22 Νοεμβρίου 2004: Στις πρώτες σελίδες του περιοδικού «New York», εκεί ακριβώς όπου αναγράφονται όλοι οι συντελεστές της έκδοσης, το όνομα στη θέση του διευθυντή αυτή την εβδομάδα έχει αλλάξει: «Εditor-in-Chief: Adam Moss». Ύστερα από μια περίοδο μηνών με στρατηγικές κινήσεις εσωτερικού φρεσκαρίσματος, δοκιμών νέων στηλών, προσθήκης νέων θεματικών τομέων (The Strategist και The Culture Pages) και αξιολόγησης πληθώρας δημιουργικών ιδεών που μαζεύτηκαν ως ανανεωτικές προτάσεις απ’ όλη την ομάδα του περιοδικού και συνοψίστηκαν σε μια μακροσκελή λίστα στα χέρια του Adam προς εκτίμηση κι εφαρμογή, το νέο «New York» κρεμιέται στα newsstands και πηγαίνει στα σπίτια των συνδρομητών του, έχοντας επιτύχει καθολικό re-launch, με την υπογραφή του νέου διευθυντή του, Adam Moss. Από εκείνο το τεύχος ξεκινάει η ξέφρενη ανοδική πορεία μιας έκδοσης περιοδικού (και της digital βερσιόν του) που έχει σαρώσει τα εθνικά βραβεία στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ μιμείται κι αντιγράφεται από δεκάδες περιοδικά στον πλανήτη.

Δυο χρόνια αργότερα, το 2006, ο Adam θα επιμείνει στην ίδια (πετυχημένη) μεθοδολογία. Ό,τι έκανε στο περιοδικό το εφαρμόζει και στο ίντερνετ. Επιβλέπει τη διάρκειας σχεδόν ενός χρόνου ανανέωση-αναδιοργάνωση-ανακατασκευή του site του «New York» (nymag.com), το οποίο μεταμορφώνεται από «συνοδευτική» πλατφόρμα του περιοδικού σ’ ένα επανασχεδιασμένο, αυτόνομο brand, στο οποίο φιγουράρουν 5 διαφορετικά δίκτυα συνεχούς ενημέρωσης (γενικά νέα, entertainment, food, sports και fashion) και τα οποία συγκεντρώνουν μια online λαοθάλασσα: 10 εκατομμύρια μοναδικούς επισκέπτες κάθε μήνα και πάνω από 86 εκατομμύρια page views. Καθόλου τυχαία και τα δυο απανωτά βραβεία «General Excellence for Digital» που ακολούθησαν το 2009 και το 2010 για το nymag.com.   

Πίσω στη δεκαετία του ’90, πολύ πριν απ’ το «New York», o Adam Moss επιμελείται την έκδοση του εβδομαδιαίου περιοδικού «New York Times Magazine» της πανίσχυρης εφημερίδας «New York Times», ενώ συγχρόνως ανακατεύεται στα πόδια των «εφημεριδάδων», δίνοντας μια -ως τότε πρωτόγνωρη- «περιοδικίστικη» χροιά, γραφή, αντίληψη και κοσμοθεωρία σε συγκεκριμένους τομείς της εφημερίδας, εκμεταλλευόμενος τον παράλληλο ρόλο του ως managing editor θεμάτων γενικού ενδιαφέροντος κι έχοντας υπό την επίβλεψή του τα επιδραστικά sections Culture και Style της εφημερίδας, καθώς και το Book Review, αψεγάδιαστο section-manual των Αμερικανών βιβλιοφάγων στην εφημερίδα.

