Συναντηθήκαμε με τα παιδιά της Θεατρικής Ομάδας 18 Μποφώρ στο χώρο που κάνουν τις πρόβες τους, στον πρώτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας στην οδό Μεγάλου Αλεξάνδρου στο Mεταξουργείο. «Να γράψεις ότι ο χώρος αυτός παραχωρήθηκε δωρεάν για τις πρόβες μας από τον τυπογράφο κύριο Χρήστο Αντωνιάδη που είναι γείτονας. Αυτά πρέπει να ακούγονται» λέει η γνωστή ηθοποιός Όλια Λαζαρίδου, που είναι η συντονίστρια της ομάδας και έχει την καλλιτεχνική επιμέλεια της παράστασης. Τα οκτώ παιδιά της ομάδας έχουν ολοκληρώσει με επιτυχία το θεραπευτικό πρόγραμμα 18 Άνω. Το 18 είναι ο αριθμός που τους συνδέει με το παρελθόν. Όσο για το «Μποφώρ» μάλλον αντανακλά τη δύναμη και την ενέργεια αυτής της ομάδας. Στο Φεστιβάλ Αθηνών θα ανεβάσουν το έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ Αυτός που λέει ναι-αυτός που λέει όχι. Η γνωριμία με την Όλια έγινε πριν από ένα χρόνο στα θεατρικά σεμινάρια. «Ο κοινός παρονομαστής της ομάδας είναι ότι έχουμε τελειώσει το θεραπευτικό πρόγραμμα 18 Άνω. Με αφορμή αυτόν τον κοινό παρονομαστή αποφασίσαμε να συνεχίσουμε την ομαδική δράση πάνω σε μια καλλιτεχνική έκφραση και εκεί βρέθηκε η γέφυρα με την Ολια» λέει ο Βαγγέλης, ο μεγαλύτερος σε ηλικία, ο «Ινδιάνος», όπως τον αποκαλούν. «Δέθηκα με τα παιδιά, αποκτήσαμε μια φιλική σχέση, πέρυσι με κάποιους από εδώ είχαμε πάει διακοπές στη Νίσυρο.Υπάρχει ένας φιλικός σύνδεσμος που βοηθά αυτή την προσπάθεια» λέει η Όλια. «Μας αντιμετωπίζει στα ίσια και πέρα από αυτό που κάνουμε υπάρχει κι ένα ενδιαφέρον απέναντί μας. Αυτό το γουστάρω, αν έβλεπα τουπέ θα αντιδρούσα» λέει ο Κώστας Παπαϊωάννου για να προκαλέσει την παρέμβαση της Όλιας Λαζαρίδου. «Το κάνω γιατί έτσι νιώθω.Δεν είναι θέμα χειρισμού» λέει.

Το έργο του Μπρέχτ το επέλεξε η ίδια. Είναι ένα παραμύθι για κάποιον που θυσιάζεται για το καλό της ομάδας. Επειδή αυτή η ομάδα είναι η μοναδική που δεν έχει επαγγελματίες ηθοποιούς στο Φεστιβάλ, έχει την τρυφερότητα, την ομορφιά και τη δύναμη αυτού του πράγματος. Η παράσταση αρχίζει με τη φράση «το βασικό είναι να μάθει κανείς πότε να συμφωνεί». «Αυτό είναι και το μότο όλου του έργου και το δικό μας θέμα με τα ναι και τα όχι της ζωής» λέει η Όλια. «Ήθελα ο τίτλος της ομάδας 18 Μποφώρ, που είναι κάτι δυνατό και ουτοπικό συχρόνως, να χαρακτηρίζει το πνεύμα της παράστασης». Το έργο του Μπρεχτ είναι ένα μουσικό λιμπρέτο, αλλά η ομάδα 18 Μποφώρ το «αποδομεί». Η Όλια Λαζαρίδου το χαρακτηρίζει «αναρχικό χάπενινγκ» και οι υπόλοιποι συμφωνούν. «Οι ενέργειες που διαχειρίζομαι είναι πολύ δυνατές» λέει η Ολια. «Το ζητούμενο δεν είναι να κάνουμε ένα αυστηρά καλλιτεχνικό έργο αλλά μέσα από αυτό να βγαίνει η ζωντάνια, η ενέργεια και η επικοινωνιακή δύναμη των παιδιών».

Σημαντικό ρόλο σε αυτό παίζει και η μουσική του Γιώργου Μαρκόπουλου, που έχει, όπως λέει, συνδυάσει στοιχεία ελληνικής και κλασικής μουσικής. «Εγώ ήρθα ετεροχρονισμένα, δεν παρακολούθησα τα σεμινάρια. Πάω με το πάσο μου γενικώς, αλλά με την πίεση της Όλιας έγινα πιο δημιουργικός. Το 50% της μουσικής έχει τις δικές μου κατευθύνεις και το άλλο 50% είναι επηρεασμένο από την ομάδα. Αν ήταν άλλη η σύνθεσή της, θα είχα γράψει άλλη μουσική».

Μπορεί η ομάδα 18 Μποφώρ να είναι η μοναδική θεατρική ομάδα στο φετινό Φεστιβάλ που αποτελείται από μη επαγγελματίες ηθοποιούς, η δουλειά όμως είναι επαγγελματική. «Η αρχή με τα παιδιά», λέει η Όλια Λαζαρίδου, «έγινε από μία περιέργεια δική μου και από μια συμπάθεια για το χώρο αυτό. Φέτος πάντως δεν υπήρχε καμμία διάθεση προσφοράς. Γεννήθηκε πραγματικά και για μένα μια δυναμική, κεντρίστηκα καλλιτεχνικά από το δυναμικό της ομάδας για να συνεχίσω».

Η ομάδα 18 Μποφώρ κάνει σχέδια για το μέλλον με τη βοήθεια της Όλιας. «Ευελπιστούμε ότι θα καταφέρουμε μετά το Φεστιβάλ να παίζεται το έργο δύο φορές την εβδομάδα σε κάποιο χώρο του δήμου. Υπάρχει βεβαίως η επιθυμία να κάνουμε και κάτι άλλο μετά. Παραγματικά τα παιδιά το αξίζουν και θα το προσπαθήσω. Είναι άτομα που είχαν την πετριά του θεάτρου έτσι κι αλλιώς». «Να σου πω κάτι;» μου λέει ο Γιάννης Μασκλαβάνης. «Αυτό που γίνεται εδώ αρχίζει σιγά σιγά και παίρνει τη μορφή που μου κάνει. Μας νιώθω όλους λουλούδια στο βρόμικο σκουπιδοτενεκέ τους. Είναι η μοναδική εικόνα που έχω στο μυαλό μου και με ωθεί να συνεχίσω».