Στον τοίχο του διαμερίσματος που στεγάζει τις δραστηριότητες των αδελφών Ιωνά στη Μιλτιάδου κρέμονται ένα ψεύτικο γούνινο παλτό κι ένα μαύρο αντρικό κοστούμι που σου τραβούν την προσοχή μόλις καθίσεις στον καναπέ του «σαλονιού». Είναι ρούχα από τη δεύτερη ταινία που ετοιμάζουν οι Callas αυτό τον καιρό, μαζί με ένα σωρό άλλες καλλιτεχνικές δραστηριότητες – αυτοί οι άνθρωποι δεν ησυχάζουν ποτέ. Μου δείχνουν με χαρά το CD του αγγλικού περιοδικού «Mojo» που επιμελήθηκε ο Nick Cave και περιέχει ένα κομμάτι από το νέο άλμπουμ τους «Am I Vertical?», το «Anger». Οι ξένες κριτικές του δίσκου, που κυκλοφορεί στις 31 Μαρτίου και στην Αγγλία (στην υπόλοιπη Ευρώπη και στην Ελλάδα κυκλοφόρησε στο τέλος του φθινοπώρου), είναι διθυραμβικές. Στον «Independent» έγραψαν ότι η τελευταία εμφάνισή τους «ήταν εκπληκτική, κάτι ανάμεσα σε πανκ ροκ και στη σκηνή του Factory του Άντι Γουόρχολ». Το άλμπουμ –στο οποίο έχει κάνει την παραγωγή ο Jim Sclavunos– μπορεί να τους φέρει προσκλήσεις από φεστιβάλ του εξωτερικού, αλλά αυτή είναι μόνο μία από τις ασχολίες τους. Την επόμενη εβδομάδα βγαίνει στον Μικρόκοσμο η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία τους Lustlands, που έφτιαξαν με τη βοήθεια των φίλων τους. Οι αφίσες πάνω στο γραφείο μού θυμίζουν σκηνή από το Μυστικό του βράχου των κρεμασμένων του Γουίαρ: τέσσερις όμορφες κοπέλες με πλατύγυρα καπέλα που τις λούζει ο ήλιος. «Η ταινία έχει γυριστεί στο κτήμα που κάνουμε και τα φεστιβάλ, είναι απέναντι από την Ύδρα, στην περιοχή Θερμησία, έξω από την Ερμιόνη» λένε. «Είναι ένα κτήμα όπου έχουμε περάσει πολύ χρόνο ως πιτσιρικάδες, σε διακοπές και τα σχετικά. Είναι το πατρικό της μητέρας μας. Κάναμε αρκετές μικρού μήκους ταινίες τη δεκαετία του '90, αλλά θέλαμε πάντα να κάνουμε μια μεγάλου μήκους, το είχαμε άχτι. Είναι κάτι που μας αρέσει πολύ επειδή συμπυκνώνει όλα τα πράγματα με τα οποία ασχολούμαστε: εικαστικά, φωτογραφία, μουσική και σενάρια, που γράφουμε συνέχεια. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τη γυρίσαμε ήταν πολύ DIY. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ταινίας είναι ότι δεν δουλέψαμε με ηθοποιούς αλλά με παιδιά που είναι από τον μουσικό και εικαστικό χώρο, άτομα με τα οποία συνεργαζόμαστε έτσι κι αλλιώς. Οι τέσσερις πρωταγωνίστριες είναι η Τερψιχόρη Σαββάλα, η εικαστικός Αφροδίτη Ψαρρά, η Αννίτα Πολυχρόνη και η Αγγελική η Χατζή, ένας κόσμος που είναι στην καθημερινότητά μας και ήταν πιο εύκολο για μας να τον εντάξουμε σε αυτό που θέλαμε. Με όλους τους συντελεστές δουλεύουμε σε πολλά επίπεδα: έχουμε συνεργαστεί στο LUST, έχουμε κάνει συναυλίες μαζί. Τα γυρίσματα ήταν απίστευτα, περάσαμε καταπληκτικά. Έπεσε πάρα πολλή δουλειά και κούραση, αλλά ήταν πολύ ωραία να είμαστε μαζί τα παιδιά. Το μοντάζ το κάναμε με τον Δημήτρη Κοτσέλη και το postproduction με τη HAOSFilm που είναι και συμπαραγωγός της ταινίας. Είναι πολύ περίεργο που το ζήσαμε όλο αυτό για πρώτη φορά. Ήμασταν όλη μέρα κάτω από τον ήλιο. Με μπίρες, ιστορίες, τρέξιμο από πλάνο σε πλάνο. Στις 7 το βράδυ γυρνούσαμε στο σπίτι διαλυμένοι, αλλά μαγειρεύαμε όλοι μαζί, τρώγαμε, πίναμε, συζητούσαμε και κοιμόμασταν ελάχιστα. Και την άλλη μέρα τα ίδια. Μετά από κάποιους μήνες, που είχαμε τελειώσει πια, μας φαινόταν σαν θαύμα. Η όλη διαδικασία κράτησε περίπου ενάμιση χρόνο». 