Ο γνωστός συγγραφέας Μichael Wolff, δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος media στηλών (μεταξύ άλλων, του «New York» στα ‘90s και του «Vanity Fair» τώρα), γνωστός για το καυστικό του γράψιμο αλλά και την ικανότητά του να συνδυάζει στις media κριτικές του την επιχειρηματική διορατικότητα, το χιούμορ, την εριστικότητα και την κοινωνιολογική ανάλυση των δεδομένων της μιντιακής βιομηχανίας, έγραψε κάποια στιγμή το 1999, σκιαγραφώντας το προφίλ του Adam Moss και προσπαθώντας να επιδοκιμάσει το πετυχημένο «μπόλιασμα» του ανατρεπτικά περιοδικίστικου know-how, ευαισθησίας και αισθητικής του Moss, στο μέχρι τότε σκληροπυρηνικό εφημεριδίστικο μενταλιτέ των «New York Times»: «Ο Adam Moss είναι ο γκουρού αυτής της αλλαγής. Μια αντι-“New York Times” φιγούρα στην καρδιά των “New York Times”. Ένας τύπος των περιοδικών μέσα σε μια εφημερίδα, σαν κάποιον που δηλώνει άφοβα και ανοιχτά γκέι σε μια υπερκαταπιεσμένη ατμόσφαιρα, σαν έναν ήρεμο και πράο άνθρωπος ανάμεσα σ’ ένα μάτσο φωνακλάδες και τραμπούκους». Ο Adam Moss είναι εκείνος που, προσέχοντας τις εσωτερικές ισορροπίες και ανάγκες στο προσωπικό των «Times», μετατόπισε το βάρος στη συντακτική ομάδα, από τους απλούς «γραφιάδες» των «Times» στους nonfiction δημοσιογράφους με πείρα και δεξιοτεχνία στην αφηγηματική δημοσιογραφία των αμερικανικών περιοδικών. Η ευφυής κίνησή του σαφώς και είχε αντίκρισμα. Το Μάρτιο 2001, το «Ad Age», το έγκυρο αμερικανικό περιοδικό που αναλύει στατιστικά, data και απευθύνεται στη marketing & media κοινότητα, ανακήρυξε τον Adam Moss «Editor of the Year». Ως διευθυντής του «New York Times Magazine» είχε καταφέρει να κάνει το προϊόν που έφερε τη σφραγίδα του ένα απ’ τα σημαντικότερα αναγνώσματα του χώρου των περιοδικών.

Καθόλου άσχημα για ένα παιδί που το 1979, αποφοιτώντας απ’ το Oberlin College με B.A. degree, πήγε στους «New York Times» ως «copyboy» (κάτι σαν κλητήρας) κι επέστρεψε το 1992 ως σύμβουλος έκδοσης, το 1993 ανέβηκε στην ιεραρχία ως διευθυντής σύνταξης και εν συνεχεία χρίστηκε διευθυντής του «New York Times Magazine». Στα 6 χρόνια της θητείας του το περιοδικό μέτρησε μαζεμένες διακρίσεις σε κατηγορίες στις οποίες ελάχιστα περιοδικά στην ιστορία τους καταφέρνουν έστω και να είναι υποψήφια: βραβεία δημοσιογραφίας, φωτογραφίας και design, ενώ δυο φορές και υπό την επίβλεψή του ήταν υποψήφιο για βραβείο Πούλιτζερ.

Η γνώση συνήθως έρχεται με την τριβή και οι επιτυχίες με αλλεπάλληλες προσπάθειες, άλλοτε αντιμετωπίζοντας την τύχη σου κι ενίοτε την ατυχία σου. Προφανώς, ήταν περισσότερο από ουσιαστική για τη μετέπειτα πορεία του στα αμερικανικά εκδοτικά δρώμενα η εμπειρία που αποκόμισε το 1988 ως ιδρυτής του εβδομαδιαίου νεοϋορκέζικου περιοδικού «7 Days», pop-culture θεματολογίας (διάρκειας σχεδόν 2 χρόνων -λόγω της εκδοτικής ύφεσης του 1990- και παρότι παρέλαβε το βραβείο National Magazine την ίδια χρονιά). Πέρασμα που άφησε το στίγμα του από τις τάξεις του περιοδικού «Rolling Stone» αλλά και λαμπρή θητεία σε κομβικά πόστα του περιοδικού «Esquire», κυρίως ως managing editor και αρχισυντάκτης, επιβεβαιώνουν το «άγγιγμα του Μίδα» που έχει ο Adam Moss σε ό, τι έχει σχέση με το «περιεχόμενο» μιας έκδοσης. Συγκεκριμένα, πάνω στη μεθοδολογία με την οποία ανέθετε κάποια στιγμή δημοσιογραφικές έρευνες σχετικά με τη φαινομενική παντοκρατορία του αμερικανικού entertainment, έχει ειπωθεί για τον ίδιο: «Ο Adam Moss έχει αποτελέσει μια απ’ τις πιο σημαντικές επιρροές σε ό,τι σήμερα αποκαλούμε “αυτονόητο περιεχόμενο ενός mainstream μέσου”, δίνοντας έμφαση όχι μόνο στους ίδιους τους επωνύμους αλλά και στα economics των βιομηχανιών που παρασύρονται απ’ το celebrity-system».   

