Αναλάβατε ένα βιβλίο επικών διαστάσεων, μ’ έναν οικουμενικό ήρωα να το στοιχειώνει…

Γιώργος Βαλαής: Παρόλο που αυτό το βιβλίο έχει δημιουργήσει έναν εμβληματικό ήρωα, παραμένει αρκετά προβληματικό. Έχει πολλές παρένθετες ιστορίες και ουσιαστικά ο ήρωας δεν καταφέρνει τίποτα σε σχέση με τα όνειρα τα οποία ακολουθεί και κυνηγάει. Άλλωστε, έχει ένα τέλος αρκετά παράξενο, το οποίο αναιρεί όλη του την πορεία. Παρ’ όλα αυτά, η ερμηνεία που του έδωσαν οι ρομαντικοί, ξαναδιαβάζοντάς το, διογκώθηκε στη συλλογική συνείδηση, και σε σχέση με άλλους ήρωες της λογοτεχνίας. Η έννοια του δονκιχωτισμού μες στο μυαλό μας είναι και αρνητική και θετική. Υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα αντίφαση μέσα σε όλο αυτό.

 

Αυτός είναι ο στόχος της παράστασης που ετοιμάζετε; Η έμφαση της αντιφατικότητας της ιδέας που έχουμε για τον Δον Κιχώτη, ίσως και η απομυθοποίησή του;

Χρήστος Πασσαλής: Ο τρόπος που τον διαχειριζόμαστε θεατρικά στοχεύει όντως στην απομυθοποίησή του, στο να αφηγηθούμε αυτήν την αντίφαση που νιώσαμε διαβάζοντας το βιβλίο.

 

Ως ήρωας δεν εμπεριέχει έτσι κι αλλιώς το γελοίο;

Χ.Π.: Είμαστε στο 2012 και για τους περισσότερους δεν είναι γελοίος. Ειδικά από τον 20ό αιώνα και μετά, που υπήρξε πηγή έμπνευσης για ανθρώπους όπως ο Τσε Γκεβάρα και ο Χίτλερ. Γελοίος υπήρξε περισσότερο στην εποχή του. Υπάρχουν δηλώσεις που τις έχουμε στην παράσταση. Δεν γελάς με τον Δον Κιχώτη, γιατί δεν είναι ένα γελοίο πρόσωπο, αλλά ένας ρομαντικός, ένας ακραίος ιδεαλιστής που θέλει να εγκαθιδρύσει το καλό στον κόσμο και να τιμωρήσει την αδικία. Αυτή είναι η εικόνα που μας έρχεται περισσότερο, παρά ενός ξεμωραμένου γέρου. Σ’ αυτό είναι που θέλουμε να επικεντρωθούμε.

Αγγελική Παπούλια: Και στην αποτυχία του να καταφέρει κάτι απ’ όλα όσα έχει σκεφτεί.

 

Αυτή δεν είναι και η αποτυχία κάθε ανθρώπου;

Α.Π.: Στην ουσία δεν καταφέρνει κανέναν από τους στόχους που έχει θέσει. Αυτό είναι το θέμα που θέλουμε να θίξουμε στην παράσταση. Ότι μέσα από αυτό το ταξίδι δεν κατάφερε ούτε ν’ αλλάξει ούτε να βελτιώσει κάτι. Ο κόσμος συνεχίζει με τους ίδιους όρους.

 

Και οι μικρές, καθημερινές νίκες;

Γ.Β.: Οι ζωές όλων βαδίζουν μ’ ένα μεγάλο ποσοστό αποτυχίας και η ταύτιση της σύγχρονης εποχής με τον Δον Κιχώτη είναι περισσότερο μια ταύτιση με τη μελαγχολία της αντίστασης ή της προσπάθειάς του και τον με τον ηρωισμό του. Αυτός ο γέρος άνθρωπος που δεν ξέρει να παλεύει και που, όπως λέει ο Θερβάντες, «ξεράθηκε το μυαλό του από το πολύ διάβασμα», όχι μόνο δεν κατάφερε ν’ αλλάξει τίποτα, αλλά και όποτε πάει να επιβάλλει το καλό κάνει γκάφες. Τρώει πάρα πολύ ξύλο, το βιβλίο είναι γεμάτο γκανγκ.

