— Τι λέτε να πούμε, κύριε Βέλτσο;

Το θέμα δεν είναι πώς να μιλάς. Το θέμα είναι πώς να μη μιλάς. Δεν έχει για μένα πια ενδιαφέρον να παραδοθώ σε βιωματικά ντελίρια. Αυτό που μπορώ όμως να πω είναι πως επειδή έχουν βγει και τα ποιήματά μου, δεν πρέπει κανείς να βάλει το συγγραφέα να μιλήσει. Είναι η στιγμή που ο ιππότης πρέπει να μείνει απαρασημοφόρητος. Ο συγγραφέας πια είναι το έργο του.

 

— Το έργο όμως προδίδει και τα στοιχεία του συγγραφέα;

Το στοιχείο της πολλαπλότητας είναι αυτό που με διακρίνει. Και όπως θα έλεγε ο Μπαντιού, το πολλαπλό αποτελείται από πολλαπλά επ' άπειρον που στο τέλος καταλήγουν σ' ένα κενό. Υπό αυτήν την έννοια, η Πανδώρα δεν έχει άδικο όταν λέει ότι ο Βέλτσος δεν λέει τίποτα. Δεν έχει κανείς τίποτα να πει. Από κει ξεκινάει και ο Μπέκετ. Όπως είπε και ο Φουκώ στο εναρκτήριο μάθημά του, «ενώ δεν έχω κάτι να πω, θα πω». Ήταν ο θεσμός του πανεπιστημίου που τον έσπρωχνε. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είσαι εσύ και ο θεσμός της δημοσιογραφίας που μου λέτε «μην ανησυχείς, είμαστε εδώ εμείς για να σε συγκρατήσουμε». Από τη στιγμή που έχει γραφτεί το κείμενο δεν αφορά η περιπέτεια του υποκειμένου αλλά του αντικειμένου. Οπότε όταν ο δημοσιογράφος σε ρωτήσει τι εγχείρηση κάνατε και γράψατε την Ησυχία, θα απαντήσω, αλλαγή φύλου.

 

— Ναι, αλλά όσο γράφετε το κείμενο κάτι θέλετε να πείτε.

Όντως, δεν είναι ότι ο συγγραφέας πέθανε. Ο συγγραφέας υπάρχει και μακροημερεύει. Το έργο αυτό καθαυτό έχει αποπλεύσει από το υποκείμενο. Εξού και η πρόταση από το Αναζητώντας το χαμένο χρόνο, όπου ο Προυστ λέει, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι τα πάθη μας σχεδιάζουν το περίγραμμα των βιβλίων μας. Όχι το περιεχόμενό τους. «Οι σακούλες κάτω από τα μάτια και το ρυτιδωμένο μέτωπο δεν θα είχαν και πολύ σημασία αν δεν υπήρχαν τα πάθη. Ο πόνος της καρδιάς». Συμπληρώνει κανείς τη μαθητεία του μόνο από τα πάθη.

 

— Καταλήξατε στην ποίηση. Προσδοκάτε μεγαλύτερη ελευθερία;

Η κατάληξη στην ποίηση είναι η προετοιμασία της σιωπής, ας πούμε. Να φτάσει σε ένα σημείο που πλέον να βλέπει το φως του. Από τη μια μέρα στην άλλη να απαλλαγώ περισσότερο από τα άλλα, δηλαδή όσο φτιάχνομαι κι άλλο τόσο σωπαίνω. Σωπαίνεις και έχεις γεμίσει. Σε ενδιαφέρει λιγότερο η διάδοση του έργου σου, η υστεροφημία σου, το να γίνεις αποδεκτός.

 

Υπάρχουν άνθρωποι ξάγρυπνοι ανάμεσά μας, οι οποίοι είναι στα γραφεία τους, δεν κάνουν τίποτα, αλλά στους οποίους αρέσει πάρα πολύ να πιούνε κάτι στο Booze, να δουν τον Ρέτσο, να πάνε στο Βios και να πάνε την Πέμπτη να πάρουν τη LifO από το City.

