Άδειασα μπουκάλια με βερμούτ και ουίσκι
πάνω στο πικάπ τραγουδάνε οι δίσκοι
με το Γιάννη Πάριο τη Λίτσα Διαμάντη
κλαίω υποφέρω μαέστρο αβάντι
Όταν έγραφε αυτούς τους πολύ έξυπνους στίχους ο Γιάννης Λογοθέτης (ΛοΓό) στο τραγούδι του «Βρήκαμε τη Λούλα στοπ», το 1977, έθετε, στις πιο σωστές βάσεις, όλες τις διαστάσεις του ζητήματος.
Ο λαϊκός άνθρωπος της εποχής του δεν έσβηνε τον ερωτικό του πόνο κατά μόνας. Πήγαινε στα κέντρα δεύτερης και τρίτης διαλογής, κοινώς «σκυλάδικα» ή στα λαϊκά μπαρ, που τότε τα έλεγαν και «κακόφημα» ή «της ακολασίας», και ξέδινε με τα τραγούδια της Ομόνοιας ή έστω με του Μητροπάνου. Δεν μπορούσε εύκολα να διαβεί, εννοώ, την πόρτα της κοσμικής Νεράιδας, για ν’ ακούσει τον Γιάννη Πάριο και τη Λίτσα Διαμάντη. Εκεί πήγαιναν άλλες κοινωνικές τάξεις, που μπορεί να εξωτερίκευαν την ερωτική απελπισία τους αρχικά στο σπίτι τους, αδειάζοντας μπουκάλια και ρίχνοντας δίσκους στο πικάπ, καταλήγοντας, για τα περαιτέρω, στους «ναούς» της παραλίας. Ο Πάριος και η Διαμάντη είναι αλήθεια πως υπήρξαν οι κατεξοχήν ερμηνευτές του μεσοαστικού νταλκά.
Αν αφήσεις τη Μαρινέλλα εκτός συναγωνισμού, η Διαμάντη δεν είχε αντίπαλο (στις γυναικείες φωνές) εκείνη την εποχή. Και βεβαίως οι επιτυχίες που θα τραγουδούσε, τότε, θα ήταν συνεχείς. Ναι μεν ελαφρολαϊκά, αλλά καλά και πολύ καλά τραγούδια, γραμμένα από επαγγελματίες του είδους.
Λίτσα Διαμάντη και Γιάννης Πάριος τακίμιασαν και στη δισκογραφία στα σέβεντις. Και δεν αναφέρομαι σε άλμπουμ ή 45άρια που τα πήραν ελάχιστοι χαμπάρι (όπως τη «Συνάντηση» του Άγγελου Σέμπου), αλλά τραγουδώντας από κοινού (με πρώτη φωνή την Διαμάντη και δεύτερη τον Πάριο) πολύ μεγάλες επιτυχίες, όπως το «Δεν υπάρχει ευτυχία» (Γιώργος Κατσαρός-Πυθαγόρας) το ’71. Βεβαίως δεν ξεχνώ και το κοινό LP τους «Ανθρώπινα και Καθημερινά» [Minos, 1973] με τα τραγούδια των Λυκούργου Μαρκέα-Πυθαγόρα, και το ωραίο εξώφυλλο με το περίπτερο και τα κρεμασμένα Σεραφίνο, Τιραμόλα και Μπλεκ μπροστά, ή ακόμη και το ντισκοειδές «Είσαι μια συνήθεια» (Νίκος Ιγνατιάδης-Γιάννης Πάριος) από το ’78 – για ν’ αφήσω κατά μέρος τις πάμπολλες συνεργασίες των δύο (Διαμάντη-Πάριος) από τα 80s.
Λίτσα Διαμάντη (συμμετέχει ο Γιάννης Πάριος) - «Δεν υπάρχει ευτυχία»
Η Λίτσα Διαμάντη ξεκίνησε, μετά τα προκαταρκτικά, παιδί ακόμη, 17χρονη(!), ως πρώτη λαϊκή τραγουδίστρια με το άσμα του Γιώργου Μητσάκη «Συννεφιές» το 1966 (δεύτερη φωνή ο Σωτήρης Χατζηαντωνίου). Μόνο ένας μέγας μάστορας του λαϊκού θα μπορούσε να γράψει ένα τόσο εξωστρεφές ζεϊμπέκικο, έναν αθάνατο σκοπό που τραγουδιέται συνεχώς 60 χρόνια τώρα. Από τη συνεργασία του Μητσάκη με τη Διαμάντη θυμάμαι και το άγνωστο, αλλά πολύ καλό «Ταφή» από το κόνσεπτ EP του δασκάλου «Γολγοθάς» [Odeon, 1967;], μια ωραία προσπάθεια του Μητσάκη να προσεγγίσει το «έντεχνο», το οποίο, όμως, είναι εκτός κλίματος αυτή τη στιγμή (κατάλληλο, μόνο, για τη Μεγάλη Παρασκευή).