Σήμερα, ο Adam Moss, κρατώντας το τιμόνι του «New York magazine», έχει καταφέρει να το βγάλει απ’ τα «σύνορα» στα οποία το εγκλωβίζει η περιοριστική του επωνυμία πόλης και να το μετατρέψει σ’ ένα παγκόσμιο magazine megabrand, το οποίο στριμώχνει στις σελίδες του με αριστοτεχνική μαεστρία το lifestyle, την πολιτική, την κουλτούρα, την επιχειρηματικότητα, το στυλ, τα σπορ, την κοινωνιολογική ανάλυση και την ισχυρή άποψη, έχοντας ως κοινό παρονομαστή copyright-στοιχεία της «New York Μagazine» συνταγής: την αισθητική μαεστρία (το design του ενδείκνυται για διδακτέα ύλη σε μελλοντικούς graphic designers) και την αφηγηματική δημοσιογραφία. Ανεκτίμητη γραφή κι εξεζητημένη εικόνα έχουν φέρει στο «New York» του Adam Moss 17 Νational Magazine Awards στα τελευταία 6 χρόνια, τα περισσότερα από κάθε άλλη αμερικανική έκδοση, καθώς και επιβράβευση στον ίδιο, ανακηρύσσοντάς τον Editor of the Year το 2007.  

 

Πώς είναι να είσαι ο διευθυντής ενός απ’ τα πιο καινοτόμα, επιδραστικά κι επιτυχημένα περιοδικά στον πλανήτη; Το βαρύ φορτίο σάς ανησυχεί; Σας κάνει είστε μονίμως σ’ επιφυλακή;

Καταρχάς, κολακεύομαι. Δεν συμφωνώ ακριβώς με την περιγραφή αυτή, αλλά είναι πολύ καλή! Ο βασικός τρόπος με τον οποίο δουλεύω είναι ν’ ανησυχώ όλη την ώρα. Αυτό με περιγράφει ως άνθρωπο και ως διευθυντή. Δεν περνάει ποτέ μια μέρα στο γραφείο που να μην κάνω τίποτα και να πω στον εαυτό μου όλα πάνε τέλεια. Συνήθως, είμαι σε κατάσταση πανικού για κάποιον λόγο.

 

Είναι πρωί. Μόλις μπήκατε στο γραφείο. Πρώτες κινήσεις-πρωινές συνήθειες: τι διαβάζετε, ποια μπλογκ και sites επισκέπτεστε; Μουσική στο background ή όχι; Τσάι ή καφές στο ξεκίνημα της ημέρας;

Η αλήθεια είναι ότι δεν ακούω μουσική το πρωί. Η μέρα μου, δε, ξεκινάει απ’ το προηγούμενο βράδυ. Διαβάζω στο iPad το μεγαλύτερο μέρος των «New York Times». Το πρωί που θα ξυπνήσω θα διαβάσω το κανονικό φύλλο της εφημερίδας. Κατόπιν, τις υπόλοιπες εφημερίδες της Νέα Υόρκης. Θα μπω στα sites της «Wall Street Journal» και της «Washington Post», θα ρίξω μια γρήγορη ματιά στο site μας, το nymag.com, θα τσεκάρω κάποια πολιτικά sites και όσο προχωράει η μέρα μπαίνω ξανά και ξανά στο site μας, ενώ, αν μου περισσεύουν πέντε λεπτά, θα μπω και θα χαζέψω όσο περισσότερα μπορώ απ’ τα εκατομμύρια websites που μου αρέσουν. Όσο για το ρόφημα, είμαι τύπος του καφέ. Πίνω καφέ πολλές φορές την ημέρα. Τουλάχιστον τέσσερις.

