». Βασική του ιδέα ήταν να καταγράψει τη ζωή όσο πιο άμεσα, αυθόρμητα και ανεπεξέργαστα γίνεται, αποφεύγοντας τη σκηνοθετημένη αίσθηση των παραδοσιακών ντοκιμαντέρ.
Κάπως έτσι φαίνεται να αντιμετωπίζει και η Arianna K, μαζί με το Κομμάτι Που Λείπει –την πολυμελή μπάντα της–. το δικό της «σινεμά βεριτέ». Πρόκειται για ένα άλμπουμ που ο τίτλος του λειτουργεί περισσότερο μεταφορικά παρά κυριολεκτικά, παραπέμποντας κυρίως στην ιδέα μιας βαθιά προσωπικής καταγραφής συναισθημάτων, σκέψεων και εμπειριών. Για την ίδια άλλωστε σημαίνει «όταν η ζωή είναι πιο ακραία από την τέχνη και η τέχνη πιο γυμνή από τη ζωή», όπως μου αναφέρει χαρακτηριστικά.
Πρόκειται για τον δεύτερο προσωπικό της δίσκο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τη Veego Records και τον πρώτο στον οποίο οι στίχοι είναι γραμμένοι εξ ολοκλήρου στα ελληνικά. Είχε προηγηθεί το «Early Landed» του 2018, που έγραψε όταν ήταν ακόμη έφηβη. Παράλληλα, έπαιζε πλήκτρα στους Omegaray, το side project του πατέρα της, Γιώργου Καρανικόλα (Last Drive), ο οποίος έχει αναλάβει και την παραγωγή εδώ. Στον δίσκο συμμετέχει επίσης ο Αλέξης Καλοφωλιάς στο μπάσο και ο Ξάνθος Παπανικολάου (Bazooka, Soma). Άλλοι συντελεστές είναι οι Πάνος Τόγιας (τύμπανα), Andrei Nastasa (βιολί), Μηχανικό Κεφάλι (βιολί), Ιφιγένεια Βιντζηλαίος (φωνητικά) και Andreas Thomas (μπάσο, φωνητικά).
Η Αριάννα θεωρεί ότι η σημερινή ελληνική μουσική σκηνή έχει μεν τα μέσα για να πειραματιστεί, όμως συχνά χάνει την ουσία μέσα στην «άσκηση ύφους». «Ίσως να υπάρχει μια προβλεψιμότητα και να λείπουν λίγο οι ακρότητες και η μαγεία», μου λέει.
Η Αριάννα μεγάλωσε μέσα σε ένα σπίτι όπου, όπως λέει, «η μουσική ακουγόταν συνεχώς και δυνατά, ίσως εξωφρενικά δυνατά». Από Γκέρσουιν και «Λιλιπούπολη» μέχρι Velvet Underground και γκόσπελ χορωδίες, αυτά τα πρώτα ακούσματα μοιάζουν να έχουν αφήσει βαθύ αποτύπωμα στον τρόπο που αντιλαμβάνεται τη μουσική σήμερα. Παρότι ξεκίνησε με κλασικές σπουδές πιάνου από πολύ μικρή ηλικία, δεν αντιμετώπισε ποτέ τη μουσική ως κάτι αυστηρά ακαδημαϊκό. «Όταν έπαιζα Μπαχ, είχα τα μαλλιά στο πρόσωπο και κουνιόμουν σαν να άκουγα Nirvana», λέει γελώντας. Αυτή η σύγκρουση ανάμεσα στην τεχνική και την ανάγκη για ελευθερία διαπερνά ολόκληρο το άλμπουμ.
«Μεγαλώνοντας με έναν πατέρα που έχει τόσο ισχυρή παρουσία στην ελληνική ροκ σκηνή, ένιωσες ποτέ πίεση ή προσπάθησες συνειδητά να χαράξεις έναν τελείως δικό σου δρόμο;» τη ρωτάω κάποια στιγμή.
«Μουσική και πίεση δεν συμβαδίζουν. Ο πατέρας μου με άφησε να χαράξω τη δική μου πορεία χωρίς να παρεμβαίνει. Υπήρξε περίοδος που άκουγα ξεκάθαρα ποπ και ο μπαμπάς μου ήταν εκεί για να μου πάρει τα ανάλογα CD. Ούτως ή άλλως, είναι μια υγιής διαδικασία να διαχωρίζει κανείς τον εαυτό του από τους γονείς του και αυτό απλώνεται σε όλους τους τομείς», απαντά.
