Έχουμε πλέον εμπεδώσει ότι η κοινωνία μας έχει ενσωματώσει τη βία ως ένα πολιτισμικό συστατικό της. Επίσης, μάθαμε να τη δικαιολογούμε. Ο ένας κλέβει γιατί δεν έχει να φάει, ο άλλος δέρνει τον μετανάστη γιατί θεωρεί ότι τον βλάπτει, κάποιος καίει μια τράπεζα γιατί του φταίει το σύστημα, πολλοί τα σπάνε στο γήπεδο γιατί είναι «ένας χώρος εκτόνωσης». Όλα αυτά σε μια χώρα που το κεντρικό σύνθημα της νέας διακυβέρνησης είναι πως θα επικρατήσει ο «νόμος και η τάξη». Τι γίνεται, όμως, όταν οι κύριοι εκφραστές του, δηλαδή η Ελληνική Αστυνομία, θέλουν και αυτοί με τη σειρά τους να εκτονωθούν; Ο νόμος και η τάξη πάνε περίπατο και μεγεθύνεται το έλλειμμα σε δικαιοσύνη και δημοκρατία.


Η δημοσιοποίηση των φωτογραφιών των συλληφθέντων από τον Βελβεντό ξεσήκωσαν μεγάλη κουβέντα για δύο λόγους: πρώτον, για το αν υπήρξε ή όχι ξυλοδαρμός των κρατουμένων, και, δεύτερον, για τις αιτίες που οδήγησαν την Αστυνομία στο να δημοσιεύσει τις φωτογραφίες. Το ερώτημα που προέκυψε είναι γιατί δημοσίευσε αυτές και όχι άλλες ή γιατί σταθερά προτιμά να το κάνει όταν οι ύποπτοι σχετίζονται με την... τρομοκρατία. Για να δούμε τι γίνεται με την περίπτωση της δημοσιοποίησης φωτογραφιών και ονομάτων. Ζητήσαμε από την Ελληνική Αστυνομία τη φωτογραφία του λιμενικού που βασάνισε σεξουαλικά με κλομπ το 2004 έναν μετανάστη στα Χανιά. Για τη συγκεκριμένη υπόθεση στην Ελλάδα επιδικάστηκε πριν από έναν μήνα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου πρόστιμο 50.000 ευρώ και, αν μη τι άλλο, δημιουργήθηκε μια κακή εικόνα της χώρας στο εξωτερικό. Επίσης, επειδή είμαστε φιλόδοξοι, ζητήσαμε και τις φωτογραφίες και τα ονόματα των συλληφθέντων στην Κόρινθο την περασμένη εβδομάδα. Φρεσκάρουμε τη μνήμη σας με το ρεπορτάζ: «Οπλισμένοι σαν αστακοί βρέθηκαν δύο μέλη της Χρυσής Αυγής, ένας 27χρονος κι ένας 19χρονος, που συνελήφθησαν κατευθυνόμενοι προς Κόρινθο, και συγκεκριμένα στην Ιερά Οδό, τα μεσάνυχτα στις 5/2/2013 έπειτα από έλεγχο της Τροχαίας. Σύμφωνα με την Αστυνομία, στην κατοχή του 27χρονου βρέθηκαν ένα πιστόλι Zastava με τέσσερα φυσίγγια, ένα πτυσσόμενο κλομπ κι ένας σουγιάς».


