Aπαιτεί μεγάλη ωριμότητα η διατύπωση των

σκέψεων που διέπονται από κάποια βεβαιότητα.

Πώς, αλήθεια, μπορούν τα λόγια να

αφηγηθούν εκείνες τις αμφιβολίες που ώρες-

ώρες φαντάζουν βεβαιότητες, πριν αυτές,

την επόμενη κιόλας στιγμή, βυθιστούν ξανά

γρήγορα πίσω στον ωκεανό της αμφιβολίας;

 

(είναι ένα δείγμα γραφής από το βιβλίο

που παρουσιάζουμε αυτό το motto του

μικρού ομιλήματός μου...)

 

 

Η εβδομάδα που διανύουμε ξεκίνησε με τα εγκαίνια της έκθεσης ζωγραφικής «Αρχιτεκτονημένα Τοπία» του Τάση Παπαϊωάννου στον Φωταγωγό, το μικρό βιβλιοπωλείο και αίθουσα τέχνης των εκδόσεων Το Ροδακιό, και μεσιάζει σήμερα στο Ίδρυμα Ερευνών με την παρουσίαση του βιβλίου του Σκέψεις για την αρχιτεκτονική σύνθεση που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ίνδικτος. Αν επονομάζαμε τους εκδότες με τα ονόματα των μεγαλύτερων πνευματικών αναστημάτων που έχουν εκδώσει (και παλιότερα το συνηθίζαμε – η Νανά Καλλιανέση, η κορυφαία από τους Έλληνες εκδότες, κατά τη γνώμη μου, αν λογαριάσουμε και τις αντιξοότητες, έλεγε: «Είμαι ο εκδότης του Ρίτσου και του Τσίρκα») –έτσι σκεπτόμενοι– θα λέγαμε για το Ροδακιό ο εκδοτικός οίκος του Χατζή και για την Ίνδικτο ο εκδότης του Πικιώνη. Μιας και το Ροδακιό έχει εκδώσει όλα τα έργα του Χατζή (συμπεριλαμβανομένης της σπουδαίας συναγωγής των θεωρητικών του γραφτών: Το πρόσωπο του νέου ελληνισμού) και η Ίνδικτος, διόλου αμύητη στην Αρχιτεκτονική με Α κεφαλαίο, έχει εκδώσει τα έργα Ακροπόλεως, τα σχέδια και τις αποτυπώσεις της Χίου, τη Φιλοθέη, από τα μείζονα αρχιτεκτονικά του Πικιώνη, και πρωτοεκδώσει όλα τα ζωγραφικά του έργα. Και μην αφήνοντας τίποτα αλογάριαστο σ' έναν κόσμο που δεν χάνει ευκαιρία να διαιρείται εξοντωτικά (ιδεολογικά, αισθητικά, πολιτικά, εκπαιδευτικά, θεολογικά, γλωσσικά, τονικά, ριζικά) να πούμε (μην αφήνοντας τίποτε αλογάριαστο) ότι και οι δύο εκδοτικοί οίκοι ανήκουν στο πολυτονικό – Αυτά τα είπα γιατί κάτι περιγράφουν οι τρέχουσες περιστάσεις, συγκυρίες και συνεργασίες για το βιβλίο που παρουσιάζουμε. Ιδού τι: Τα δύο αυτά ονόματα: Χατζής - Πικιώνης, που δεν είναι πια επώνυμα ανθρώπων αλλά μετονομασίες εσωτερικής ζωής –σημάδια και όρια σε δυο ακρότατα σύνορα του ελληνικού προσανατολισμού– τα αναφέρω γιατί ανάμεσά τους εκτείνεται κατά έναν συμβολικό τρόπο το πνευματικό περιβάλλον του Τάση Παπαϊωάννου και ανεγείρεται το πνευματικό του σπίτι. Μέσα εκεί τον βλέπουμε να προσηλώνεται εμμονικά σε μια θεμελιώδη γνώση: ξέρει ότι αυτός ο κόσμος έπαψε να είναι κόσμος, έγινε σπόρος και ως σπόρος έπεσε σε λάθος μεριά και ως μη έχων ρίζαν εξηράνθη. Το βιβλίο αυτό θέλει να ρίξει τον σπόρο στη σωστή μεριά. Ο κόσμος των σκέψεών του γειώνεται με τη βαθιά ανθρωπιά του Χατζή και εξετάζει το μυστηριώδες, το ανερμήνευτο