 

Έχετε 6 λέξεις στη διάθεσή σας για να περιγράψετε το «New York» ως brand, την κεντρική του ιδέα. Χρησιμοποιείστε τες με σύνεση!

Το «New York» είναι έξυπνο. Είναι αστείο. Όμορφο. Προκλητικό. Έγκυρο. Και συνάμα ανόητο (goofy)! Η ιδέα του περιοδικού είναι αυτό ακριβώς, ένας συγκερασμός αντιθέσεων που προσπαθούν συνέχεια να λειτουργήσουν μεταξύ τους.

 

Λένε ότι όσο ανεβαίνεις στην ιεραρχία, πολλές φορές έχεις απώλειες. Εσείς τι έχετε χάσει που σας λείπει απ’ τις εποχές που δεν ήσασταν διευθυντής σε περιοδικό;

Μου λείπει που τότε δεν ανησυχούσα για θέματα management. Όταν είσαι στην κορυφή της πυραμίδας ενός περιοδικού, πολλές πτυχές της δουλειάς σου είναι και business, που αφορούν budgets και προσωπικό και δεν έχουν καμιά δημιουργικότητα, αυτό είναι το «dirty job». Δυστυχώς, αυτά συνεπάγονται οι υψηλές θέσεις και αυτή είναι η δουλειά του διευθυντή: μπορεί να παίρνεις πολλές δημιουργικές αποφάσεις, αλλά έχεις πολλές έγνοιες. Αυτό είναι το τίμημα. Οφείλεις, ας πούμε, να έχεις τον νου σου στο προσωπικό σου και να είσαι βέβαιος πως είναι ικανοποιημένο.  

 

Προσωπική ζωή, ελεύθερος χρόνος;

Όχι όσο θα ήθελα! Αλλά ναι, είμαι ευτυχισμένος στην προσωπική μου ζωή, δεν παραπονιέμαι.

 

Φεύγοντας απ’ το γραφείο, κατεβάζετε ρολά; Το κινητό κλείνει, μπαίνει στο αθόρυβο ή συνεχίζουν και σας ενοχλούν απ’ τη δουλειά;

Δεν το κλείνω ποτέ. Άλλωστε, δεν μ’ ενοχλούν πολύ στο τηλέφωνο, μου στέλνουν, όμως, συνέχεια e-mails. Σε μερικά πρέπει να απαντώ αμέσως, άλλα μπορούν να περιμένουν μέχρι την επόμενη μέρα. Αλλά το κεφάλι σου είναι γεμάτο με πληροφορίες όλη την ώρα. Οπότε…

 

Τόσα περιοδικά περνάνε κάθε μήνα μπροστά απ’ τα μάτια σας. Ανταγωνιστικά και μη. Υπάρχουν κάποια που θαυμάζετε;

Βέβαια. Θαυμάζω το «New Yorker», το «GQ», το «Esquire», την online έκδοση κυρίως του «Atlantic», όπως και πολλά design περιοδικά.

 

Ένα περιοδικό σαν το «New York» μπορεί ν’ αντλήσει έμπνευση και ιδέες από γυναικεία περιοδικά;

Φυσικά. Και το κάνουμε συνέχεια. Μία από τις βασικές αρχές του re-launched «New York» το 2004 ήταν να φέρουμε σ’ ένα πιο ευρύ κοινό όλους τους προβληματισμούς που πραγματεύονταν τα γυναικεία περιοδικά. Και ήταν κάτι που κάναμε πολύ έντονα στην αρχή, συνοδεύοντάς το με την προσωπική-βιωματική δημοσιογραφία των γυναικείων περιοδικών.   