Η τηλεφωνική απάντηση από το Γραφείο Τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας ήταν απλή, λιτή και απέριττη: «Δεν είναι στην αρμοδιότητά μας η δημοσιοποίηση των φωτογραφιών. Χρειάζεται εισαγγελική άδεια». Η αλήθεια είναι πως εκ πρώτης όψεως δεν έχουν άδικο. Σύμφωνα με αυτό που αποκαλούμε «τρομονόμο», όταν οι ύποπτοι σχετίζονται με τρομοκρατικές οργανώσεις, τότε ο εισαγγελέας μπορεί να δώσει άδεια για να δημοσιευτούν οι φωτογραφίες και τα στοιχεία, ώστε να ενημερωθούν οι πολίτες και να προσκομίσουν πολύτιμες πληροφορίες για τους  «εχθρούς του κράτους». Αυτό δεν είναι μια ελληνική τακτική, αλλά απαντά σε αρκετές χώρες. Σύμφωνα πάντα με ανεπιβεβαίωτες πηγές, η δημοσιοποίηση φωτογραφιών βοήθησε ώστε να βρεθεί η γιάφκα του Χαλανδρίου, που μέσω αυτής ταυτοποιήθηκαν τα αποτυπώματα του Μπουρζούκου και συνδέθηκε η ληστεία της Κοζάνης με την οργάνωση Πυρήνες της Φωτιάς. Και εδώ έρχεται άλλο ένα ηλίθιο ερώτημα: πώς ο εισαγγελέας θεώρησε ότι είναι τρομοκράτες και δημοσιοποίησε τις φωτογραφίες, χωρίς να υπάρχει κάποιο στοιχείο; Το Σάββατο το βράδυ έμαθε τι εστί photoshop όλη η ελληνική επικράτεια, η γιάφκα του Χαλανδρίου, όμως, που έδεσε την υπόθεση, βρέθηκε την Κυριακή το πρωί. Μήπως η νομοθεσία εφαρμόζεται με δύο μέτρα και δύο σταθμά; Μήπως στην Ελλάδα ζούμε ακόμα μόνο με το φάντασμα της τρομοκρατίας της ακροαριστεράς, την ώρα που στον υπόλοιπο κόσμο αλλά και στην Ελλάδα, απ' ό,τι φαίνεται, κυριαρχεί η τρομοκρατία που ως ιδεολογία της έχει τον εθνικισμό και όχι τα τσιτάτα του Μπακούνιν;


Ασφαλώς, οι τέσσερις στον Βελβεντό πρέπει να συλληφθούν και να δικαστούν. Δεν χωρά αμφιβολία. Επίσης, να σεβαστούμε και τον νόμο που θέλει να βγαίνουν πρόσωπα και ονόματα στη φόρα. Αλλά γιατί να μην ξέρουμε ποιοι είναι οι πιστολέρο της Κορίνθου; Γιατί να μη μάθουμε τίποτα παραπάνω για τους δολοφόνους των Πετραλώνων; Μπορεί κάποιος να είχε κι άλλα στοιχεία γι' αυτούς. Γιατί δεν μάθαμε ποτέ, αλήθεια, τα ονόματα όσων μπούκαραν σε δημόσιο νοσοκομείο κι έψαχναν για νόμιμες αλλοδαπές αποκλειστικές, ώστε να τις εκδιώξουν με τη βία; Για το κοινό καλό θα ήθελα να ξέρω ποιος ειδικός φρουρός διέλυε πάγκους σε πανηγύρια το καλοκαίρι. Ή, δεν θα είχε ενδιαφέρον να μάθουμε τα ονόματα των φιλάθλων που διέλυσαν δημόσια περιουσία την Κυριακή στον τελικό του Κυπέλλου Μπάσκετ; Δεν θα ήταν ιδανικό, στην εκστρατεία κατά της βίας στα γήπεδα, να διαπομπευόταν ο χουλιγκάνος με τη λεπίδα στο χέρι που εισέβαλε στον αγωνιστικό χώρο και αντί να συλληφθεί, έφαγε μια πατρική κλοτσιά από τον αξιωματικό της ΥΜΕΤ που ήταν δίπλα του; Και μετά έφυγε ανενόχλητος μαζί με όλους τους υπόλοιπους, που, παρακαλώ, είχαν μπει στο γήπεδο με ταυτότητα και άρα οι αρμόδιες Αρχές θα μπορούσαν να τους εντοπίσουν (μέχρι την Τρίτη που γραφόταν το άρθρο δεν είχε εντοπιστεί κανείς).


Αλλά γιατί να σκοτιζόμαστε με αυτά; Οι καιροί θέλουν να κερδίζουμε δημοσκοπικά όταν φέρνουμε σε αμηχανία τις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ και όχι όταν τα βάζουμε με τα ακροδεξιά στοιχεία ή με τους αγαπημένους της κερκίδας. Και έτσι, επιτρέποντας να δρουν ανενόχλητα τα αντιδημοκρατικά στοιχεία στο εσωτερικό του κράτους, θεωρούμε πως είμαστε ικανοί να οικοδομήσουμε ένα δυτικού τύπου κράτος δικαίου. Το τέρας, όμως, μεγαλώνει διαρκώς μέσα μας και κάποια στιγμή θα μας φάει.