και το μύχιο στη «σεβάσμια τέχνη της αρχιτεκτονικής». Οι πραγματικές, λοιπόν, περιστάσεις και συγκυρίες μας βοηθούν να ορίσουμε το άνυσμα της εσωτερικής ζωής (ιδεολογικής, αισθητικής, συντεχνιακής) του χαρισματικού τεχνίτη και δασκάλου – του θερμουργού Τάση. Αν καταπώς λεν η ιστορία μιας λέξης είναι, καμιά φορά, σπουδαιότερη από την ιστορία μιας εκστρατείας – η λέξη θερμουργός (που σημαίνει καταρχάς εκείνον που εργάζεται με ζήλο, με θέρμη και ακολούθως εκείνον που εργάζεται εν θερμώ) πιάνει από τον Ξενοφώντα και φθάνει ως τα αυστηρά ελληνικά του Ελευθέριου Βενιζέλου, όπου τη συνάντησα και την αλίευσα. Όσο για το άνυσμα της εσωτερικής ζωής – άνυσμα στη μαθηματική γλώσσα είναι η ίσια γραμμή που καταλήγει κατά το έτερον των άκρων της εις την αιχμήν βέλους και είναι η συνθηματική παράσταση της διεύθυνσης μιας δύναμης. Βαθιά ανθρωπιά – βελάκι – μεταφυσική – αυτό είναι το άνυσμα – η εκκίνηση και η διεύθυνση της δύναμης αυτού του βιβλίου. Ξαναδιαβάζοντάς το για να μετρήσω σωστότερα τις αναλογίες του με αφορμή το μικρό αποψινό ομίλημα, κάποια στιγμή αναλογίστηκα ποια άλλη λέξη θα βρισκόταν να ονομάσει καταλληλότερα το είδος στο οποίο ανήκει το πόνημα του Τάση Παπαϊωάννου Σκέψεις για την αρχιτεκτονική σύνθεση πέρα από τον γενικόλογο χαρακτηρισμό δοκίμιο, που, εν προκειμένω, μ' άφηνε ανικανοποίητο – ζητώντας μια ζωηρότερη πινελιά, μια ακριβέστερη μολυβιά και ανοίγοντας και φυλλομετρώντας τους μαύρους τόμους του Σταματάκου για να επαληθεύσω τις αποχρώσεις κάποιων λέξεων μέσα απ' τις φρένες μου στα λεξικά, στάθηκα στη λέξη εγχειρίδιον. Σε αυτό το λήμμα το λεξικό μετά τη σημασία «μικρά μάχαιρα», ως δεύτερη σημασία δίνει: «μικρόν βιβλίον περιέχον εν περιλήψει τας κυριοτέρας των εις επιστήμην τινά ή τέχνην αναφερομένων γνώσεων» –μα περί αυτού ακριβώς πρόκειται– και συνεχίζει: «μικρόν βιβλίον, σύντομον βιβλίον (μα είναι σύντομο ένα βιβλίο 160 σελίδων; Είναι – όταν είναι μεγάλο το θέμα• και τα εγχειρίδια συνήθως γράφονται για μεγάλα θέματα), πρόχειρον βιβλίον, όχι με την έννοια του απρομελέτητου και του επιπόλαιου –κάθε άλλο– αλλά με την έννοια του εγγύς των χειρών και του έτοιμου προς χρήσιν – του εύκολου να το μεταχειριστεί κανείς (πράγμα που συνάδει με τον ολοφάνερα παιδευτικό χαρακτήρα του). Είναι, λοιπόν, ένα εγχειρίδιο δουλειάς το βιβλίο αυτό – ενώνει τον δάσκαλο και τον μάστορα, τον θεωρητικό και τον πρακτικό, διδάσκει. Ως εγχειρίδιο δουλειάς, αφού συνοψίσει γενικές αρχές (όπως οφείλει), ανοίγεται στις προσωπικές γνώμες (οι γνώμες είναι δαιμόνια μικρά και άσκημα που σύμφωνα με τους καββαλιστές προστατεύουν τη γη και φυλάγουν τους θησαυρούς της) αυτό κάνουν και οι γνώμες αυτού του βιβλίου, προστατεύουν και φυλάγουν, δείχνοντας τον αυθεντικό και ατόφιο χαρακτήρα του.