Χ.Π.: Σημειώνεται όμως μια προσωπική επιτυχία, γιατί υπάρχουν πάντα το άτομο και η κοινωνία. Σε ολόκληρη την ιστορία πάντα αυτό ήταν το θέμα. Μπορεί, λοιπόν, κοινωνικά να μην καταφέρνει τίποτα, αλλά προσωπικά καταφέρνει πολλά. Είναι ένας άνθρωπος που περπατάει σε όλη του τη ζωή, μπαίνει σε μια περιπέτεια και την τραβάει μέχρι το τέλος. Αυτό είναι η επιτυχία του.

Γ.Β.: Το να βγεις εκτός κεντρικής αφήγησης και απ’ ο,τι πιστεύει η κοινωνία και να κάνεις αυτό που έχεις στο μυαλό σου είναι το μόνο πράγμα για το οποίο μπορεί κανείς να χαίρεται και να προσπαθεί.

 

Υπάρχουν σύγχρονοι Δον Κιχώτες; Έχετε συναντήσει κάποιους στη ζωή σας;

Χ.Π.: Ως έργο τέχνης, το βιβλίο χρησιμοποιεί την υπερβολή και υπ’ αυτή την έννοια δεν μπορείς να βρεις αντιστοιχία με τον ήρωα στη ζωή. Υπάρχουν, ωστόσο, πρόσωπα που έχουμε γνωρίσει, τα οποία έχουν κοινά στοιχεία. Κατ’ εμέ, ακόμα και ο Νίκος Φλέσσας που ερμηνεύει τον Δον Κιχώτη έχει τέτοια στοιχεία. Φυσικά, όχι με την υπερβολή του βιβλίου, γιατί η λογοτεχνία είναι ένα καλλιτεχνικό μέσο. Στην πραγματική ζωή δεν μπορείς ν’ αντισταθείς τόσο. Σήμερα, μια τέτοια περίπτωση θα ήταν ιδρυματική.

Γ.Β.: Δεν πρέπει να οδηγηθούμε στη λάθος σκέψη ότι όποιος αντιστέκεται είναι και Δον Κιχώτης. Εκείνος αντιστέκεται, αλλά δεν χρησιμοποιεί τίποτε απ’ το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν οι γύρω του. Αυτοαπομονώνεται.

Α.Π.: Είναι παραισθητικός και προσπαθούμε να δείξουμε και αυτό. Ότι ίσως όλα αυτά που του συμβαίνουν να είναι στο μυαλό του.

 

Ως παραίσθηση ή ως όνειρο;

Α.Π.: Όλα όσα του συμβαίνουν είναι στο μεταίχμιο του πραγματικού και του κόσμου που βρίσκεται στο μυαλό του.

Γ.Β.: Όταν όλοι βλέπουν ένα χάνι, εκείνος βλέπει έναν πύργο. Όταν όλοι βλέπουν έναν ανεμόμυλο, εκείνος πάλι βλέπει έναν γίγαντα που απειλεί κάποιους. Εκεί έρχεται και η ιδρυματική περίπτωση που λέει ο Χρήστος. Κάθε φορά διαβάζει την πραγματικότητα μέσα από μια δική του οπτική.

Χ.Π.: Έχουν υπάρξει τέτοιοι ήρωες στην Ιστορία, αλλά πάντα ήθελαν οπαδούς. Ο Δον Κιχώτης δεν θέλει να πείσει κάποιους, να είναι δάσκαλος. Ο Ιησούς προσπάθησε ν’ αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα, αλλά ήθελε και μια ομάδα να τον υποστηρίξει.

 

Δραματουργικά πώς αντιμετωπίζετε το χαοτικό υλικό ενός βιβλίου-ογκόλιθου;

Γ.Β.: Επικεντρωθήκαμε μόνο σε κάποια στοιχεία του βιβλίου. Καταλήξαμε ότι μας ενδιέφερε η μοναξιά του ήρωα, η παραισθητικότητα που είπε και η Αγγελική. Πετάξαμε όλες τις ρομαντικές ιστορίες και δείξαμε έναν άνθρωπο που προχωράει πάντα μόνος του, μέσα σ’ ένα νατουραλιστικό περιβάλλον με φυσικούς ήχους της βροχής, της καταιγίδας, που ταυτόχρονα μιλάει και γύρω του υπάρχει ένας παραισθητικός κόσμος, ο οποίος ούτε χρεώνεται ούτε δεν χρεώνεται σ’ αυτόν. Οπότε είναι μια παράσταση για τις παραισθήσεις του και για το τι ακριβώς έχει ειπωθεί για τον Δον Κιχώτη. Δεν είναι μια πιστή απόδοση του βιβλίου…

 

Ο Σάντσο Πάντσα τον συνοδεύει;

Α.Π.: Δεν είναι δίπλα του. Δεν υπάρχει.