Λίτσα Διαμάντη - «Συννεφιές»
Στα '60s η Διαμάντη θα κάνει άπειρα σεγόντα στη δισκογραφία, συνοδεύοντας όλα τα μεγάλα ονόματα εκείνου του καιρού (από τον Στέλιο Καζαντζίδη, τον Πρόδρομο Τσαουσάκη και τον Μπάμπη Τσετίνη, μέχρι τον Πέτρο Αναγνωστάκη, τον Μάνο Παπαδάκη και τον Δημήτρη Ευσταθίου), κάτι που θα την αναδείξει σε κορυφαία «δεύτερη φωνή» των στούντιο – έχοντας παρουσίες, μέχρι και το τέλος της δεκαετίας, σε μερικά από τα καλύτερα κέντρα της εποχής, σαν την Βεντέττα (μαθαίνοντας δίπλα στην Πόλυ Πάνου), τον Περιβόλα στη Νίκαια, την Μαντουβάλα, το Can-Can, το Χρυσό Βαρέλι, τα Ξημερώματα...
Η ωραία φιγούρα της Διαμάντη, το νεανικό μοντέρνο στυλ της με το κοντό μαλλί, και βεβαίως η άνεσή της να ελίσσεται και μέσα στα ξενόφερτα είδη, όλα τούτα θα τη φέρουν από νωρίς σε επαφή με το... σέικ, δηλαδή με το ροκ ή έστω με το λαϊκό ροκ (αν το σκέτο «ροκ» ενοχλεί τους ροκάδες), τραγουδώντας το «Θα σου κάνω καψονάκι» του Βήτα-Βήτα το 1969, ενώ θα περάσει και από τη ντίσκο στο τέλος των σέβεντις, με τραγούδια σαν το «Τέρμα τα παράπονα», βασικά, μια διασκευή του Νίκου Ιγνατιάδη στο «Salaam aleikum» της Abu Hafla Orchestra, με στίχους ξανά του Πάριου (κάτω από το όνομα της τότε συζύγου του Ντίνας Μαρκοπούλου) ή ακόμη και σαν το «Αγάπη θέλω μόνο» (Νίκος Λαβράνος-Κατερίνα Πανάγου) από το 1980.
Όμως στην αρχή του ’70 η Διαμάντη, που ήταν λίγο πάνω από τα είκοσι χρόνια της θα αναδειχθεί σε μία από τις πιο νέες «βασίλισσες» του ελαφρολαϊκού. Αυτού του εκλεπτυσμένου στυλ, που αναπτύχθηκε επί επταετίας και που είχε σαν ναό του τη Νεράιδα της Λένας Παμέλα. Τι ακριβώς συνέβαινε σ’ αυτά τα κέντρα, τα «λημέρια» των καλοβαλμένων της εποχής, των ολιγαρχών, της μεγαλοαστικής και αστικής συνομοταξίας, και βεβαίως των χουντικών και των παρατρεχάμενών τους το έχουμε εξηγήσει και παλαιότερα σε άλλα κείμενα (δείτε εδώ) και δεν υπάρχει λόγος, τώρα, να το επαναλάβουμε. Να σημειωθεί, όμως, το εξής:
Αν αφήσεις τη Μαρινέλλα εκτός συναγωνισμού, η Διαμάντη δεν είχε αντίπαλο (στις γυναικείες φωνές) εκείνη την εποχή. Και βεβαίως οι επιτυχίες που θα τραγουδούσε, τότε, θα ήταν συνεχείς. Ναι μεν ελαφρολαϊκά, αλλά καλά και πολύ καλά τραγούδια, γραμμένα από επαγγελματίες του είδους. Να θυμηθούμε μερικά.
Λίτσα Διαμάντη - «Νύχτα Στάσου»
Πέρα από το «Δεν υπάρχει ευτυχία» (Γιώργος Κατσαρός-Πυθαγόρας) το 1971, που προαναφέρθηκε, ήταν και τα «Νύχτα στάσου» (Χρήστος Νικολόπουλος-Πυθαγόρας), «Σε κάνω Θεό μου» (Βασίλης Βασιλειάδης-Ανδρέας Κλησιάρης) το 1972, «Ο τύπος ο μυστήριος» (Βασίλης Βασιλειάδης-Πυθαγόρας) το ’73, «Τι σημασία» και «Παναγιά μου Παναγιά μου» (Γιώργος Κατσαρός-Πυθαγόρας) το ’74 κ.λπ. Όλα στη Minos.