 

 

Ο Τάσης Παπαϊωάννου από χίλιες διαφορετικές γωνίες περιγράφει το ίδιο πράγμα με εμμονή – έναν δρόμο που βγάζει σ' έναν χώρο ανομολόγητο από την ακαδημαϊκή παιδεία – χρισμένος ακαδημαϊκός δάσκαλος ο ίδιος – τον δρόμο που πάει από τη φαντασία του αρχιτέκτονα και τα σχέδια επί χάρτου ή στον υπολογιστή σ' ένα πράγμα βαθύτατα διαφορετικό: στην ανακάλυψη του τι είναι ιερό γι' αυτήν τη δουλειά.

 

Αυτός που το έγραψε είναι ένας αφοσιωμένος – Μέσα του «το μικρό ταπεινό κτίσμα, το άχρονο», θέλει να βρει τη θέση του στη σύγχρονη μεγάλη οικοδομή τη συχνά άμετρη και να την μπολιάσει με το δικό του μέτρο. Δεν θέλει ν' αφήσει το «θεόκτιστο» έξω από τη μεγάλη σύνθεση – δεν θέλει να εγκαταλείψει τον κόσμο του Χατζή και του Σολωμού, του Σικελιανού και της πιο αιώνιας τέχνης της λαϊκής, όπως δεν τον εγκατέλειψαν ο Κωνσταντινίδης, ο Πικιώνης, ο Κρόκος. Η ουσία του θεόκτιστου του μιλάει με δυο από τους τελειότερους στίχους της γλώσσας μας:

 

Εγώ είμαι απ' τη μεγάλη γενιά του αστενικού
που με πατάει το πόδι και του περιστεριού.

 

Γυρεύει να μεταλαμπαδεύσει με την τέχνη του και το μάθημά της στα παιδιά που θα μάθουν τη μαστοριά, το παραμύθι ενός ολόκληρου κόσμου που μεταμορφώθηκε σε σπόρο και δεν ξαναφύτρωσε. Θέλει και το κοινό και το κύριο (δηλαδή και τον οικείο χαρακτήρα σε τόπο και χρόνο, τον εθνικό και τον ουσιαστικό χαρακτήρα της καθολικής ενότητας). Μέσα του ακούει το τραγούδι του θεού ή της τέχνης (και τα δυο πνεύματα είναι) προπαρασκευασμένος και για τις χαρές της δημιουργίας (δεν είναι μίζερος) αλλά και για της τέχνης τα φαρμάκια, που είναι συχνότερα (έχει «γεροσύνη ψυχής» ο θερμουργός Τάσης).


Εγχειρίδιο δουλειάς λοιπόν –συνοπτικό, όχι απρόσιτο– αλλά βαθύ και εύκολο να το μεταχειριστεί κανείς. Μας μιλάει για την τέχνη της αρχιτεκτονικής, που είναι σεβάσμια γιατί πρωταρχικά φτιάχνεται με γη, από ένα ον που το ίδιο είναι πήλινο – και διανοείται ως αιώνια την εφήμερη κατοικία μας επειδή έχει την κλίση να φτιάξει με ξύλα, πέτρες και χώματα ψυχικά μνημεία.

 

Οι πόλεις μας είναι αντιγραμμένα θρύψαλα από τα στήθια μας
Οι Βαβυλώνες όλες του ανθρώπου άλλο δεν κάνουν – να μεταδώσουν προσπαθούν
Τα μεγαλεία που μέσα στη βαβυλωνιακή καρδιά του κατοικούν

 

Έτσι καταμαρτυρούν συμπονώντας τις άμετρες κατασκευές με το κύρος της μεγάλης φωνής οι στίχοι του Ιρλανδού βάρδου – χτίζοντας σε μια διάσταση που καμιά άλλη ανθρώπινη τέχνη ή επιστήμη δεν μπορεί να χτίσει.