 

— Δεν σας ενδιαφέρει πια η διάδοση του έργου σας;

Πάντα με ενδιαφέρει. Απλά, όλο και λιγότερο. Όποτε έχω μια συνάντηση με πολλαπλασιαστές του έργου, φεύγω λίγο πικραμένος. Μου δημιουργεί μια αμηχανία να δω τον εαυτό μου στην τηλεόραση. Παλαιότερα μου άρεσε και πήγαινα συχνά.

 

— Μήπως ως Έλληνας διανοούμενος δεν αισθάνεστε καλά; Μήπως νιώθετε ηττημένος;

Δεν αισθάνομαι να κέρδισα ή να έχασα. Δεν μετριέμαι με τους εντόπιους διανοούμενους, αν υπάρχουν. Μετριέται κανείς με τους προγόνους του, με τα μεγάλα μεγέθη. Με τον Ντεριντά, τον Φουκώ και άλλους. Αυτή είναι η παρέα μου, δεν είναι ο κοσμάκης της τηλεόρασης.

 

— Ευχάριστη παρέα αυτοί οι φίλοι. Δεν πρέπει όμως να κοιτάξουμε και το έξω;

Το έξω αλλάζει όχι πια με τους τρόπους με τους οποίους πιστεύαμε το Μάη, δηλαδή με ρήξη. Τώρα, ας πούμε, το ανακλαστικό της αλλαγής έχει κατασταλάξει, πιστεύω, στην ειρωνεία και στην αρνητικότητα. Αυτό κάνω τώρα. Η έννοια της κριτικής ως αρνητικότητας, αν δεν έχει τα στοιχεία της επινόησης, της ειρωνείας, της διαβολής, δεν έχει νόημα. Η κριτική τύπου Γαβρόγλου στην Αυγή, κριτική που αποκαθιστά το κρινόμενο, έχει τελειώσει. Και όταν μιλάμε για κρινόμενο, μιλάμε για την κοινωνία. Χρειάζεται μια τρέλα που να επαγρυπνεί και εδώ οφείλω να ελέγξω τον εαυτό μου για έναν ακαδημαϊσμό. Αλλά όλο αυτό, αυτή η τρέλα, αρχίζει και φεύγει από τη ζωή μου. Από τη στιγμή που δεν μπορείς να καβαλήσεις μια μηχανή, να ρισκάρεις να τρέξεις μέσα στην κυκλοφορία και να διασχίσεις τη Συγγρού σαν τρελός, βυθίζεσαι στην αυτοσυντήρηση.

 

— Επειδή μου αρέσουν λίγο οι μπακάλικες ερωτήσεις, σκέφτομαι, ωραία αυτά που είπαν ο Ντεριντά, ο Φουκώ, ο ένας κι ο άλλος. Ε, και; Σήμερα τι έγινε;

Μην το λες αυτό. Δεν κάνει και ως δικηγόρος του διαβόλου να μου θέτεις τέτοιες ερωτήσεις. Και συ είσαι πεπεισμένος ότι κάτι συμβαίνει συνεχώς. Είναι αυτό που λέγανε με το Μάη του '68. Και τι έγινε που έγινε; Ποια είναι τα αποτελέσματα; Η Σεσιλιά, ο Σαρκοζί; Έχουν αλλάξει πολλά πράγματα. Και φυσικά νίκησε ο καπιταλισμός, και φυσικά η παγκοσμιοποίηση, όπως και αν τη δούμε, υπάρχει. Αλλά όλοι περιμένουμε το συμβάν. Μυρίζει, έρχεται, το βλέπεις ακόμα και στην πιο πρόστυχη εκπομπή στην τηλεόραση. Έρχεται, αρκεί να υπάρχει η επαγρύπνηση. Είμαστε επαγρυπνώντες. Υπάρχουν άνθρωποι ξάγρυπνοι ανάμεσά μας, οι οποίοι είναι στα γραφεία τους, δεν κάνουν τίποτα, αλλά στους οποίους αρέσει πάρα πολύ να πιούνε κάτι στο Booze, να δουν τον Ρέτσο, να πάνε στο Βios και να πάνε την Πέμπτη να πάρουν τη LifO από το City. Υπάρχουν συνεχώς αυτές οι εκπλήξεις. Εγώ αυτό το πράγμα το εισπράττω ακόμα και μέσα στο αμφιθέατρο. Αν κοιτάξω τα γραπτά των φοιτητών μου, θα ανασύρω αυτά τα άτομα που θα αποτελέσουν τη μαγιά της επαγρύπνησης.