Και ήταν τότε, στο μέσο της δεκαετίας, όταν η Διαμάντη θα πει και «σλογκανικά» τραγούδια, που ήταν στη μόδα εκείνη την εποχή, σαν το «Όχι θα κάτσω να σκάσω» (Λυκούργος Μαρκέας-Φίλιππος Νικολάου) το ’75 ή τα «Μπέρδε και μπέρδε και μπέρδευε» και «Λέμε λέμε», το ’76 (του Τάκη Μουσαφίρη αμφότερα, που ήταν «μανούλα» σε τέτοια), παράλληλα, όμως, με τη μεγάλη επιτυχία «Άσε με να σ’ αγαπάω» (Σπύρος Παπαβασιλείου-Μάρω Μπιζάνη) το ’77, το γλεντζέδικο «Πουλάω φωτιές για καρδιές» (Βασίλης Βασιλειάδης-Λούλα Παπαγιαννοπούλου) το ’78, που πολλοί το μάθαμε από την εξίσου ωραία εκτέλεση της Έλενας Γιαννακάκη και άλλα διάφορα.
Λίτσα Διαμάντη, «Τι σημασία»
Είχε πει, όμως, και μερικά άλλου τύπου τραγούδια η Διαμάντη, που έδειχναν και το εύρος του ρεπερτορίου της, αλλά και τις ποιοτικές συνιστώσες του. Πρώτο, εδώ, το «Όποιος δει το παλληκάρι» από τον «Σταθμό» [Minos, 1968] του Μάνου Λοΐζου και ακόμη τα τέσσερα τραγούδια του Άκη Πάνου από το LP «Αλήθειες» [Minos, 1974]. Είναι προφανές πως η Διαμάντη είχε τη δυνατότητα να κινηθεί προς όποια κατεύθυνση ήθελε. Σοβαρή λαϊκή, ελαφρολαϊκή, μοντέρνα, «έντεχνη», ποιοτική, του γλεντιού και του κεφιού κ.λπ. Είχε πει απ’ όλα, εξάλλου, στην καλύτερη εποχή της, στα σίξτις-σέβεντις, δείχνοντας ποικίλες ερμηνευτικές δυνατότητες.
Στη δεκαετία του ’80 το ελληνικό τραγούδι αλλάζει. Και εκείνο που έλεγε η Διαμάντη, και το ευρύτερο. Σε γενικές γραμμές υπάρχει ποιοτική πτώση, ιδίως μετά από το ’85. Όχι ότι δεν είπε και καλά ή και πολύ καλά τραγούδια στα έιτις, όμως αυτά, συγκριτικά με τα σέβεντις, είναι λιγότερα. Είχε, όμως, τον τρόπο της η Διαμάντη να μεταμορφώνεται και να υποστηρίζει, άψογα, οτιδήποτε της προτεινόταν ή διάλεγε – και αυτό ήταν ένα από τα διαχρονικά ατού της.
Έτσι από πλευράς λαϊκού, εκεί στην αρχή της δεκαετίας, κάνει ένα πολύ ενδιαφέρον άλμπουμ που είχε τίτλο «Όταν Αγαπάς» [Minos, 1982] με τραγούδια των Τάκη Σούκα, Αλέκου Χρυσοβέργη, Γιάννη Πάριου (πάντα), Αντώνη Βαρδή κ.ά., το οποίο όμως θα περνούσε απαρατήρητο. Το ΠΑΣΟΚ έχει «κόψει» τις διαφημιστικές εκπομπές των δισκογραφικών εταιρειών στο ραδιόφωνο και πολλοί δίσκοι της εποχής αντιμετωπίζουν προβλήματα, όσον αφορά το επικοινωνιακό κομμάτι τους. Από σπόντα, μόνο, θα μπορούσες να μάθεις για τέτοια LP, αφού το ραδιόφωνο συνήθιζε, τότε, να προβάλλει κυρίως τη νέα φουρνιά των... αυτοβιογραφούμενων τραγουδοποιών, με τα εξομολογητικά τραγούδια, που έσκαγαν κατά κύματα μετά το ’81.
Όσο ακούω, τώρα, το άλμπουμ «Όταν αγαπάς» τόσο περισσότερο το τοποθετώ ακόμη πιο ψηλά στην κλίμακα του «νεο-λαϊκού», που πλασάριζαν τότε το περιοδικό «Ντέφι» και οι αδελφοί Φαληρέα (τι τραγουδάρα είναι το «Τον αγαπάς» των Χρυσοβέργη-Γιατρά!). Η Διαμάντη, εννοώ, θα μπορούσε να παίξει, εκείνα τα χρόνια, στο ίδιο γήπεδο με την Ελένη Βιτάλη και την Γλυκερία – και με πρωτεύοντες όρους, είναι σίγουρο αυτό.
