Από το παράθυρο του γραφείου της Κάτιας Δημοπούλου στην Πατριάρχου Ιωακείμ βλέπει κανείς τα απέναντι μπαλκόνια, και δυο δέντρα που χρυσίζουν λίγο στον ήλιο. Η Κάτια κάθεται στην καρέκλα πίσω από ένα ξύλινο γραφείο· το χαμόγελό της αστράφτει καθώς ανάβει ένα άσπρο μακρύ τσιγάρο. Είναι πολύ γοητευτική - ακόμα και όταν βγάζει το παλτό της το κάνει θεατρικά, σαν ταυρομάχος. Αν της το πεις σε αποπαίρνει («ποτέ δεν αισθάνθηκα ωραία. Είναι μερικές φορές που λέω "α, καλή είσαι σήμερα". Άλλες μέρες λέω "πώς είσαι έτσι πάλι";»)

Μετά από μια μακρά και λαμπρή καριέρα στα περιοδικά -και μια μικρή απουσία-, η τελευταία επαγγελματική κίνηση της Κάτιας Δημοπούλου είναι αυτό που οι στήλες των media θα αποκαλούσαν (πρωτότυπα) «εκδοτικό στοίχημα». Έγινε διευθύντρια ενός νέου, τετραμηνιαίου περιοδικού, του 4essera, ενός ογκώδους coffee table magazine στην παράδοση του POP και του Another Magazine, εντελώς ασυνήθιστου για τα ελληνικά εκδοτικά δεδομένα. Το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε πριν από 2 μόλις εβδομάδες . Η ιδέα την ενθουσίασε από την αρχή. «Ο εκδότης μού είπε «σκεφτόμαστε να κάνουμε ένα περιοδικό που να βγαίνει 4 φορές το χρόνο. Θέλεις;». Είπα «το όνειρό μου. Τι δώρο είναι αυτό!». Σαν να μην έφτανε η πρωτοτυπία ενός τετραμηνιαίου ογκώδους περιοδικού, και η τιμή του είναι χαμηλή - 1 μόλις ευρώ. «Η τιμή τού €1 ήταν απόφαση του εκδότη. Ήταν κάτι που εμένα με τρόμαξε πάρα πολύ, για διάφορους λόγους. Μετά όμως έκατσα και σκέφτηκα ότι θα είναι ή έτσι ή με τσαντούλες από τους Κινέζους. Δεν θέλω να ξαναδώ τσαντούλα από τους Κινέζους στη ζωή μου!» μου λέει. Τη ρωτάω ποιος είναι ο αναγνώστης του 4essera. Στην αρχή μού λέει πως δεν ξέρει, μετά το ξανασκέφτεται. «Στις έρευνες εμφανιζόταν ένα μεγάλο κενό στην κάλυψη ανθρώπων που ενδιαφέρονται περισσότερο για το κείμενο, για μια πιο επεξεργασμένη πληροφορία, για καλύτερη εικόνα. Νομίζω πως αυτό το κοινό υπάρχει, δεν πιστεύω πως είμαι εγώ και οι 500 άνθρωποι τους οποίους συναναστρέφομαι. Δεν γίνεται, πρέπει να υπάρχουν κι άλλοι που δεν τους ξέρω και που θα ήθελαν να δουν κάτι διαφορετικό» λέει και σβήνει το τσιγάρο της σε ένα ασημένιο τασάκι.