 

— Τα γραπτά τα διορθώνετε εσείς;

Πάντα, και αυτό γιατί κατά κάποιον τρόπο θερίζω αυτό που έχω σπείρει ένα εξάμηνο. Πάντα όλοι δίνουν εξετάσεις με ανοιχτά βιβλία. Μου ‘χε πει ο Σάκης Καράγιωργας, «Γιώργο, μην κάνεις ποτέ τον μπάτσο στα πανεπιστήμια». Θα σου διαβάσω το θέμα που έβαλα στους πρωτοετείς να φρικάρεις: «Τι σημαίνει γράφω με ανοιχτά βιβλία; Γράφω; Αντιγράφω; Και τότε τι οφείλει να διαγράψει από το "γραπτό μου" ο εξεταστής; Είναι αυτό το βιβλίο επί του οποίου καλούμαι να εξεταστώ; Είναι αυτό ένα βιβλίο; Τι είναι; Σε ποια προβληματική εγγράφεται η απορία μου;»

 

— Αναρωτιέστε μήπως αναρωτηθούν οι φοιτητές σας αν τα έχετε χαμένα;

Πολλά παιδιά το σκέπτονται αυτό το πράγμα. Αλλά και ‘γω το έχω το πρόβλημα. Πώς αντιμετωπίζω το παιδί που τα έχει χαμένα; Είναι γελοίο να εξετάσω έναν φοιτητή, τι λέει ο ένας, ο άλλος, και τι σημαίνει αυτό και τι σημαίνει το άλλο. Βέβαια, αν ήμουν σε ένα αγγλικό πανεπιστήμιο και μου έλεγαν «κύριε καθηγητά, ποιο είναι το νέο σας βιβλίο» και τους έλεγα ότι έχω γράψει 100 ποιήματα, θα μου ‘λεγαν «έξω από το πανεπιστήμιο».

 

— Είστε υπέρ των ιδιωτικών πανεπιστημίων;

Όχι, δεν είμαι. Γιατί τόσο ο καθηγητής όσο και ο φοιτητής θα είναι υφιστάμενοι αυτουνού που βάζει τα λεφτά. Το δημόσιο πανεπιστήμιο είναι το τελευταίο προπύργιο ενός διαφωτισμού. Η δημοσιότητα γενικά. Όλο το θέμα της δημοσιότητας, με τα αρνητικά και τα θετικά, είναι ένα τεράστιο ζήτημα όπου θίγονται πολλά πράγματα με τα πεδία που εμπλέκονται. Όλα αυτά, εμπλεκόμενα με ένα συντονισμό των εξουσιών, κάνουν αυτό το cocktail που λέγεται μετάλλαξη της δημόσιας και της ιδιωτικής ζωής.

 

— Δεξιοί σήμερα υπάρχουν;

Υπάρχουν δεξιοί, υπάρχουν και αριστεροί. Και ως γραφικές περιπτώσεις και ως παράξενα άτομα που κινούνται με μια περίεργη επιρροή. Δες ένα δελτίο ειδήσεων, δες τον Τσίμα, ποιες είναι οι διαφορές από τον Πρετεντέρη. Δες πώς αντιμετωπίζουν τα διάφορα θέματα. Και οι δύο παίρνουν εκατομμύρια, είναι μιντιακοί, αλλά υπάρχει μια διαφορά.