Λέγαμε μιλάει για την αρχιτεκτονική –ναι– κυρίως όμως συλλογάται το δυσκολότερο και πιο απροσέγγιστο στοιχείο της διδασκαλίας της: την αρχιτεκτονική σύνθεση – ενώ λίγο πριν είχαμε πει διδάσκει, σιγά-σιγά διακρίνουμε και νιώθουμε τι πάει να διδάξει – ένα στοιχείο ανεπίδεκτο διδαχής, καθώς συνορεύει με τις μεγάλες ουσίες εκείνες που δεν διδάσκονται και μοναχά προσεγγίζονται μ' ένα είδος μυστικής συντεχνιακής προσευχής. Για μια τέτοια συντεχνιακή προσευχή κρυφομιλάει το κείμενο ανάμεσα στις αράδες. Η αρχιτεκτονική σύνθεση διδάσκεται με οδοδείχτες και τροχιοδειχτικά, με κλεισμένα μονοπάτια και παλιά σημάδια• το εγχειρίδιο είναι γεμάτο από αυτά και προειδοποιεί για τα άβατα μονοπάτια.


Από την Αρχιτεκτονική Σύνθεση διδάσκεται μόνο η τέχνη, ο τρόπος να προσεγγιστεί, να πλαγιοποιηθεί, να μισοκοιταχτεί και από τη στιγμή που μισοκοιταχτεί μπορεί και να ιδωθεί. Ο Τάσης Παπαϊωάννου από χίλιες διαφορετικές γωνίες περιγράφει το ίδιο πράγμα με εμμονή – έναν δρόμο που βγάζει σ' έναν χώρο ανομολόγητο από την ακαδημαϊκή παιδεία – χρισμένος ακαδημαϊκός δάσκαλος ο ίδιος – τον δρόμο που πάει από τη φαντασία του αρχιτέκτονα και τα σχέδια επί χάρτου ή στον υπολογιστή σ' ένα πράγμα βαθύτατα διαφορετικό: στην ανακάλυψη του τι είναι ιερό γι' αυτήν τη δουλειά. Ανακαλύπτω τι είναι ιερό γι' αυτήν τη δουλειά: αυτό είναι το πρώτο σκαλί της αρχιτεκτονικής σύνθεσης, ο ασκητής Γκαουντί θα υποστήριζε πως μπορεί να είναι και το τελευταίο. Ο τόνος του συγγραφέα είναι χαμηλός, θερμός και οικείος. Η έκφραση κοιτάζει τη γη και όταν σηκώνει τα μάτια της για να δει τον αναγνώστη είναι ανεπιτήδευτη. Κανένας μεγαλοϊδεατισμός δεν διαπερνάει το κείμενο. Ένα πλήθος παραθεμάτων κορμιάζει θαυμάσια στη συγγραφή και δεν ξεπέχει• είναι και το ζητούμενο κάθε σύνθεσης αυτό το κόρμιασμα των ξένων μελών• στον χώρο της πνευματικής δημιουργίας όπου το σημαντικό είναι το αστάθμητο δεν πρέπει να τονίζεται ή να προσμετράται η ευρυμάθεια• καλή είναι η ευρυμάθεια, αλλά πάνω στη σχεδία χρειάζεται η γλώσσα της σχεδίας.

 

Όλοι διαφωνούν με όλους, όλοι αντιμάχονται ο ένας τον άλλον και συμφωνούν στο χειρότερο. Ο υποβλητικός μύθος της σύγχυσης των γλωσσών έχει ένα πολύ απλούστερο μήνυμα για τους οικοδόμους και τους πρωτομάστορες. Βαβέλ θα πει: Αυτό με αυτά τα υλικά δεν γίνεται. Βαβέλ θα πει: Αυτό με αυτά τα υλικά δεν χτίζεται. Είναι κι ένας από τους λόγους της αδυνατότητας να περατωθεί η οικοδομή του νεότερου ελληνικού κόσμου – όλο και πιο ετοιμόρροπος.