 

Το nymag.com φιλοξενεί ένα απ’ τα πληρέστερα fashion μπλογκ που υπάρχουν στο ίντερνετ, το «Cut». Έχω την εντύπωση ότι οι μηχανές αναζήτησης σάς βγάζουν πρώτους στα fashion αποτελέσματα;

Όταν πρωτοβγήκε το «Cut», όντως συνέβαινε αυτό. Όμως, όχι πια. Όταν ξεκινήσαμε το site, ήμασταν οι μόνοι που παρουσιάζαμε μόδα κι επιδείξεις μόδας εντατικά. Σ’ εκείνο το σημείο πράγματι ήμασταν στην υψηλότερη θέση των μηχανών αναζήτησης. Τώρα, καθένας απ’ τους οίκους μόδας δουλεύει μόνος τους κι ανεβάζει στο site του τις πασαρέλες του, κάτι στο οποίο δραστηριοποιούνται επιθετικά και η «Vogue» και οι «New York Times» και το Style.com και πολλοί ακόμα οι οποίοι ασχολούνται online με τη μόδα.

 

Διευθύνετε ένα εβδομαδιαίο περιοδικό. Υπάρχουν στιγμές που ζηλεύετε τα μηνιαία για την άνεση που έχουν στην παραγωγή τους;

Τους ζηλεύω, αλλά δεν θ’ άλλαζα με τίποτα τη δουλειά μου. Ζηλεύω τον χρόνο που έχουν στη διάθεσή τους για να ολοκληρώσουν το έργο τους, όπως και αυτόν που τους μένει ελεύθερος για την προσωπική τους ζωή. Αλλά, αν λειτουργούσα έτσι, θα έχανα την έντονη αίσθηση που δίνει στη δουλειά μου η επιτάχυνση των ρυθμών ενός εβδομαδιαίου περιοδικού. Στο άλλο άκρο, το ίντερνετ, το θέμα της ταχύτητας πια υπάρχει σε υπερβολικό βαθμό.

 

Το «New York» επεκτείνεται συνεχώς ως brand. Τι άλλο πρόκειται να δούμε σύντομα;

Αυτήν τη στιγμή δουλεύουμε πάνω σε μία ταμπλέτα που δεν έχετε ξαναδεί, αλλά για την ώρα δεν μπορώ να πω κάτι περισσότερο. Θα τη δείτε στις αρχές του 2012. Παράλληλα, μέσα στο site ετοιμάζουμε ένα νέο δίκτυο αφιερωμένο στην πολιτική, στη λογική των άλλων δικτύων ενημέρωσης, «Vulture» (διασκέδαση), «Grub Street» (φαγητό), «The Sports Section» (σπορ) και «The Cut» (μόδα). Κάποια από αυτά τα δίκτυα είναι πλέον διαθέσιμα με το δικό τους url. Για παράδειγμα, αν θες να πας στο «Vulture», πληκτρολογείς κατευθείαν vulture.com. Σύντομα όλα μας τα δίκτυα/ειδικές ενότητες θα έχουν άμεση πρόσβαση απευθείας σε .com

 

Και τα στατιστικά unique visitors, page views, μετράνε στο συγκεντρωτικό νούμερο του nymag.com;

Για την ώρα όλα προσμετριούνται στο nymag.com. Πάντως, η ερώτησή σου γι’ αυτήν τη λεπτομέρεια είναι πολύ εύστοχη και δείχνει βαθύ γνώστη (γελάει)! Οι περισσότεροι στον χώρο δεν καταλαβαίνουν ακόμα για ποιον λόγο είναι σημαντικό αυτό. Για την ώρα, όλο το traffic μας μετράει στο nymag.com, αλλά αυτό σύντομα θ’ αλλάξει και θα γίνεται μέτρηση στατιστικών ξεχωριστά για το καθένα. 


Το βρίσκετε καλή ιδέα; Συνήθως τα sites θέλουν να δείχνουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερα συγκεντρωτικά νούμερα, στη διαφημιστική αγορά για παράδειγμα.