Η Κάτια Δημοπούλου ήθελε πάντα να γίνει δημοσιογράφος. Πήγε στην Πάντειο, κι αντί να πάρει ήσυχα ήσυχα το πτυχίο της έκανε μια ζωή ανεμοστρόβιλο: παντρεύτηκε, έκανε παιδί, και για 7 περίπου χρόνια γύριζε τον κόσμο. «Γύρισες όντως όλο τον κόσμο;» ρωτάω αφελώς. «Μου 'χουν μείνει αρκετά μέρη! Αλλά ναι, ταξίδεψα πολύ. Έμενα στη Γενεύη αλλά έφευγα συνέχεια, δεν μπορούσα να ζω άλλο στην Ελβετία, βαριόμουν πάρα πολύ. Δεν άντεχα. Είμαι μια μικρή επαρχιώτισσα. Ήθελα να γυρίσω στο χωριό μου». Γύρισε στην Ελλάδα και έπεσε με τα μούτρα στα περιοδικά. Είπε ένα φριχτό ψέμα και έπιασε αμέσως δουλειά στο Πάνθεον («Είπα ένα ψέμα στη Ρούλα τη Μητροπούλου, που ήταν ο πρώτος άνθρωπος που με προσέλαβε· το ξέρει τώρα πια. Ψάχνανε για στιλίστα και «ναι, ναι» είπα «ξέρω, το 'χω ξανακάνει!» Κάπως έτσι ξεκινάγαμε όλοι τότε στα περιοδικά, κουλά»). Μετά σταμάτησε το styling, της έμεινε το γράψιμο. Από το Πάνθεον πέρασε στην Diva, στο ΚΛΙΚ, στο ΜEN - στη χρυσή εποχή του ελληνικού περιοδικού Τύπου, τότε που τα περιοδικά καθόριζαν τι ήταν in και τι οut. «Αν ήταν glamorous τα περιοδικά τότε; Σιγά μην ήταν glamorous! Ήταν πιο άνετα τα πράγματα γιατί βρισκόμασταν στο ξεκίνημα μιας περιόδου άνθησης του lifestyle περιοδικού Τύπου, τα χαιρόντουσαν οι άνθρωποι πιο πολύ. Υπήρχε μεγαλύτερη οικονομική άνεση, γιατί δεν υπήρχαν τα άπειρα περιοδικά που υπάρχουν τώρα. Ήτανε πιο χαρούμενα, είχανε και πιο πολύ κόσμο. Ε, ok, και τα γραφεία του ΚΛΙΚ ήταν σαν club» λέει και περνάει τα δάχτυλα μέσα στα μαλλιά της σαν να θέλει να τα ξεμπλέξει. «Άμα είσαι και μικρός, δεν σε νοιάζει τα καταφέρνεις όλα. Κοιτάω τώρα πίσω και αναρωτιέμαι πώς το 'κανα όλο αυτό. Με το παιδί, με τόσες ώρες δουλειά, και ξενύχτια και έρωτες και όλα. Αλλά ναι, γινόντουσαν». Μετά ήρθε η Γυναίκα· τα κείμενά της σουρεαλιστικά, ανάλαφρα, γυναικεία - ποτέ όμως ανόητα. Για γυναίκες που κολυμπούσαν και το σώμα τους έσκιζε τη θάλασσα, για μια ολόγυμνη γυναίκα που περπατούσε απελπισμένη στη μέση της Κηφισίας. Ξεχώρισαν αμέσως.

Ακολούθησε η θέση της διευθύντριας για τέσσερα χρόνια στο Marie Claire. «Έφυγα κουρασμένη και μπαφιασμένη από κει - κουρασμένη σωματικά και ψυχικά». Νόμιζε πως είχε πάθει Alzheimer, έβλεπε τον Σον Κόνερι στην τηλεόραση κι έλεγε «τον ξέρω, ξέρω πως έπαιζε τον Τζέιμς Μποντ, πώς τον λένε όμως;». Νόμιζε πως δεν μπορούσε να γράψει πια. «Είχα ασχοληθεί με τα διοικητικά για τόσα χρόνια, που νόμιζα πως δεν μπορούσα να γράψω - δεν ήταν πως δεν ήθελα, αλλά είχα πάθει κάτι. Νόμιζα ότι είχα ξεχάσει πώς παίρνουν μια συνέντευξη. Είχα να το κάνω τόσα χρόνια, είχα περάσει και τέτοια κόπωση, που ήμουν σίγουρη πως δεν ξέρω να το κάνω πια».

Η Αθήνα τής αρέσει πάρα πολύ. Τη βρίσκει «τέρας», αλλά τη λατρεύει. Δεν θα 'θελε να μένει πουθενά αλλού. «Αθήνα, κόρη του ουρανού» μου λέει και σκάει στα γέλια. Είναι εντυπωσιακή η αφοσίωσή της, οι περισσότεροι τη βρίζουν την Αθήνα. «Μα δεν έχει να κάνει με γούστο, έχει να κάνει με συναίσθημα» μου λέει κουνώντας αποφασιστικά το χέρι της. «Δεν είναι αισθητικό το θέμα. Είναι συναισθηματικό, και όταν το μεταφέρεις στο αισθητικό χάνεις. Η πιο ωραία πόλη που 'χω ζήσει είναι το Χονγκ Κονγκ. Είχα ζήσει εκεί 8 μήνες, μου φαινόταν συγκλονιστικό τότε. Ευχαρίστως θα ξαναπήγαινα για 8 μήνες, αλλά σαν περιπέτεια, όχι πως θα αγαπούσα το Χονγκ Κονγκ, τη Γενεύη, το Λονδίνο. Εγώ δεν μπορώ να δω τίποτα με αισθητικά κριτήρια, ούτε τους ανθρώπους ούτε τους τόπους. Η Αθήνα είναι το χωριό μου, έχω μια ζεστασιά στην κοιλιά. Είναι ανακουφιστικό». Μιλάει για τη ζωή της στην Αθήνα, για την κόρη της τη Μελία -που είναι πια 21 και σπουδάζει χορό- με μια φωνή χρωματισμένη από τον ενθουσιασμό. «Είναι ωραία να 'σαι εδώ γύρω. Είναι τέλειο πάρτι η ζωή». «Άρα είσαι ευτυχισμένη» της λέω αμήχανα. «Και δυστυχισμένη όταν είμαι, στην Αθήνα αισθάνομαι ότι περνάω ωραία. Ακούγομαι σαν την Πολυάννα, το ξέρω... Αλλά τι να κάνω; Γαμώτο, δηλαδή άμα δεν περνάς καλά εδώ πέρα, πού θα πέρναγες καλά; Στο πουθενά; Κάτι πρέπει να κάνει κανείς με τη ζωή».