 

— Σας αρέσει ο μουλωχτός δεξιός ή ο γραφικός δεξιός;

Ο γραφικός δεξιός είναι για την επιθεώρηση. Οι μουλωχτοί, είτε αριστεροί είτε δεξιοί, είναι άνθρωποι που με ενοχλούν, θέλω να τους πειράξω, θέλω να τους ξεσκεπάσω. Τους έχω ονομάσει παλιά, δεν θέλω να τους ονομάσω πάλι. Για μένα αυτό, αν θες, είναι κάτι που προσπαθώ να το αποφύγω με σλάλομ. Γιατί και εγώ είμαι μουλωχτός. Αλλά εγώ έχω άλλες δικλείδες ασφαλιστικές, άλλο τρόπο ζωής. Πιστεύω στον τρόπο ζωής. Έχω μια εμμονή να νεάζω. Περπατάω τη νύχτα, ξέρω τα μαγαζιά, βλέπω νέους ανθρώπους, ξεχωρίζω και εγώ έτσι.

 

— Μήπως όλα έχουν μείνει στη μορφή και τίποτα στο περιεχόμενο; Για παράδειγμα, η υπόθεση Ζαχόπουλου έχει κάποιο περιεχόμενο τελικά;

Αυτή η ιστορία που μοιάζει με έναν τρομερό αχταρμά, από την άλλη παρουσιάζει μια διακριτότητα άνευ προηγουμένου. Έχει αρκετά μεγάλο πολιτικό περιεχόμενο. Οφείλουμε να την καταγγείλουμε, ο καθένας όπως μπορεί. Μόνο και μόνο ότι επισκιάζει άλλα θέματα της ατζέντας, όπως το Ασφαλιστικό, σημαίνει κάτι. Αλλά και το ότι οδήγησε σε έκρηξη-κόντρα εκδοτικών συγκροτημάτων. Λειτούργησε, αυτή η ιστορία της ταλαίπωρης και του γελοίου αυτού τύπου, σαν ένα είδος μεγεθυντικού φακού για να δει κανείς αυτήν τη στιγμή κατάματα θέματα όπως: τους συμβασιούχους, τους δικηγόρους, τους μεσάζοντες, τη μίζα, την κρυφή κάμερα και πάρα πολλά άλλα.

 

— Θα έχουμε πάλι συλλαλητήρια με το Μακεδονικό;

Νομίζω με την ταφόπλακα που έβαλε ο Ιερώνυμος με τα βαρέλια δεν θα υπάρχουν μεγάλες φασαρίες. Βέβαια, υπάρχει το παραδοσιακό κατάλοιπο που είναι αυτός ο Ψωμιαδής, ο οποίος προσπαθεί να είναι συνέχεια μέσα στην επικαιρότητα. Δεν θεωρώ πως υπάρχει ζήτημα. Το μόνο σοβαρό τελευταία είναι αυτό της ανεξαρτησίας του Κοσόβου. Τι σημαίνει ανεξαρτησία; Ποιοι είναι αυτοί που τη θέλουν; Οι ονομασίες και αυτά είναι φιλολογικά θέματα και δυστυχώς οι φιλόλογοι έχουν κάνει κακό ως ένα σημείο. Οι κοινωνιολόγοι είναι ανύπαρκτοι και οι πολιτικοί επιστήμονες μπερδεμένοι.

 

— Είναι τύχη να μπορείς να επέμβεις;

Μπα, γιατί δεν γίνεται στο τέλος. Δεν θα φτάσει κανείς από μας τόσο ψηλά ώστε να πάρει έναν διευθυντή εφημερίδας και να πει ότι θα μπει αυτό. Κρίνεσαι από έναν διευθυντή ανά πάσα στιγμή. Αυτός που δεν κρίνεται από το διευθυντή είναι ο εργοδότης του. Πολλές φορές με πιάνει ένα νεανικό άγχος και παίρνω αργά το βράδυ τηλέφωνα και, «ρε συ τι έγινε; Το έβαλε το κομμάτι μου;» και άλλα τέτοια. Ως ένα βαθμό έχω το δικαίωμα να λέω ό,τι θέλω. Δεν υπάρχει ελευθερία και δεν θα υπάρξει. Αυτό είναι το μυστικό της ελευθεροτυπίας, να μην υπάρχει ελευθερία.