 

Ένα είδος γόνιμης πνευματικής ανεξιθρησκίας παρατηρείται σε αυτά τα παραθέματα. Αλλά διακριτά ο κεντρικός κορμός, τα μείζονα κεφάλαια του εγχειριδίου αρδεύονται από ρεύματα μεταφυσικά και ανήκουν στον μεταφυσικό προβληματισμό της οικοδομικής. Ο νηστευτής τέκτων κι ο αρχιτέκτων δίνουν τα χέρια. Ο κόσμος της ενεργητικής πίστης στη σύνθεση του λογισμού με το όνειρο αναδύεται. Από αυτό τον προβληματισμό το βασικό θέμα που η σκιά του σκέπει το εξυνούστατο εγχειρίδιο είναι η έννοια του «επιστρεπτικού» – το στοιχειώνει άλεκτα καθώς ο συγγραφέας την υπονοεί χωρίς να την κατονομάζει και πάντως τον βλέπουμε να περπατάει συνέχεια πάνω απ' τα μνημεία και τις κατακόμβες της έννοιας του «επιστρεπτικού». Πρόκειται για μία από τις τρεις νεοπλατωνικές έννοιες, οι άλλες δύο είναι το «εράσμιο» και το «προνοητικό» (ή νοητικό), για τις οποίες ο Σικελιανός πρωτομίλησε στον Πικιώνη το 1936 στους Δελφούς. Ο Πικιώνης, ο πλατωνικότερος, μεταφυσικότερος και εδαφικότερος από τους Έλληνες αρχιτέκτονες (πίστευε ότι ο τόπος είναι ανώτερος από τον άνθρωπο κι ότι η αρχιτεκτονική γεννιέται μέσα από τη γη –και ασχολήθηκε με το μισο-θεϊκό και μισο-ανθρώπινο οικοδόμημα στην παράδοσή μας όσο ο Γκαουντί στη δικιά του– τα μεγάλα μολύβια του είναι από τα αφοπλιστικότερα και αγιοτικότερα σχέδια της ελληνικής τέχνης, το ίδιο το Τέχνεργο, η σπάνια περίπτωση όπου το νεότερο είναι το ανώτερο από το αρχαίο), αφομοίωσε στη μαστορική του και σχολίασε στη θεωρία του τη νεοπλατωνική τρισυπόστατη αρχή. Αυτό εγώ το έμαθα από τον Λορεντζάτο πριν από τη συγκεντρωτική έκδοση των χαρτιών του Πικιώνη. Ο Σικελιανός από τον Πρόκλο και τον Πλωτίνο.


«Επιστρεπτικό» είναι η μυστική αναφορά του καλλιτέχνη προς τους αίδιους νόμους του σύμπαντος, είναι η επιστροφή της οικοδομής όχι στον πελάτη αλλά στο αρχέτυπο – στους παραδειγματικούς νόμους που την έκαναν να σταθεί στα πόδια της και να είναι εράσμια• σε όλο το βιβλίο του ο Τάσης Παπαϊωάννου σ' αυτό επιμένει: κάπου πρέπει να επιστραφεί το αρχιτεκτόνημα – βλέπουμε πού.


Πλωτίνος, Πρόκλος, Σικελιανός, Πικιώνης, Λορεντζάτος – τα ονόματα μεγάλων γεφυροποιών – είναι μια διαδρομή μετάδοσης της αλήθειας – είναι το πέτρινο γεφύρι που αντιστέκεται στον χείμαρρο και ενώνει το κοινό με το κύριο. Κάποια νέα σπουδάστρια ή νεαρός σπουδαστής που θα κόβει το μυαλό τους (πρέπει να πούμε ότι η νιότη είναι ένα πολύτιμο συστατικό κάθε ανθρώπινης ηλικίας κι ότι οι νέοι καλούνται να τη μεταφέρουν ως όξινον φύραμα αλεύρου, ως προζύμι δηλαδή, σε όλες τις ηλικίες τους και να μην είναι για μια στιγμή μονάχα νέοι) θα κρατήσουν με τις εργασίες τους όρθιο το γεφύρι, γιατί θα καταλάβουν, έχοντας κοφτερό νου και ορθή δόξα (στα πλατωνικά ελληνικά), ότι αυτό το μικρό πέτρινο γεφύρι κάνει τη σύνθεση.


