H δεύτερη παράσταση της βερολινέζικης Σάουμπινε που θα δούμε στο Φεστιβάλ Αθηνών είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα του είδους του μουσικού θεάτρου, όπως αυτό άνθησε στη Δυτική Ευρώπη και στη Γερμανία από τη δεκαετία των ’90s κι εξής. Τότε ήταν που μουσικοί και καλλιτέχνες του θεάτρου, παράλληλα με νέα έργα που παρουσίασαν, στα οποία η μουσική και τα τραγούδια είχαν βασικό ρόλο, συνεργάστηκαν για να φέρουν το «ελιτίστικο» κλασικό ρεπερτόριο από τα λυρικά

θέατρα και τις αίθουσες συναυλιών σε μικρότερους χώρους, σε συνηθισμένα θέατρα που απευθύνονται σε σαφώς μεγαλύτερα σύνολα κοινού.

Μουσικά δράματα και όπερες διασκευάστηκαν με επιτυχία σε μικρότερη κλίμακα (για μικρή ορχήστρα) για τη θεατρική σκηνή, επιλογή που ανανέωσε ριζικά τη σοβαροφανή αισθητική των συμβατικών λυρικών παραστάσεων.

Ο Ντάβιντ Μάρτον ανήκει στους πλέον ταλαντούχους δημιουργούς του είδους. Γεννήθηκε στη Βουδαπέστη το 1975. Σπούδασε πιάνο στη Franz Liszt Academy of Music της Βουδαπέστης και στο University of the Arts του Βερολίνου, και στη συνέχεια σύνθεση και σκηνοθεσία μουσικού θεάτρου στην Academy of Music Hanns Eisler, πάλι στο Βερολίνο.

Εργάστηκε ως μουσικός δίπλα στον Φρανκ Κάστορφ, τον Άρπαντ Σίλινγκ και τον Κριστόφ Μαρτάλερ – ο τελευταίος παραμένει η βασική επιρροή κι αναφορά του, καθώς, όπως λέει, «ο Μαρτάλερ ήταν που έφερε τη μουσική και τις μουσικές φόρμες  στην καρδιά του δράματος». Από το 2003 άρχισε να παρουσιάζει τις δικές του παραστάσεις, υπερβαίνοντας τα όρια που χωρίζουν το θέατρο πρόζας από το μουσικό θέατρο. Το στίγμα του ήταν ήδη ξεκάθαρο το 2005, όταν καταπιάστηκε με το Fairy Queen (1692) του Henry Purcell. Προσθέτοντας στον τίτλο μία ακόμη φράση (Fairy Queen oder hätteichGlennGouldnichtkennengelernt, αγγλιστί TheFairy-Queen, orhadInotbecomeacquaintedwithGlennGould, afterHenryPurcell) κατέστησε σαφές ότι στην παράστασή του το έργο του Purcell συνομιλούσε με τη σαιξπηρική κωμωδία Όνειρο θερινής νυκτός, σε μια πρωτότυπη δραματική αφήγηση που φέρει τη δική του υπογραφή.

Στον Ντάβιντ Μάρτον αρέσει η συνομιλία μουσικών του Χάιντν, του Σούμπερτ, του Βέρντι και του Μπάρτοκ με free-jazz συνθέσεις και ποπ τραγούδια, με άλλα λόγια οι ρυθ- μικές και τονικές συνδέσεις διαφορετικού μουσικού υλικού στις σκηνικές διασκευές του. Στην κατεύθυνση αυτή η Λούλου που παρουσίασε το 2009 στο Schauspiel του Ανόβερο αποτελεί σύνθεση του έργου του Βέντεκιντ και του λιμπρέτου της ομότιτλης όπερας του Άλμπαν Μπεργκ, ενώ η Επιστροφή του Οδυσσέα, που έκανε πρεμιέρα στη Σάουμπινε το 2011, βασίζεται σε μοτίβα από την τρίπρακτη όπερα (1639-1640) του Κλαούντιο Μοντεβέρντι, που ερμηνεύουν μια κιθάρα, ένα βιολί και το πιάνο. Το σκηνικό κείμενο προκύπτει από σύνθεση αποσπασμάτων από την Οδύσσεια του Ομήρου, από το λιμπρέτο που συνέθεσε ο Τζιάκομο Μπαντοάρο για την όπερα του Μοντεβέρντι και από το λογοτεχνικό έργο του 62χρονου Ούγγρου συγγραφέα Πέτερ Εστερχάζι. Στην παράσταση η περιπέτεια του Οδυσσέα περιορίζεται σε ό,τι αντιμετώπισε επιστρέφοντας στην Ιθάκη. Τίποτα δεν είναι όπως το άφησε. Οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί. Νέες μάχες και σκοτωμοί περιμένουν τον ήρωα, αν θέλει να ξανακερδίσει τον έλεγχο του οίκου του.

Σε αυτή την Επιστροφή του Οδυσσέα μουσικοί, ηθοποιοί και τραγουδιστές παίζουν θέατρο, τραγουδούν, ζωγραφίζουν, σε μια ασυνήθιστη αλλά συναρπαστική σκηνική εκδοχή της επικής ιστορίας και της προκλασικής όπερας.