Λίτσα Διαμάντη - «Το παρελθόν μου»
Κάτι που τέλος πάντων θα αποδεικνυόταν λίγα χρόνια αργότερα, όταν θα τραγουδούσε το «Με λες αγάπη» (Τάκης Σούκας-Νίκος Λουκάς) μαζί με τον Στράτο Διονυσίου ή τη ζεϊμπεκιά «Πολύ δεν θέλει ο άνθρωπος» (Τάκης Σούκας-Βασίλης Παπαδόπουλος) το ’84, και βασικά κάποια τραγούδια του Χρήστου Νικολόπουλου, όπως το έξοχο «Το παρελθόν μου» (στίχοι Γιάννης Καραλής) και κυρίως το φοβερό «Τώρα που έφυγες» (στίχοι Λευτέρης Χαψιάδης) το ’86. Ο τρόπος που λέει η Διαμάντη αυτό το άσμα στην ΕΡΤ, στο «Καλλιτεχνικό Καφενείο» των Πλέσσα-Φέρρη-Τσιβιλίκα, είναι άπαιχτος. Μέχρι και οι συνάδελφοί της την ακούν μαρμαρωμένοι...
Λίτσα Διαμάντη - «Τωρα που έφυγες»
Στο μέσο του ’80, εν τω μεταξύ, σκάει και το λαϊκοπόπ. Αυτό το ντεμί ύφος, που θα πατήσει ακόμη πιο γερά πάνω στην αμετροεπή κατανάλωση, στα ’90s και στα ’00s, βασικά επί «σημιτικού» ΠΑΣΟΚ, όταν το θέαμα θα κηλιδώσει βαθιά το άκουσμα. Τα θυμάμαι αυτά τα κομμάτια από τότε που γεννήθηκαν, θέλω να πω, καθώς τα άκουγα κυρίως στις καφετέριες. Διάφορα απ’ αυτά ήταν γραμμένα από τον Νίκο Καρβέλα, με κάποια να τα λέει και η Διαμάντη, σαν το «Δεν παντρεύομαι» π.χ. (με άλλα να μην περνάνε, σήμερα, ούτε ως τίτλοι) και βασικά δεν πίστευα ότι θα μπορούσε να γραφούν τέτοιοι στίχοι στο ελληνικό τραγούδι, που να μην λογαριάζονται για σατιρικοί, και να κάνουν επιτυχία. Σημεία των καιρών.
Χρυσοβέργης-Γιατράς, Γιάννης Καραλής, Τάκης Μουσαφίρης, Αλέξης Παπαδημητρίου, Λάκης Παπαδόπουλος και ορισμένοι ακόμη θα επιχειρήσουν να φέρουν την κατάσταση σε μια κάποια ισορροπία την επόμενη δεκαετία, αλλά η Διαμάντη, που γεμίζει με την παρουσία της τη Φαντασία κι είναι πλέον στην EMI (μετά από δύο δεκαετίες και πλέον στη Minos!), θα κάνει... «Μια Στροφή...», ηχογραφώντας ένα δίσκο με τραγούδια του Γιάννη Σπανού και του Χρήστου Νικολόπουλου το 1996 (θα πει και το κλασικό «Άνθρωποι μονάχοι» ανάμεσα), ενώ θα συμμετάσχει και στο άλμπουμ του Σταμάτη Κραουνάκη «Όταν Έρχονται Οι Φίλοι μου», την προηγούμενη χρονιά.
Μερικές από τις τελευταίες εικόνες που έρχονται στη μνήμη μου από την Λίτσα Διαμάντη είναι στην αρχή των 2000s, όταν ήταν μέλος της κριτικής επιτροπής στο τρίτο «Να η ευκαιρία», που προβαλλόταν από το MEGA στο διάστημα 2001-2003. Τη θυμάμαι πολύ προσγειωμένη, άνετη, σίγουρη και πάντα ενθαρρυντική στις κρίσεις της.
Δεν ξέρω αν έχω ξεχάσει κάτι πολύ σοβαρό, σε όλα τα παραπάνω, για τη σπουδαία αυτή τραγουδίστρια, η οποία τα πιο πρόσφατα χρόνια απέχει από τη δημοσιότητα. Εξάλλου το να γράψεις «τα πάντα» δεν έχει και πολύ νόημα, επειδή συνεχώς θα κυνηγάς το αδύνατο. Πάντως με τίποτα δεν θέλω να ξεχάσω τις συνεργασίες της Λίτσας Διαμάντη, ανάμεσα σε δεκάδες άλλες δικές της, με τον Γιώργο Μαρίνο και την Νινή Ζαχά – δύο ξεχωριστούς καλλιτέχνες, που προσωπικά τους τιμώ, όπως και τη Διαμάντη εξάλλου, για πολλούς και διαφορετικούς λόγους.
Λίτσα Διαμάντη, Γ. Μαρίνος - «Διώξε τη λύπη,παλικάρι - Εφτά τραγούδια θα σου πω - Το φεγγάρι»