Το «σκάμμα της υπακοής» στις ουράνιες αρχές των τεχνών δεν πρέπει να μείνει άδειο.


Στο τελευταίο τμήμα του βιβλίου, στο παράρτημα, ο δάσκαλος Παπαϊωάννου δεξιώνεται τους μαθητές του με λαμπρές μακέτες σπουδαστικών εργασιών πάνω στις Αόρατες πόλεις του Ίταλο Καλβίνο.


Ζω σ' έναν κόσμο που είναι σε ελεύθερη πτώση τα τελευταία τριάντα χρόνια – οικονομώ τον χρόνο της πτώσης στη δικιά μου γενιά και περιορίζω τον κόσμο της πτώσης στον τόπο μου – σ' έναν κόσμο που όχι μόνο δεν μπορεί να συνταιριάζει «το προνοητικό», «το επιστρεπτικό» και «το εράσμιο», αλλά είναι σαν να λαβαίνει μέτρα εναντίον τους. Όπως στα βασανιστήρια, το αληθινό πρόσωπο αυτού του κόσμου έχει χαθεί από τα χτυπήματα. Τα ίδια τα παιδιά του μετά τα βασανιστήρια δεν τον αναγνωρίζουν για πατέρα τους. Όλοι διαφωνούν με όλους, όλοι αντιμάχονται ο ένας τον άλλον και συμφωνούν στο χειρότερο. Ο υποβλητικός μύθος της σύγχυσης των γλωσσών έχει ένα πολύ απλούστερο μήνυμα για τους οικοδόμους και τους πρωτομάστορες. Βαβέλ θα πει: Αυτό με αυτά τα υλικά δεν γίνεται. Βαβέλ θα πει: Αυτό με αυτά τα υλικά δεν χτίζεται. Είναι κι ένας από τους λόγους της αδυνατότητας να περατωθεί η οικοδομή του νεότερου ελληνικού κόσμου – όλο και πιο ετοιμόρροπος. Αποτολμώντας μια μεταφορά, θα έλεγα ότι χρειάζεται μια αληθινή διανοητική Πεντηκοστή των μαστόρων, θεωρητικών και πρακτικών, του ελληνικού οικοδομήματος, ώστε να γίνει η σύνθεση και να μην καταρρεύσει. Βρείτε τα σωστά υλικά. Ακόμα κι αν έχει πέσει – γιατί μπορεί και να μην το έχουμε καταλάβει, είναι τόσο ερείπιο, ώστε μπορεί να μην ακούστηκε. Βρείτε τα σωστά υλικά. Πρέπει να τον ξαναχτίσετε. Αλλά πρέπει να βρείτε τα σωστά υλικά. Μέσα στην εξυβριστική εθελούσια υπέρογκη άγνοια, ταιριάξτε τα σωστά υλικά, κάντε τη σύνθεση. Ειδαλλιώς αυτό το πράγμα θα γκρεμίζεται συνέχεια.


Ας έχουμε απαισιοδοξία στη σκέψη και αισιοδοξία στην πράξη.


Είναι κι αυτό ένα από τα πικρά και ελπιδοφόρα νοήματα των Σκέψεων του Τάση Παπαϊωάννου για την Αρχιτεκτονική Σύνθεση.

 

Για τον Τάση
αμανέτι φιλίας
Νίκος. Α. Παναγιωτόπουλος

 

Η παρουσίαση του βιβλίου
Η παρουσίαση του βιβλίου

 

O ομιλητής
Ο Νίκος Α. Παναγιωτόπουλος (δεξιά) είναι ποιητής. Το έργο του Σύσσημον ή Τα Κεφάλαια κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ίνδικτος.

