— Αναρωτιέμαι καταρχάς πώς σου ήρθε η ιδέα γι' αυτό το βιβλίο;

Καθώς διάβαζα παλιότερα λογοτεχνικά κείμενα, συναντούσα συχνά λέξεις που δεν τις έχει κανένα από τα σύγχρονα λεξικά μας, ίσως και κανένα λεξικό γενικώς. Με γοήτευε πάντοτε αυτό το αχαρτογράφητο κοίτασμα της νέας ελληνικής, το ελαφρώς περιφρονημένο από τη λεξικογραφία. Καθώς συζητούσαμε μια μέρα με τον εκδότη μου, τον Γιάννη Νικολόπουλο, ξεπήδησε η ιδέα για τις «Λέξεις που χάνονται», όχι φυσικά για να καλύψω το κενό, αλλά για να δείξω την ύπαρξή του και με την ευκαιρία να αφηγηθώ μερικές, ελπίζω τερπνές, ιστορίες λέξεων.


— Πώς τις μάζεψες και πόσο δύσκολο ήταν να επιλέξεις αυτές τις 366, αφήνοντας εκτός κάποιες άλλες;

Μια πρώτη μαγιά ήταν οι αποδελτιώσεις που έχω κάνει σε συγγραφείς όπως ο Παπαδιαμάντης ή ο Κοτζιούλας, καθώς και η μελέτη μου για τα αντιδάνεια. Επίσης, στο ιστολόγιό μου μού αρέσει συχνά να γράφω κομμάτια για λέξεις που δεν τις έχουν τα λεξικά. Έτσι, έφτασα σε ένα σώμα περίπου 500 λέξεων που δεν τις είχαν τα σύγχρονα μεγάλα λεξικά μας, από τις οποίες στη συνέχεια διάλεξα εκείνες για τις οποίες είχα να διηγηθώ μια γουστόζικη ιστορία, μια ενδιαφέρουσα ετυμολογία, ένα χαρακτηριστικό λογοτεχνικό απόσπασμα.


— Με ποιον τρόπο θεωρείς ότι παντρεύεις, σε αυτό το βιβλίο, τη λεξικογραφία με τη λογοτεχνία; 

Ακριβώς με την εκτεταμένη παράθεση αποσπασμάτων από κείμενα μεγάλων Ελλήνων συγγραφέων, ώστε να δώσω γεύση από τα έργα τους. Πάντως, δεν περιφρονώ και τη σημερινή καθημερινή χρήση, όπως αποτυπώνεται στο Διαδίκτυο.


— Μετά την κυκλοφορία του βιβλίου, άρχισε να ξαναχρησιμοποιείται κάποια απ' αυτές τις λέξεις που απειλούνταν με εξαφάνιση; Χρησιμοποιείς κάποια εσύ, και αν ναι, ποια;

 Πολύ θα πήγαινε να το παινευτώ αυτό, αν και με την εντατική διαφήμιση που έγινε την περασμένη εβδομάδα (ακόμα και από την τηλεόραση!), που το βιβλίο μου διανεμήθηκε από το «Βήμα», διαπίστωσα ότι χιλιάδες αναζήτησαν στο ιστολόγιό μου τη μοναδική ελληνική λέξη που αρχίζει από ζν- (είναι το ζνίχι, δηλαδή ο σβέρκος), οπότε σίγουρα θα την έχουν μάθει. Εγώ χρησιμοποιώ κάμποσες από αυτές τις λέξεις, ας πούμε το ζιαφέτι, δηλαδή το γλέντι, το τσιμπούσι, ή το μαϊτζέβελος, που σημαίνει ευκολομεταχείριστος (ιδίως για εργαλεία) – αν και προσωπικά χρησιμοποιώ τον τύπο «ματζόβολος», αφού έτσι έμαθα τη λέξη από τον παππού μου.


— Υπάρχει υλικό για δεύτερο μέρος;

Υλικό υπάρχει, αλλά δεν ξέρω αν θα το επιχειρήσω, τουλάχιστον αμέσως. Πιο πιθανό θεωρώ να ασχοληθώ πρώτα με κάτι παρεμφερές: τις παροιμιακές φράσεις που αρχίζουν να ξεχνιούνται, για παράδειγμα «Είναι από την Πάρο, δεν είναι από την Τήνο». Το τι σημαίνει το αφήνω για κουίζ, θα το πούμε στο τέλος.