Πέρα από τη μουσική, εργάζεται ως καθηγήτρια Μαθηματικών, κάτι που ίσως εξηγεί και τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο ισορροπεί το συναίσθημα με τη δομή στα τραγούδια της. Το «σινεμά βεριτέ» κινείται διαρκώς ανάμεσα στην art pop, την dream pop και το ελληνικό ροκ με μια πανκ διάθεση που θυμίζει X-Ray Spex, ειδικά στο τελευταίο κομμάτι του δίσκου, «Στάση Λωτός». Δεν πρόκειται όμως για έναν δίσκο που βασίζεται απλώς στην ατμόσφαιρα ή στην αισθητική του. Αντίθετα, υπάρχει μια έντονη συναισθηματική αμεσότητα που κάνει τα τραγούδια να μοιάζουν σχεδόν ημερολογιακά. Οι αποσπασματικοί στίχοι λειτουργούν ως εσωτερικοί μονόλογοι, γεμάτοι εικόνες φυγής, επιθυμίας και υπαρξιακής ανησυχίας, ειδικά σε κομμάτια όπως το εναρκτήριο «Σκανδάλη και Πόνος» ή το «Φτιάχνω Μέλι».
Η ίδια περιγράφει τη δημιουργική διαδικασία ως κάτι που ξεκινά πρώτα από μια αίσθηση: «Τα αφήνω όλα αυτά να υπάρχουν μέχρι οι φράσεις να γίνουν ιστορίες και να ακουμπήσουν πάνω στις μελωδίες». Αυτή η λογική φαίνεται έντονα στον τρόπο που ξεδιπλώνονται τα επτά κομμάτια του δίσκου. Ένα ακόμη αξιοσημείωτο στοιχείο είναι η σχεδόν κινηματογραφική ροή του. Η Αριάννα αναφέρει πως έχει επηρεαστεί από δημιουργούς όπως ο Γουόνγκ Καρ-Γουάι, ο Ντέιβιντ Λιντς και ο Σατόσι Κον, παρότι παραδέχεται ότι «η πραγματική ζωή είναι μια καλύτερη ταινία με πολύ σασπένς».
Arianna K, To Κομμάτι Που Λείπει - «Σκανδάλη και Πόνος»
Παράλληλα, η πόλη και η αστική εμπειρία παίζουν καθοριστικό ρόλο στον κόσμο του άλμπουμ. Η Αθήνα εμφανίζεται ως ασφυκτικός και ταυτόχρονα μαγνητικός χώρος. «Δεν με πολυχωράει ο τόπος», παραδέχεται, εξηγώντας πως η καθημερινότητα και οι έντονοι ρυθμοί της πόλης επηρεάζουν άμεσα τον τρόπο που σκέφτεται και γράφει. Γι’ αυτό και η έννοια της απόδρασης υπάρχει παντού μέσα στον δίσκο, είτε κυριολεκτικά είτε ψυχολογικά.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του «σινεμά βεριτέ» είναι ότι δεν φοβάται τις αντιφάσεις του. Δεν λειτουργεί πάντα, αλλά όταν αυτό γίνεται η Arianna K μοιάζει να αγκαλιάζει εξίσου την τρυφερότητα και τον θυμό, την αβεβαιότητα και την έκρηξη. «Η έκρηξη είναι η τρυφερότητα που καταπιέζεται ώρες ώρες», λέει σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία της συζήτησής μας. Και πράγματι, ολόκληρος ο δίσκος μοιάζει να ισορροπεί πάνω σε αυτήν τη λεπτή γραμμή.
Η ίδια θεωρεί ότι η σημερινή ελληνική μουσική σκηνή έχει μεν τα μέσα για να πειραματιστεί, όμως συχνά χάνει την ουσία μέσα στην «άσκηση ύφους». «Ίσως να υπάρχει μια προβλεψιμότητα και να λείπουν λίγο οι ακρότητες και η μαγεία», μου λέει.
Όταν τη ρωτάω πόσο εύκολο είναι να εκτίθεται προσωπικά μέσα από τα τραγούδια της, απαντά: «Στην καθημερινή ζωή δεν μου αρέσει να εκτίθεμαι, όμως στη μουσική με εξιτάρει. Μου αρέσει που μπορώ να γίνομαι τρωτή». Ίσως εκεί να βρίσκεται τελικά και η ουσία του «σινεμά βεριτέ». Είναι ευάλωτο χωρίς πολλά φίλτρα.
Στην ερώτηση τι θα ήθελε να νιώθει κάποιος όταν ακούει τη μουσική της για πρώτη φορά, μου λέει ότι θα ήθελε ο ακροατής «να ξεχάσει ή να θυμηθεί, να χορέψει ή να τσιλάρει, να ταξιδέψει ή να γειωθεί, ό,τι χρειάζεται, να νιώσει νέος, να νιώσει παιδί, να συμφιλιωθεί με το χάος».
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.