Χ.Π. : Υπάρχουν μαρτυρίες προσώπων που μιλάνε γι’ αυτόν σαν σε ντοκιμαντέρ. Σαν να έχει πεθάνει και να μιλάνε για τις αναμνήσεις που έχουν από αυτόν. Ο Σάντσο εμφανίζεται, αλλά υπάρχει σχεδόν η υπόνοια ότι δεν υπήρξε ποτέ.

 

Ούτε η Δουλτσινέα ;

Η Δουλτσινέα δεν υπάρχει ούτε στο βιβλίο. Ο Δον Κιχώτης αποφασίζει να ονομάσει μια κοπέλα Δουλτσινέα.

 

Ο Θερβάντες, παρ’ όλα αυτά, δεν ξεχνάει τη δύναμη του έρωτα.

Γ.Β.: Η δύναμη του έρωτα είναι από τις μεγαλύτερες στον άνθρωπο. Μια μεταμορφωτική δύναμη. Σε κάνει πιο γλυκό, πιο ευαίσθητο, αλλά υπάρχει και η ψύχωση του έρωτα. Ο Δον Κιχώτης αγαπάει ένα πρόσωπο που δεν υπάρχει. Μια καθαρή αρρώστια.

Χ.Π.: Αυτό, όμως, που εμένα με συγκινεί είναι και πάλι η προσωπική του επιτυχία. Ότι αποφασίζει τι θέλει και το ζει. Ανεξαρτήτως του ποια είναι η δική μας γνώμη, ο Δον Κιχώτης πράγματι βλέπει κάστρα, η Δουλτσινέα υπάρχει και υποφέρει γι’ αυτήν. Πρόκειται για μια ισχυρή φαντασία που διαθέτει και του επιτρέπει να ζήσει όπως θέλει. Είναι σημαντικό το ότι υπάρχουν όλα αυτά για εκείνον.

 

Μέχρι τώρα υπηρετήσατε τον ρεαλισμό. Πώς θα αντιμετωπίσετε το ονειρικό μέρος;

Χ.Π.: Έχεις πολύ δίκιο. Ψάχνουμε κάτι που δεν ξέρουμε ούτε εμείς, γι’ αυτό χαιρόμαστε πολύ.

Α.Π.: Απαιτείται να προχωρήσουμε σε μια περιοχή που δεν έχουμε ξαναπάει. Αλλά το ονειρικό δεν είναι απαραίτητα γλυκό. Ένα όνειρο έχει πάρα πολλά παράξενα και σουρεαλιστικά στοιχεία. Σαν ταινία του Ντέιβιντ Λιντς.

 

Αυτός ήταν η έμπνευσή σας;

Χ.Π.: Όχι. Έμπνευσή μας ήταν τα γλυπτά του Τζιακομέτι. Άνθρωποι που περπατούν χωρίς να συναντιούνται μόνοι τους, χωρίς δυνατότητα επικοινωνίας, μια αιώνια τάση. Επίσης, μια ισπανική ταινία του 2006, το Honor de cavalleria (Η τιμή της ιπποσύνης), του Άλμπερτ Σέρρα, που είναι ο Δον Κιχώτης, όπως θα τον διάβαζε ο Μπέκετ. Δύο άνθρωποι, χαμένοι στο δάσος, να περπατούν.

Γ.Β.: Καταλάβαμε πόση ελευθερία μπορεί να πάρει κανείς, διαβάζοντας ένα κλασικό έργο. Στην παράσταση έχει μεγάλη σημασία τι πιστεύει ο ήρωας για τον κόσμο, αλλά ήρωας είναι ο καθένας από εμάς. Στον Δον Κιχώτη το όριο μεταξύ ξεροκεφαλιάς και πείσματος είναι ιδιαίτερα τραβηγμένο προς το όριο της ξεροκεφαλιάς. Ενώ εμείς αυτό το όριο το έχουμε κάπως κρυμμένο μέσα σε μια λογική. Δεν θες να συνδιαλλαγείς με τον κόσμο κι ακολουθείς μια προσωπική ιδέα και σου συμβαίνει αυτό που είναι να σου συμβεί.

Χ.Π.: Οι άνθρωποι που θαυμάζουμε έχουν κάνει αυτό που έχει κάνει και ο Δον Κιχώτης.