— Στις αναρτήσεις σου στο sarantakos.wordpress.com, και παρότι είσαι ειδήμων στον τομέα σου, σπάνια είσαι απόλυτος. Φαίνεται πως περισσότερο θέλεις να καταλάβεις τη γλώσσα και να ερμηνεύσεις ακόμα και γιατί κάποιοι τη χρησιμοποιούν «λάθος», παρά να επιβάλεις στους άλλους το σωστό. Ή, τουλάχιστον, αυτή την αίσθηση έχω. Εσύ πώς το βλέπεις;

 Μα, έτσι είναι η ίδια η γλώσσα. Επιβάλλει τις διτυπίες και τις πολυτυπίες και δεν συμπαθεί τις απόλυτες απόψεις. Κι έπειτα, το σημερινό «λάθος» είναι το αυριανό σωστό. Οπότε, μεγαλύτερη σημασία έχει να καταλάβουμε πού βασίζεται ο ένας και πού ο άλλος τύπος, παρά ποιος από τους δύο είναι «σωστός». Η προσέγγιση αυτή, βέβαια, έχει ένα μειονέκτημα, πώς όταν σε ρωτούν, ας πούμε, αν είναι σωστό το «ευχαριστώ όλους όσους με ψήφισαν» ή το «ευχαριστώ όλους όσοι με ψήφισαν», δεν μπορείς να ξεμπερδέψεις με μια μονολεκτική απάντηση, πρέπει να πεις πολλά. Κάποιοι, όμως, προτιμούν να λένε ότι το σωστό είναι το δεύτερο και ότι είναι αγράμματοι όσοι λένε το πρώτο και νομίζουν ότι καθαρίζουν.


— Έχεις παρατηρήσει στο  Ίντερνετ την αύξηση των Grammar Nazis; (Προσωπικά γελάω όταν πάνε να διορθώσουν αυστηρά κάποιον στα σχόλια και κάνουν και οι ίδιοι λάθος.) Ποια είναι η γνώμη σου για τους καβγάδες ορθογραφίας στα σχόλια (άσχετων με τη γλώσσα αναρτήσεων);

Θα έλεγα ότι τέτοιοι χωροφύλακες της γλώσσας υπήρχαν πάντα και παντού. Δεν ελλοχεύουν μόνο στο Διαδίκτυο τέτοιοι ανεκδιήγητοι τύποι. Παραθέτω από το βιβλίο Αλεξία του Σαράντου Καργάκου απόσπασμα από άρθρο γραμμένο το 1987: «Υποψήφιος πρύτανης... ανορθογραφεί ως παλαιός υποψήφιος της σχολής υπομοιράρχων». Ποιο νομίζεις πως ήταν το φοβερό ορθογραφικό ολίσθημα; Ότι έγραψε «διαχείρηση» (τύπος που υπάρχει σποραδικά και στα αρχαία) αντί «διαχείριση»!


Ασφαλώς, όμως, στο Διαδίκτυο τους δίνεται μεγαλύτερη ευκαιρία να εκδηλωθούν. Αυτό που επισήμανες, για τους αυστηρούς διορθωτές που κάνουν οι ίδιοι λάθος, είναι πράγματι πολύ συχνό φαινόμενο και το έχω ονομάσει Φαινόμενο Μπούμερανγκ. Αλλά και οι καβγάδες για θέματα «γλωσσικής ορθότητας» έχουν μεγάλη πλάκα. Έχω ένα άρθρο για την έκφραση «και πράσινα άλογα», το οποίο δέχεται συνεχώς επισκέψεις με τον εξής τρόπο: σε άσχετη συζήτηση, συνήθως σε αθλητικό ιστότοπο, κάποιος λέει π.χ. «τι αδικία και πράσινα άλογα, αφού ήταν πεναλτάρα». Του απαντάει ο άλλος «Μη δολοφονείς τη γλώσσα, το σωστό είναι "πράσσειν άλογα"». Και κάποιος τρίτος παρεμβαίνει και βάζει λινκ προς το άρθρο μου, όπου υποστηρίζω, πειστικά νομίζω, ότι έκφραση «πράσσειν άλογα» δεν υπήρξε στην αρχαία γραμματεία και ότι το πράσινο είναι το χρώμα του αδύνατου, προκειμένου για ζώα – και άλλωστε η ίδια έκφραση υπάρχει και στα ρουμάνικα.


Βέβαια, στο Διαδίκτυο είναι πολύ συνηθισμένο, και πολύ φτηνό, κάποιοι να χρησιμοποιούν τα ορθογραφικά λάθη των συνομιλητών τους, πραγματικά ή φανταστικά, για να απαξιώσουν συνολικά την αντίθετη άποψη, με την εξής διεστραμμένη εξίσωση: έκανες ένα ορθογραφικό λάθος, ΑΡΑ είσαι ανορθόγραφος, ΑΡΑ είσαι αγράμματος, ΑΡΑ όσα λες δεν έχουν καμιά αξία. Καθένα από αυτά τα ΑΡΑ είναι ένα τεράστιο λογικό άλμα (παναπεί, έχουμε άλμα τριπλούν).