 

Ο συγγραφέας
O Tάσης Παπαϊωάννου (αριστερά) είναι καθηγητής των Αρχιτεκτονικών Συνθέσεων στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ. Έχει δημοσιεύσει σειρά άρθρων για θέματα αρχιτεκτονικής σε ελληνικά και ξένα βιβλία και περιοδικά. Συμμετείχε με έργα του σε εκθέσεις αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ενώ πολλά από αυτά παρουσιάζονται στην ελληνική και ξένη βιβλιογραφία. Επίσης, οι προτάσεις του σε πανελλήνιους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς έχουν αποδώσει μεγάλο αριθμό βραβεύσεων.

Παράλληλα, έχει δώσει διαλέξεις και μετέχει στον δημόσιο διάλογο που αφορά την αρχιτεκτονική και την πόλη, δημοσιεύοντας άρθρα και σχόλια σε βιβλία, περιοδικά και εφημερίδες. Συνεργάστηκε στη συγγραφή του βιβλίου Αρχιτεκτονική. Ιδέες που συναντιούνται - Ιδέες που χάνονται (2004). Κυκλοφορούν τα βιβλία του Αρχιτεκτονική του καθημερινού (2005), Η Αρχιτεκτονική και η Πόλη (2008) και Σκέψεις για την αρχιτεκτονική σύνθεση (2015). Σε συνεργασία με τον ζωγράφο Αλέκο Φασιανό παρουσίασαν τις εκθέσεις «Ζωγραφικός και αρχιτεκτονικός χώρος» (Αθήνα 2003 και Θεσσαλονίκη 2005) και «Το Χρώμα και το φως στη ζωγραφική και στην αρχιτεκτονική» (Αθήνα 2009) κι έχουν συγγράψει τα βιβλία Για μια άναρχη πόλη (2004) και Αρχιτεκτονική και Χρώμα (2009).

 

ΤΡΕΙΣ ΦΙΛΟΙ: Ο ποιητής Νίκος Α. Παναγιωτόπουλος (στο κέντρο) μεταξύ του Κωστή Παπαγιώργη (αριστερά) και του Τάση Παπαϊωάννου (δεξιά).
ΤΡΕΙΣ ΦΙΛΟΙ: Ο ποιητής Νίκος Α. Παναγιωτόπουλος (στο κέντρο) μεταξύ του Κωστή Παπαγιώργη (αριστερά) και του Τάση Παπαϊωάννου (δεξιά).

 

 

 

Αρχιτεκτονημένα Τοπία

Φολέγανδρος, Μήλος, Σίφνος, Τζια, Σέριφος, Μάνη... Ο Τάσης Παπαϊωάννου γράφει για τα σχέδιά του, που εκτίθενται τώρα στο Φωταγωγό

 

Τόποι δύσκολοι, άγονοι, κακοτράχαλοι, ανεμοδαρμένοι. Όπου και να στρέψεις το βλέμμα αντικρίζεις βράχια κοφτερά, τριγύρω παντού πέτρες και χώμα λιγοστό, πολύτιμο. Χρώματα γαιώδη, έντονα, παμπάλαια, ίδια κι απαράλλαχτα από τον καιρό του Πολύγνωτου. Χοντροκόκκινα, ώχρες, γκρίζα και λευκά και στο βάθος, φόντο, το μπλε της θάλασσας. Χρυσοκίτρινα χόρτα, κατά στρώσεις, διακόπτουν την κυριαρχία του γκρίζου, ενώ, εδώ κι εκεί, σκληροί θάμνοι, απ' αυτούς που συναντάς σε όλα τα τοπία της νησιωτικής χώρας, συμπληρώνουν σαν σκούρες πράσινες ή λαδιές πινελιές ένα τοπίο που ώρες-ώρες φαντάζει ζωγραφικός πίνακας.


Αρχέγονα μονοπάτια σε περνάνε μέσα από ιδανικά τοπία, δίπλα από σκίνα και θυμάρια και ρίγανες και φασκόμηλα με μεθυστικές μυρουδιές και οδηγούν σε μικρές παραλίες με αλμυρίκια και καλαμιές και πεντακάθαρα νερά, σε μικρές αμμουδιές και σε βότσαλα με αναρίθμητα χρώματα, που λαμπυρίζουν καθώς πέφτει πάνω τους το κύμα.