 

— Τα freepress είναι μια διέξοδος;

Υπάρχουν πολύ καλές πένες. Πολύ καλά φυτώρια. Αυτό που γίνεται στα free press με τις πλάγιες στήλες, τους ελεύθερους αρθογράφους, είναι πολύ σημαντικό. Τα free press πια είναι πολύ μπροστά και οι άλλοι απλά πρέπει να τα μιμηθούν. Το είχα πει στους παραδοσιακούς, «πηγαίνετε να πάρετε ανθρώπους από κει». Δεν είχαν διαβάσει τίποτα. Τους άνοιξα τα μάτια.

 

— Πού οφείλεται αυτή η πρωτοπορία;

Η Αθήνα είναι σε μια φάση προχωρημένη. Η άλλη Ελλάδα είναι νεκρή. Υπάρχει ένας ανταγωνισμός που γίνεται στα μικρά πράγματα. Είτε πρόκειται για μικρό βιβλιοπωλείο είτε για μπαρ είτε για ταβέρνα. Εξού και οι LifΟ. Υπάρχει μια κατάσταση πριμοδοτούμενη, γίνεται μια ανατροφοδότηση και αυτό το πράγμα φέρνει πολύ καλά ανταγωνιστικά επίπεδα. Εμείς εδώ πάμε να αρπάξουμε με την απόχη παιδιά μεσοαστάκια και θύματα της τηλεόρασης και των γονιών τους που δεν τα πιάνουνε πλέον τα κόμματα. Γι' αυτό υπάρχει ένας πολιτικός ρόλος στα free press, στο βαθμό βέβαια που δεν θα αναπαράγεται διαρκώς ένας φετιχισμός και μια αυταρέσκεια.

 

Το καθαρό κοινωνιολογικό επίπεδο ήταν μια καλή δεξαμενή για να γεννηθεί το ποιητικό;

Τεράστια. Δεν θα ήταν δυνατόν να γραφτεί το πιο τρυφερό, το πιο ερωτικό ποίημα αν δεν υπήρχε από πίσω ο Τόμας Μαν και το Μαγικό βουνό. Διαφοροποιούμαι από αυτήν τη γενιά των κατεστημένων σύγχρονων Ελλήνων ποιητών, οι οποίοι βάζουν λίγη ελληνικότητα στο έργο τους και μένουν εκεί. Μπήκα στο συνάφι ως κάποιος άνθρωπος που έχει διαβάσει πάρα πολύ και αυτό τους ενοχλεί.

 

— Και τώρα τι περιμένετε;

Διαβάζω τον Προυστ που γράφει στον Ξανακερδισμένο Χρόνο: «Για λιγοστές μεγάλες ιδιοφυίες μόνο υπάρχει αυτή η κίνηση της σκέψης που είναι ανεπηρέαστη από τις εξάρσεις προσωπικής λύπης».Οι λύπες μου επηρεάζουν τη γραφή μου. Δεν έχω την ιδιοφυία του Πικάσο να πω, εγκαταλείπω την μια περίοδο και τώρα ζωγραφίζω αλλιώς. Του ‘λεγε ο Ζορζ Μπρακ: «Πού το πας, Πάμπλο; Δεν μπορεί κανείς να σε παρακολουθήσει και θα βρεθείς απαγχονισμένος πίσω από κανένα τελάρο». Δεν έχω την ίδια δύναμη. Ο Μαλαρμέ την είχε, ο Μπέκετ την είχε. Αυτό πρέπει να συμβεί σε μένα. Πριν σωπάσω πρέπει να τσακίσω τις ευκολίες της φόρμας, τα κεκτημένα και να φτάσω σε μια έλλειψη όπου εκεί καταστρέφεται η λέξη.

 

— Πριν σωπάσετε όμως, νιώθω πως θέλετε να πείτε όσο περισσότερα μπορείτε.

Αυτό που κάνω είναι να τακτοποιώ ένα αρχείο και να κλείνω διαρκώς λογαριασμούς με τους άλλους και με τον εαυτό μου.