— Το lifo.gr αποφάσισε πριν από κάποιο καιρό να μην εγκρίνει σχόλια που είναι γραμμένα με greeklish και να ζητά από τους σχολιαστές να τα ξαναγράφουν με ελληνικούς χαρακτήρες. Ήταν μια αμφιλεγόμενη κίνηση – κάποιοι τη θεώρησαν αυταρχική λογοκρισία, άλλοι τη θεώρησαν πολύ μαλακή και ζήτησαν να απαγορεύσουμε και τα σχόλια που είναι γραμμένα μόνο με κεφαλαία. Ποια είναι η άποψή σου;

Θα παραδεχτώ ότι με κουράζουν και τα κεφαλαία και τα greeklish, αν και παλιότερα συμμετείχα σε μια ηλεκτρονική λίστα συζητήσεων όπου θίγαμε (σπανίως) και σοβαρά θέματα, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά greeklish. Τώρα, όμως, έχω ξεσυνηθίσει. Θα δεχόμουν την απόφαση μόνο γι' αυτόν το λόγο, ότι τα greeklish δυσκολεύουν τους μη εξοικειωμένους και τα κεφαλαία κουράζουν. Στο ιστολόγιό μου δεν αποθαρρύνω τα greeklish (ωστόσο ελάχιστοι τα χρησιμοποιούν), πιο πολύ τα κεφαλαία.


— Έχεις αντιληφθεί γνωστούς σου να προσέχουν τη διατύπωσή τους όταν σου μιλούν, φοβούμενοι ότι θα χρησιμοποιήσουν λάθος λέξεις και θα τους διορθώσεις; Πρέπει να σου πω ότι ξαναδιάβασα τις ερωτήσεις (κάτι που ποτέ δεν κάνω) κάπως ψαρωμένος πριν σου τις στείλω, εξαιτίας μιας σχεδόν υποσυνείδητης ανησυχίας πως θα πω κάποια κοτσάνα και θα ξενερώσεις. 

Μερικοί μου το λένε και αυτό με ενοχλεί λιγάκι γιατί, όπως σου είπα, δεν είναι αυτή η νοοτροπία μου – μπορεί όμως κι εγώ μερικές φορές να γέρνω περισσότερο απ' όσο πρέπει προς τη λαθολογική πλευρά. Πάντως, στον προφορικό λόγο λάθη κάνουμε όλοι – ένας ήταν αλάθητος και τελεί υπό παραίτηση.


— Ποια πιστεύεις ότι είναι η μεγαλύτερη παρανόηση σε σχέση με την ελληνική γλώσσα και τη λειτουργία της;

Υπάρχουν πολλές. Μία αναφέραμε πιο πάνω, ότι ένα ορθογραφικό λάθος καταντάει να σημαίνει πως οι απόψεις που εκφράζονται δεν είναι βάσιμες. Μία άλλη μεγάλη παρανόηση αφορά το εξής: επειδή συναφείς λέξεις υπάρχουν και στα ελληνικά και στα λατινικά (και στις λατινογενείς και σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες), π.χ. νυξ, nox, nuit, notte, night, Nacht, αυτό σημαίνει τάχα πως οι λέξεις των άλλων γλωσσών είναι δάνειες από τα ελληνικά. Μία τρίτη, ότι η απλοποίηση της ορθογραφίας είναι τάχα φθορά της γλώσσας. Και άλλες θα μπορούσα να σκεφτώ, αλλά ήδη είπα πολλά.


Μένει μόνο το κουίζ που έχω αφήσει αμανάτι από μια προηγούμενη ερώτηση. Η μισοξεχασμένη φράση «Είναι από την Πάρο, δεν είναι από την Τήνο» λέγεται (ή λεγόταν) για κάποιον που συνηθίζει να παίρνει χωρίς να δίνει, ιδίως για όποιον δέχεται κεράσματα, αλλά δεν κερνάει ποτέ ο ίδιος. Ο υπαινιγμός εκμεταλλεύεται την παρήχηση (να πάρω - την Πάρο, δίνω - την Τήνο). Παρόμοια, για όποιον ζητούσε συνεχώς (δανεικά, εκδουλεύσεις κ.λπ.) από τους άλλους, λεγαν «Είναι απ' το Ζητούνι», που είναι το παλιό όνομα της Λαμίας.