Ξερολιθιές ανεβοκατεβαίνουν ακολουθώντας πιστά τις εξάρσεις του εδάφους, σαν ρυτίδες πάνω σε ηλιοκαμένο πρόσωπο. Πού και πού κάποιο πέτρινο γεφύρι που άντεξε στην ορμή των χειμάρρων, ένα μικρό ασβεστωμένο ξωκλήσι, ένα ερείπιο, ένα χωράφι ή ένα ξιπασμένο αλώνι μαρτυρούν πως κάποτε σ' αυτό τον τόπο υπήρχαν πολλές γενιές ανθρώπων που καλλιεργούσαν τη γη και ζούσαν απ' αυτή. Ένα παλιό εργοστάσιο που ρημάζει στην πλαγιά δίπλα σ' ένα παρατημένο ορυχείο, αλλού ένα καμίνι που ορθώνεται ακόμη ψηλά σε πείσμα της βαρύτητας, σκουριασμένες λαμαρίνες, μισογκρεμισμένοι τοίχοι, ξύλα που σαπίζουν πιστοποιούν την αέναη ροή του χρόνου.


Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική εντάσσεται σοφά στο μέτρο που υποδεικνύει ο τόπος. Ο τόπος μοιάζει να κρατάει καλά φυλαγμένο το μυστικό του κανόνα των ανθρώπινων επεμβάσεων, κάτι που γνώριζαν πάντα και σήμερα αγνοούμε ολοκληρωτικά. Μέσα σ' αυτά τα «αρχιτεκτονημένα τοπία» συναντάς απέριττα κτίσματα να στέκουν μόνα τους στην ύπαιθρο ή ολόκληρους οικισμούς σκαρφαλωμένους στις απόκρημνες πλαγιές των βράχων. Το μικρό ταπεινό κτίσμα, το άχρονο, βρίσκεται παντού. Μοναχικό στο χωράφι, στο τέρμα της ξερολιθιάς, μαζί με άλλα, συγκροτώντας τη γειτονιά στον οικισμό, ξεχασμένο δίπλα σε μεγαθήρια στη σύγχρονη μεγαλούπολη.


[...] Και η θάλασσα μέσα από την οποία ξεπηδούν όλοι αυτοί οι συναρπαστικοί γήινοι όγκοι μαγνητίζει το βλέμμα σου και σε τραβάει μαζί της, σε ταξιδεύει μέχρι τον ορίζοντα, όπου σμίγει με τον ουρανό, εκεί όπου τα χρώματα ξεθωριάζουν, διαχέονται και γίνονται ένα απέραντο γαλάζιο που κατά τόπους ασημίζει καθώς πέφτουν πάνω στο νερό οι ακτίνες του ήλιου. Πάνω σ' αυτό το «φόντο» προβάλλονται σαν μονοκοντυλιές οι καλοσχηματισμένες κορυφές των λόφων και των βουνών που χαρακτηρίζουν τη γη μας και γενικότερα τα τοπία της Μεσογείου. Και το μάτι περνάει εύκολα από τη μία στην άλλη, από την πιο κοντινή σ' εκείνη που βρίσκεται μακρύτερα, προσδιορίζοντας μ' αυτό τον τρόπο το μέτρο και την κλίμακα του τοπίου.


ΤΑΣΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ

 

 

 

ΜΙΑ ΕΠΙΛΟΓΗ ΑΠΟ ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Info
Η έκθεση του Τάση Παπαϊωάννου «Αρχιτεκτονημένα τοπία» φιλοξενείται στο βιβλιοπωλείο Φωταγωγός από τις 25 ως τις 30 Ιουνίου. Κολοκοτρώνη 59Β, κέντρο, 210 3839355. Ώρες λειτουργίας:
Δευτ., Τετ., Σάβ.
10.00-17.00
Τριτ., Πέμ., Παρ. 10.00-18.00.