1η Νύχτα

Η απεργία της ΔΕΗ έκανε εκείνη την Τετάρτη την οδό Ηπείρου, με τα φώτα σβηστά, να μοιάζει με στενό του Πόε. Εγγλέζικο όνειρο σε κάποιο βιβλίο του Ντίκενς, με τα παιδιά, τη συμμορία, να ψάχνουν είσοδο να κοιμηθούν. Γειτονιά μεταναστών στο σοβαρό Αμβούργο. Τα αναμμένα φώτα έξω από το Κύτταρο, ήταν μια είδηση μες στη νύχτα. Η σκοτεινή σάλα είχε γεμίσει. Όλες οι ηλικίες ήταν εκεί. Η Μαρία Βουμβάκη, απόψε παίζει με το γκρουπ της -και την Τετάρτη 19 Μαρτίου, στις 10:00 μ.μ.- όρθια, μπροστά στο μαγικό κουτί του αστροναύτη μάρκας Virus. Έγραφε η εφημερίδα. Άλλη μια ελπίδα στη νεκρή πόλη, αυτό το κορίτσι που σε κοιτά στα μάτια και έχει ένα χαμόγελο για τον καθένα. Αρχίζει με τα λόγια των ποιητών. Από το ένα όνειρο στο άλλο. Από το παιχνίδι των λέξεων στο παιχνίδι των λυγμών. Αυστηρή, συγκεντρωμένη στη μουσική της τέχνη ξεδιπλώνει στη σκηνή τις νότες. Συνθέτει και τραγουδά η ίδια. «Ήταν μια εποχή που στάθηκε αδύνατο να περιγράψω αυτά που συνέβαιναν μέσα μου. Με λόγια (στη μουσική είχα πάντα μεγαλύτερη ευκολία). Και αισθανόμουνα την ατμόσφαιρα σκοτεινή, έπρεπε οπωσδήποτε να βρω κάποιο φως. Ποίηση. Φαντάστηκα τους ποιητές σ' ένα κοινό χώρο και χρόνο. Δίπλα μου εδώ, σήμερα. Ταυτόχρονα τόσο μακριά, τόσο μετά. Διαχρονικοί κι αγωνιστές από τη φύση τους, δεν θα είχαν κανένα πρόβλημα να προσαρμοστούν. Ελπίζω». Γράφει επάνω στο CD της «Το τερραίν του παραδείσου». Στον Σείριο. Η Μαρία Βουμβάκη όμως τραγουδά και άλλα τραγούδια που αρέσανε στον Χατζιδάκι που την ανακάλυψε, το 1991 - και στον Ασλάνογλου, μου λέει ο Ερρίκος Σοφράς, που είναι μαζί μου απόψε. Από το ένα τραγούδι στο άλλο σαν παιχνίδι σε υγρό κάμπο. Σε στενό του Πειραιά. Ή της Πάτρας. Η νύχτα προχωράει αργά. Κι έχει πάθος. Ηλεκτρισμό.

2η Νύχτα

Το Παλλάς απόψε στις δόξες του. Η Μάριαν Φέιθφουλ τραγουδά στη βελούδινη σάλα που λάμπει από τάξη και οργάνωση. Ανοιχτή η σκηνή και οι τεχνικοί τακτοποιούν τα όργανα, έναν ανεμιστήρα, κρυμμένο, αν χρειαστεί να δροσίσει την Μάριαν στη θερμή νύχτα. Από τα πρώτα καθίσματα με χαιρετά η Ελένη Μπίστικα, της Καθημερινής, κι έρχομαι δίπλα της. Η Αγαθή Δημητρούκα, η Μαρία Φαραντούρη, είναι κοντά μας. Τα φώτα σβήνουν κι η τραγουδίστρια αγγίζει το μικρόφωνο. Το θερμό χαμόγελό της έχει τρόπο που ταράζει και τα πράσινα μάτια της υπακούουν στο πρώτο τραγούδι της που ανοίγει μπροστά μας. Σταθερή, χωρίς ανόητα εκφραστικά μέσα, μες στα μαύρα, αρχίζει να βγάζει την ψυχή της. Οι λέξεις της πέφτουν μπροστά μας όπως νομίσματα. Υποκλίνεται στο κοινό της. Το κοινό της μοιάζει. Ένα κορίτσι με μακριά μαύρα γάντια, πίσω μας, χειροκροτά και εκστασιάζεται. Δεν κάνει διάλειμμα. Τραγουδά ακατάπαυτα. Οργίζεται με τον πόλεμο, με την καταστροφή. Θυμάται τις μέρες του έρωτα. Τα δάκρυα μιας ζωής. Χαμογελά. Όλο χαμογελά στο τέλος κάθε άσματος. Δύο φορές την καλούν στη σκηνή και κλείνει μες σε θρίαμβο. Όρθιο το κοινό ανταποδίδει. Αύριο, Σάββατο, τραγουδά στη Θεσσαλονίκη. Γράφουν οι εφημερίδες. Καθώς αποχωρεί από τη σκηνή βλέπω πως φοράει μαύρες κάλτσες με ραφή.

