Θυμάμαι έντονα τη λαχτάρα που συνόδευε το 1976 την έκδοση του Διπλού Βιβλίου του Δημήτρη Χατζή. Λογοτεχνικό γεγονός αντάξιο μιας εποχής αναβρασμού και προσδοκιών. Ήδη μπορούσες να συναντήσεις και να καλημερίσεις στους δρόμους της Αθήνας τον μεγάλο κομμουνιστή συγγραφέα της Φωτιάς και του Τέλους της μικρής μας πόλης, εξόριστο για περίπου τριάντα χρόνια στις ανατολικές χώρες. Μας φύλαγε, όμως, μια μεγάλη έκπληξη. Έτσι έγραφαν οι Αριστεροί, οι διωγμένοι, οι επαναστάτες; Τόσο μοντέρνα, ανοιχτά, ειλικρινά; Το Διπλό Βιβλίο καθάρισε στεγνά ό,τι μπορούσε να επιβιώσει στη μεταπολιτευτική Ελλάδα από σοσιαλιστικούς ρεαλισμούς. Ο Κώστας, μετανάστης στις φάμπρικες της Γερμανίας, αφηγείται την προσωπική του ιστορία, τα αδιέξοδα και τις ελπίδες του. Αφήνει, όμως, χώρο, σ’ ένα γοητευτικό φορμαλιστικό παιχνίδι, να πάρει πρωταγωνιστικό ρόλο και ο ίδιος ο συγγραφέας. Η ομάδα Pequod, με την παράστασή της στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, σε κάνει να θέλεις να ξαναδιαβάσεις τώρα αμέσως το Διπλό Βιβλίο. Τι τράβηξε αυτούς τους πέντε νέους ηθοποιούς, που παίζουν και συνσκηνοθετούν, στον Χατζή και στον κόσμο του, στην ξενιτιά και την απόγνωση ενός ολόκληρου, ηττημένου λαού;  Ένας από αυτούς, ο Δημήτρης Ξανθόπουλος, μας λύνει τις απορίες.

 

Τι σου κέντρισε το ενδιαφέρον στο βιβλίο του Χατζή;

Εγώ ήμουν ενός χρόνου όταν κυκλοφόρησε το Διπλό Βιβλίο. Αυτό το μυθιστόρημα δεν έχει γενιά. Έχει γενιά ένας ήρωας σαν τον Κώστα, που ακούει όλες τις απόψεις και δεν έχει καμιά δική του, που δεν έχει ταξική και πολιτική συνείδηση, όπως του λένε οι άλλοι μετανάστες στο καφενείο; Πολλά σημεία του βιβλίου θα ‘λεγες ότι έχουν γραφτεί σήμερα.

 

Ίσως γιατί ο Χατζής, όπως και ο Τσίρκας, αναρωτιέται, δεν κλείνει το θέμα του.

Πολύ σωστά. Αυτό είναι το συγκλονιστικό με τον Χατζή, δεν δίνει απαντήσεις. Έχουμε μάθει σε Αριστερούς σίγουρους και απόλυτους. Αλλά αυτός αμφισβητεί ακόμα και την Αριστερά, που την έζησε στο πετσί του, που αγωνίστηκε γι’ αυτήν τόσο πολύ. Το βάρος που είχαμε ήταν η αναμέτρηση μ’ ένα βιβλίο-σύμβολο για την προηγούμενη γενιά που είχε ζήσει τις ίδιες καταστάσεις.


Καταφέρατε, όμως, να κάνετε μια παράσταση χωρίς καμιά σοβαροφάνεια, αίσθηση δέους ή ιερότητας. Η ελευθερία στον τόνο και το ύφος ήταν σαν να είχατε γράψει εσείς το κείμενο.

Χαίρομαι που το λες. Ένα από τα πράγματα που προσπαθούμε με όσα έχουμε καταπιαστεί μέχρι τώρα είναι να βρούμε πώς θα γίνουν δικά μας. Όχι φέρνοντάς τα στα μέτρα μας -κάτι που πολλές φορές γίνεται- αλλά ανακαλύπτοντας πώς μιλάνε σ’ εμάς. Σεβαστήκαμε, όμως, το κείμενο - δουλεύουμε συνεχώς από τα μέσα Νοεμβρίου. Και δέος υπήρχε, πολύ μεγάλο μάλιστα. Στις δύο πρώτες παραστάσεις δεν μπορούσα ν’ αναπνεύσω από το άγχος μου, μετά χαλάρωσα λίγο. Χρόνια είχα να δεθώ με μια δουλειά τόσο πολύ.


Η περισσότερη δουλειά έγινε πάνω στην επιλογή και το μοίρασμα του κειμένου στους ηθοποιούς ή στη σκηνοθεσία; Ή μήπως έγιναν όλα μαζί;

Όλα μαζί. Επιλέξαμε να παίξουμε και να σκηνοθετήσουμε όλοι μαζί, να ‘χουμε μια συνολικότερη ευθύνη. Μέχρι κι έναν μήνα πριν από την πρεμιέρα ακουγόταν όλο το κείμενο, δηλαδή η παράσταση θα είχε άλλη μια ώρα διάρκεια. Αναγκαστήκαμε να κόψουμε κομμάτια που επαναλαμβάνονταν. Σ’ ένα βιβλίο επιτρέπεται, στο θέατρο δεν χρειάζεται.