 

Χαρακτηρίζουν την ταινία «νουάρ κάτω απ' τον ήλιο» και μιλούν για το στόρι της. «Τέσσερις άνεργες φίλες που πηγαίνουν για ένα καλοκαίρι στο εξοχικό σπίτι της Τερψιχόρης και αράζουν στην επαρχία όσο πάει. Επιστρέφουν στη φύση για να βρουν τον εαυτό τους κι εκεί συνειδητοποιούν ότι δεν είναι τόσο εύκολα τα πράγματα – τους την πέφτουν οι ντόπιοι. Έχουν αρχίσει και αυτές τις γκρίνιες μεταξύ τους, κλασικά. Γίνονται προστριβές και κάποιοι διαπληκτισμοί με αφορμή τα αγόρια της περιοχής. Ουσιαστικά, στην ταινία δεν γίνεται κάτι ιδιαίτερο – είναι μια ταινία που γίνονται πολύ λίγα πράγματα. Κάθονται μέσα στο κατακαλόκαιρο και λιάζονται, δεν συμβαίνει τίποτα και ξαφνικά το πράγμα αρχίζει να αγριεύει με τους ντόπιους. Το χιούμορ είναι καουρισμακικό, μαύρο, με πολύ σοβαρό τρόπο».

 

Η ταινία φαίνεται να μην έχει μουσική, εκτός από τα κομμάτια που ακούγονται στη διάρκεια ενός πάρτι (το "Lustlands" από τον δίσκο τους, ένα τραγούδι του Boy, ένα των Victory Collapse κι ένα των Microondas), αλλά, αν προσέξεις, στο background υπάρχει μια ηχητική μπάντα που ακούγεται ασταμάτητα σαν drone από την αρχή μέχρι το τέλος: τζιτζίκια και μια γεώτρηση – μια ελληνικού τύπου ψυχεδέλεια.

 

Κλείνοντας, μιλάμε για τη δεύτερη ταινία που έχουν ήδη ξεκινήσει να δουλεύουν. «Είναι πιο ώριμη από την πρώτη, λίγο πιο σκοτεινή, μάλλον ασπρόμαυρη, διαδραματίζεται στην Ύδρα και στο Ίδρυμα ΔΕΣΤΕ, στα σφαγεία» λένε. «Οι ταινίες μας έχουν λίγο-πολύ παρόμοιο θέμα και είναι έκπληξη για μας που βγαίνει αυτό – είναι σαν να συνεχίζεται. Αυτό μας συμβαίνει και στα τραγούδια. Κανένα δεν τελειώνει στα 2 λεπτά, απλώς τελειώνει για τη συγκεκριμένη εποχή. Και τα άλμπουμ μας πάντα τελειώνουν με την αίσθηση ότι η ιστορία συνεχίζεται. Δεν είμαστε ποτέ σίγουροι ή απόλυτοι για τα πράγματα και μας αρέσει αυτό. Όλα γίνονται ενστικτωδώς. Δεν είχαμε ποτέ καμιά μεγάλη ιδέα, ότι δηλαδή η ταινία που θα κάνουμε θα αλλάξει το σινεμά ή τον κόσμο. Ή ότι θα γίνει καμιά επανάσταση. Και με τα τραγούδια μας ισχύει το ίδιο. Μας γεμίζει πάρα πολύ η διαδικασία να δουλεύουμε με άλλους ανθρώπους. Μας εξιτάρει πάρα πολύ αυτή η καθημερινή τριβή και επαφή, μας τροφοδοτεί καλλιτεχνικά. Από τη μία είμαστε πολύ κολλημένοι σε κάποια δικά μας πράγματα, πολύ προσωπικά, και από την άλλη θέλουμε να βάλουμε το κοινό σε μια διαδικασία να σκεφτεί. Αυτό, βέβαια, μπορεί να μην είναι και τόσο εμπορικό. Και γενικότερα, δεν μας αρέσουν οι οριστικές λύσεις, είτε σε προσωπικές σχέσεις, είτε στη μουσική μας, είτε στις ταινίες. Τα αφήνουμε λίγο πιο φλου τα πράγματα».