Αυτήν τη στιγμή το traffic του «Grub Street» (φαγητό) μετράει στο ίδιο το «Grub Street». Και αυτό συμβαίνει για συγκεκριμένους. Το ίδιο θα γίνει σύντομα και για ένα ακόμα δίκτυό μας. Θέλουμε να τα εξελίξουμε ανεξάρτητα απ’ το site του περιοδικού. Θα υπάρχει πρόσβαση στο περιεχόμενό του μέσα από το nymag.com, αλλά θα μπορεί να το επισκεφτεί και απευθείας οποιοσδήποτε δεν γνωρίζει ή δεν ενδιαφέρεται για το site του περιοδικού.


Πιστεύετε ότι το ίντερνετ ή η ταμπλέτα οδηγούν το έντυπο σε εξαφάνιση;

Όχι. Στη δική μας περίπτωση το web βοήθησε στην ανάπτυξη του εντύπου. Ισχύει το ότι τα websites των περιοδικών πουλάνε όλο και περισσότερες συνδρομές τευχών. Οι χρήστες έρχονται στο site, τους αρέσει αυτό που βλέπουν, διαβάζουν και εν συνεχεία δείχνουν ενδιαφέρον και για την έντυπη εκδοχή του. Κάποιοι, όχι όλοι. Είναι όμως πολύ ενδιαφέρον, στη δική μας περίπτωση, όλο αυτό, αν σκεφτείς ότι μπορούν να έχουν όλο το περιοδικό χωρίς χρέωση στο site, παρ’ όλα αυτά είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν για ν’ αγοράσουν τη βερσιόν που θα κρατήσουν στο χέρι τους. Όσο για τη διαφήμιση σε διάφορα περιοδικά, πολλοί διαφημιστές αποφασίζουν να εμφανιστεί στο site τους κι όχι στην print εκδοχή τους. Κι αυτό δεν είναι καλό γι’ αυτά τα περιοδικά. Εμείς, πάλι, στο «New York» δεν έχουμε αυτό το πρόβλημα.  

 

Το να «καλομαθαίνει» ένας διευθυντής περιοδικού τους συντάκτες του είναι σωστή τακτική management;

Ναι, απόλυτα! Είναι ταλαντούχοι άνθρωποι και τους αξίζει να τους συμπεριφέρομαι με τον καλύτερο τρόπο.

 

Ποιο είναι το αγαπημένο σας απ’ τα καθιερωμένα ετήσια concept τεύχη του «New York»;

Αναμφισβήτητα αυτό με τους λόγους που αγαπάμε τη Νέα Υόρκη (Reasons to love New York right now).


Ανατρέχοντας στην καριέρα σας, τι θ’ αλλάζατε;

Τίποτε απολύτως. Έχουν γίνει κάποια λάθη, έχουν υπάρξει κάποιες ημέρες στη ζωή μου που θα ήθελα να έχω αντιδράσει αλλιώς, άλλα γενικά τα πράγματα έχουν πάει πολύ καλά.


Το «New York Μagazine» είναι μία βίβλος για τα περιοδικά παγκοσμίως αλλά και για τα ελληνικά. Εμπνέονται θεματολογικά κι αισθητικά απ’ το περιοδικό σας κι ενίοτε αντιγράφουν. Πώς νιώθετε γι’ αυτό;

Κολακευμένος. Λατρεύω το γεγονός ότι κλέβουν από εμάς. Το έχω δει πολλές φορές να συμβαίνει σε περιοδικά και στον Καναδά και στην Αγγλία. Έχω δει το «Lookbook» μας (στυλιστικό snapshots σε λευκό φόντο) σε διαφορετικές εκδοχές, όπως και το «Approval Matrix» μας (αξιολόγηση επικαιρότητας) παντού.


Τι φοβάστε;

Τα πάντα. Φοβάμαι συνέχεια (γελάει), όχι όμως όσον αφορά θέματα καριέρας. Ανησυχώ, όμως, για πρακτικά θέματα: αν θα πάρουμε το εξώφυλλο που θέλουμε, ποια θέματα θα «πουλήσουν» καλύτερα, αν κάποιος απ’ το προσωπικό έχει παράπονο, αν η οικονομία θα παρουσιάσει αύριο μεγαλύτερη κάμψη.