Νιώθατε πως μπαίνατε σφήνα ανάμεσα στον διάλογο Κώστα και συγγραφέα, σαν να συμβάλλετε, κατά κάποιον τρόπο, στην ολοκλήρωση ενός βιβλίου που δεν τελείωσε ποτέ;

Τόσο καθαρά και λογικά δεν θα το έλεγα. Αλλά οτιδήποτε και να κάνεις στο θέατρο, αυτός είναι ο κύριος στόχος, είτε Σαίξπηρ ανεβάζεις είτε Ψαθά. Προσπαθείς να γίνεις κι εσύ συνδημιουργός. Αυτό δεν είναι το μαγικό του θεάτρου, πώς θα πεις μια φράση, τι νόημα θα της δώσεις; 


Το βιβλίο δεν μιλάει για εύκολα πράγματα, είναι πολύ βαρύ. Η παράσταση, αντίθετα, είναι μέσα στο φως, τη ζωντάνια και το χιούμορ.

Από τη γραφή του Χατζή ξεκίνησε κι αυτό. Σε όλα τα κεφάλαια υπάρχει ένα μοτίβο που πηγαίνει τα πρόσωπα μέχρι μια κορυφή και μετά τα αφήνει και πέφτουν. Ο τρόπος με τον οποίο ειδικά ο Κώστας αναρωτιέται για τα πράγματα είναι λίγο παιχνιδιάρικος. Καταφέρνει να μιλήσει για θεμελιώδη ζητήματα μ’ έναν ξώφαλτσο τρόπο. Και αυτό είναι πολύ αληθινό. Έτσι γίνεται και στη ζωή: οι άνθρωποι, για παράδειγμα, στις κηδείες θυμούνται τον μακαρίτη και γελάνε. Νομίζω ότι μια «ελαφράδα» σε βοηθά ν’ αντέχεις. Τόσο βαριά πράγματα έχουν ανάγκη και από ένα κλείσιμο του ματιού. Γιατί, όντως, είναι πολύ βαρύ το βιβλίο. Αλλά και τόσο αναγνωρίσιμο. Τα πουλιά, ας πούμε, της Αναστασίας μπορεί να είναι τα χαμένα όνειρα του καθενός μας, η λάθος απόφαση που πήραμε και καθόρισε τα πάντα.


Νιώσατε την ανάγκη να μιλήσετε με οικείους του Χατζή ή με ανθρώπους που έζησαν ανάλογες εμπειρίες με τον Κώστα;

Κάναμε μια αρκετά μεγάλη έρευνα, μας μίλησε και η γυναίκα του Χατζή κάνα δυο φορές, διαβάσαμε και πολύ. Όχι τόσο θεωρητικά κείμενα πάνω στο βιβλίο -δεν πιστεύω ότι θα μας βοηθούσαν- όσο πάνω στην εποχή, κυρίως, ή στον Εμφύλιο. Γιατί ενώ είναι η πολύ πρόσφατη ιστορία μας, δεν την ξέρουμε. Έχουμε μια ευκολία στο να πούμε οι «καλοί» από ’δω, οι «κακοί» από ’κει. Ο Χατζής μας έκανε να καταλάβουμε ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα. Αναρωτιέται ο ίδιος στο Ρέκβιεμ για έναν ράφτη: «Ο απόηχος της μεγάλης τρικυμίας έφτανε και στη φυλακή του, σωστά τα κάνανε, δεν τα κάνανε σωστά, έχει φταίξιμο δικό τους μέσα;».


Τόσο επίκαιρη φράση… Έχουμε κι εκλογές σε λίγες μέρες.

Με το βιβλίο αυτό -αν πραγματικά σκύψεις πάνω του και το διαβάσεις με προσοχή- καταλαβαίνεις γιατί είμαστε σήμερα αυτοί που είμαστε.

Το γεγονός ότι δεν είχε ο καθένας τον ρόλο του ήταν πιο εύκολο ή πιο δύσκολο;

Υπάρχουν στιγμές που λειτουργεί και είναι υπέροχο, τότε που έχουμε και οι πέντε μια κοινή ανάσα. Η παράσταση είναι «όλη όλων». Αυτή ήταν η μόνη σκηνοθετική ιδέα που είχαμε από την αρχή: ότι δεν είναι η ιστορία του Κώστα, είναι η ιστορία μιας ολόκληρης γενιάς κι έτσι πρέπει να τη δούμε. Κάπου λέει και ο Χατζής για τους αντιστασιακούς: «Κανενός δεν ήταν το έργο κανενός, ολονών τους ήταν το έργο ολονών». Είναι, πάντως, τρομαχτικά δύσκολο, υπάρχουν φορές που κάποιος ηθοποιός μπορεί να μην είναι τόσο συγκεντρωμένος, δηλαδή αυτή η σκηνοθετική επιλογή μπορεί να χαθεί από μικροπράγματα. Δύσκολη παράσταση, αλλά όσο κατακτιέται, γίνεται πολύ απελευθερωτική.


Δεν σας ενοχλεί που σύντομα θα κατεβεί μετά από τόσο κόπο κι επένδυση ψυχής;

Έχουμε μια υποχρέωση απέναντι στη Στέγη να μην την επαναλάβουμε για έξι μήνες μετά την παρουσίασή της. Αργότερα θα δούμε τι αντοχές θα έχουμε. Θα πάμε, πάντως, στο Théâtre de la Ville, στο Παρίσι, μαζί με τις ομάδες Κανιγκούντα και Blitz, σε ένα πρόγραμμα ανταλλαγών που κανόνισε η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Μεγάλη χαρά!

 

Δεν είναι εντυπωσιακή η στήριξη της Στέγης στις νέες ομάδες;

Μας δίνει την ευκαιρία να δείξουμε τη δουλειά μας σ’ έναν αξιοπρεπή χώρο. Μας φιλοξένησαν μέχρι και στις πρόβες, που τις κάναμε σε κάτι υπόγεια με τέσσερα μπουφάν. Είναι πολύ αξιόλογη η προσπάθεια της Στέγης και αυτό το κατάλαβε κι ο κόσμος, που τρέχει στις παραστάσεις της.