3η Νύχτα

Δεν βρίσκαμε ταξί, με την Γιώτα Γιάννα, στην Πανεπιστημίου. Μέχρι που οι θεοί μας έστειλαν μία γυναίκα που την λέγανε Σοφία. Οδηγούσε με χαμόγελο κι ήθελε να λέμε ιστορίες από τις προηγούμενες ημέρες μας. Μιλήσαμε για τα τάπερ, από παγωτό, που κρύβουν βραστά χόρτα με λάδι και λεμόνι και για το αυχενικό του Καζαντζίδη, περνώντας την Γρηγορίου Λαμπράκη, τη γειτονιά που έμενε, πηγαίνοντας σε μια ταβέρνα στο Πέραμα που είναι μέσα στη θάλασσα, στο πουθενά, ανάμεσα στη Σαλαμίνα και στη στεριά, που δένουν τα καράβια, μέρα-νύχτα, για να περάσουν απέναντι. Μας μίλησε, η Σοφία, για τον γιο της -τον Κωνσταντίνο- μονάκριβος, που τραγουδά, τριήμερα, στο Λουτράκι. Τον πήρε στο τηλέφωνο. Αγάπη μου, τον είπε. Βρήκαμε την ταβέρνα. Ρωτήσαμε δύο παιδιά σε μηχανάκι. Το Λιμανάκι, τη λέγανε. Η υγρασία στα ύψη. Οι παρέες, η ορχήστρα δένανε κι η φωνή της τραγουδίστριας μας τραβούσε σαν τα ποτά κάτω. Ζητήσανε, όλοι από την Γιώτα Γιάννα ν' ανέβει στο πάλκο. Κι αυτή, να μην χαλάσει χατίρι, είπε δύο τραγούδια κι απλώθηκε ταραχή. Ανοίξανε σαμπάνιες, κι ο ταβερνιάρης έφερε κρασί. Φρούτα. Είχε φεγγίσει όταν φύγαμε με την Γιώτα. Κι έτσι καθώς έσκυψα να δέσω τα κορδόνια μου την είδα μόνη μες στη νύχτα, κάτω από λάμπες του γκαζιού, στο Πέραμα, απέναντι στη Σαλαμίνα. Κι ήταν η ίδια η Άτοσσα. Κι εγώ ο γιος της, ο Ξέρξης. Χαμένοι μες στην υγρασία που μας νίκησαν μια χούφτα Έλληνες, εδώ σ' αυτά τα κλειστά στενά. Κι είμαστε χωρίς υπομονή πια.

4η Νύχτα

Είχα αγοράσει τις εφημερίδες της Κυριακής, από το βράδυ του Σαββάτου, στην Ομόνοια. Νεκρή φαινότανε η άλλοτε ζωντανή πλατεία. Κι είχα μια είδηση, καινούργια, πως πια η Μπλανς ντυ Μπουά δεν ζει μεταξύ μας. Ο Κοβάλσκι, ο απαίσιος Αιγόκερως, ο Πολωνός, ο άντρας της αδελφής της, της Στέλλας, την έκλεισε στο τρελάδικο. Αυτό το λουλούδι που ζήταγε μόνο έρωτα και φαντασία από τους περαστικούς, μπήκε, τη ρίξανε, όπως σε κάποιο τραγούδι του Διονυσίου ή του Μητροπάνου στα σίδερα του κρεβατιού δεμένη. Περπάτησα μέχρι την Κοδριγκτώνος. Συνάντησα στο δρόμο, έναν γνωστό μου που ζει στην οδό Χέυδεν και στην Μαυροματαίων χωρίσαμε. Είδα την ταμπέλα - η Λευκή Μπλανς Μπέμπα, κάθε Παρασκευή και Σάββατο στο Καφεθέατρο, στις 11, απαλύνει τον πόνο της Μπλανς ντυ Μπουά, όπως η γοργόνα στο πέλαγος, του Μέγα Αλέξανδρου. Κατέβηκα τα σκαλιά του ιστορικού μουσικού υπόγειου και κάθισα δίπλα στα όργανα. Και τότε ήρθε εκείνη, που τη νύχτα κάτω από τα φώτα, γίνεται θεά κι άρχισε χωρίς διακοπή να τραγουδά Ζαμπέτα και Μητσάκη. Δεν θυμάμαι τα λόγια που εκτόξευε γιατί ήταν Γερμανίδα που παρασύρει τα παιδιά στην ταραχή κι εκεί μονάχα τους τ' αφήνει. Είχε πείρα στο μικρόφωνο, τα μαλλιά της μες στο τζέλι, ντυμένη στα μαύρα. Και πάλι νόμισα, βυθίστηκα πως είμαι όχι στην Αθήνα -με σκουπίδια μες στους δρόμους- αλλά στη Ρώμη του Φελίνι, σε μαγαζί που αγαπά, κι έρχονται ένας-ένας οι πρωταγωνιστές του, ο θίασος, ντυμένοι με μαύρα ή μπλε κοστούμια οι άντρες, και οι γυναίκες με στενά φορέματα και τακούνια που τις κρατούν στο κενό, στο πουθενά, κι ακούνε την Λευκή - Μπλανς να άδει. Ανάβοντας παράξενα τσιγάρα μπρος στα πόδια της κι αυτή γυρίζει ανάποδα τα ποτήρια της σαμπάνιας, με μια κίνηση του τακουνιού, βάζοντας πέναλτυ. Στις άδειες κερκίδες μας.