Πώς αποφασίσατε να κάνετε θεατρική παράσταση τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή το «Μαμά - Η ζωή είναι αγρίως απίθανη» της Μαργαρίτα Καραπάνου; 

Παρθενόπη Μπουζούρη: Ήταν μια σκέψη που προϋπήρχε, όταν η Μαργαρίτα ήταν ακόμα ζωντανή. Εγώ το Μαμά το πρωτοπήρα στην Ύδρα, το καλοκαίρι του 2003, χειρόγραφο, όχι ολόκληρο, τα πρώτα κομμάτια του. Ήταν το αγκάθι της ψυχής της αυτό. Με αφορούσε και πολύ προσωπικά. Είμαι κι εγώ μια κόρη που έχει χάσει μητέρα. Είχαμε μιλήσει τότε με τη Μαργαρίτα, για να το ανεβάσουμε, αλλά η προσπάθεια συνεχώς αναβαλλόταν. Μέχρι που πέθανε η Μαργαρίτα το 2006 κι αποφασίσαμε να μην το ανεβάσουμε εν θερμώ. Τώρα νομίζω πως ήρθε η σωστή στιγμή.

Άντζελα Μπρούσκου: Για μένα αυτό το έργο έχει να κάνει με τη δική μου σχέση με τον χρόνο. Η μητέρα μας μάς αντιμετωπίζει πάντα ως παιδιά, πάντα μας συρρικνώνει, κατά κάποιον τρόπο. Και με την καλή έννοια και με την κακή. Με μια φράση, σε ξαναπηγαίνει εκεί, στην παιδική ηλικία, σε κάνει ανήλικο πάλι. Και ευάλωτο. Πολλές φορές αυτός ο ομφάλιος λώρος φτάνει μέχρι τον θάνατο, δεν άλλαζει. Σαν ο χρόνος να σταματάει στη σχέση αυτή. Σ’ αυτήν τη φάση της ζωής μου, καθώς μεγαλώνω κι εγώ, νιώθω πως ερχόμαι πιο κοντά σ’ επαφή με τη θνητότητά μου. Από κει αρχίζει αυτό το υπαρξιακό ταξίδι, αυτή η περιπέτεια. Έτσι βλέπω τη συγκεκριμένη παράσταση, αυτό το έργο. Ως μια περιπέτεια.


Τι θα είναι αυτή παράσταση; Βιογραφική αναπαράσταση της ζωής της Καραπάνου ή κάτι άλλο;

Π.Μπ.: Εγώ, αυτό που είχα αντιληφθεί όταν διάβαζα το μυθιστόρημα και καταλαβαίνω τώρα, που προσπαθούμε να το κάνουμε θεατρική πράξη, είναι η τεράστια οικονομία που έχει αυτό το πράγμα, η οικονομία με την οποία γράφει η Μαργαρίτα αυτό το κείμενο κι η απίστευτη ταχύτητα. Είναι η ταχύτητα της ψυχής αυτής της γυναίκας, που βρίσκεται σε απίστευτη εγρήγορση πνευματικά κι εκφράζεται με μεγάλη ακρίβεια και λιτότητα. Σκηνικά είναι δύσκολο ν’ αποδοθεί. Σε βγάζει έξω απ’ οποιαδήποτε ευκολία είχες μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Α.Μπρ.: Δεν πρόκειται για μια ρεαλιστική παράσταση που θ’ αφορά μόνο τη Μαργαρίτα. Θέλουμε να δείξουμε πως πολλές φορές μπορεί εμείς να είμαστε πιο μεγάλοι απ’ τους γονείς μας και πως μπορεί οι γονείς μας να είναι σαν παιδιά. Είναι ένα παιχνίδι εξουσίας που παίζεται ανάμεσα στα δύο μέρη. Κάποια στιγμή, τα παιδιά γίνονται πιο δυνατά, παίρνουν τη θέση των γονιών και τους τιμωρούν γι’ αυτά που έχουν υποστεί μικρά. Επί της ουσίας, είναι σαν ένας φαύλος κύκλος που ποτέ δεν τελειώνει. Ούτε καν με τον θάνατο. Είναι μια παράσταση όπου το ένα πράγμα παίρνει συνεχώς τη θέση του άλλου, ανάλογα με την ανάγκη και τη συνθήκη. Ουσιαστικά, είναι ένα έργο συγκρούσεων και μέσα απ’ τις συγκρούσεις φαίνεται ανάγλυφη η σύγκρουση της συγγραφέως με τον εαυτό της και με τη μητέρα της. Συνέχεια το ένα πρόσωπο καθρεφτίζεται μέσα στο άλλο. Αυτό είναι η παράσταση.

Π.Μπ.: Νομίζω πως ο αξόνας του έργου, όπως το έγραψε η Μαργαρίτα, είναι η αγάπη, η αναζήτηση της αγάπης, η παρουσία της αγάπης, η απουσία της αγάπης και η ελλειψή της.Η αγάπη, το μόνο πράγμα που μπορεί να συνδέσει τα δύο αυτά πρόσωπα του έργου. 


Α. Μπρ.: Να τονίσουμε εδώ πως το έργο είναι μυθοπλασία, τα πρόσωπα είναι φανταστικά. Εμείς στην παράσταση ασχολούμαστε με το υλικό που μας έχει δώσει ως συγγραφέας η Καραπάνου. Η Μαργαρίτα είναι η αφορμή. Στο έργο μιλάω για τη δική μου ζωή, για τη δική σου ζωή, για τη ζωή όλων μας. 


Πώς προέκυψε η συνεργασία με τη Μonika στη μουσική της παράστασης; 

Α.Μπρ.: Μ’ ενδιέφερε να δω πώς θα προσέγγιζε το έργο μια νέα κοπέλα, με όλη την αισθητική και τα ακούσματα του σήμερα. Αν θα μπορούσε να το δει με μια διάθεση όχι βαριά με την έννοια του έργου, αλλά να έρθει από έναν άλλο δρόμο κι αυτό το πράγμα να γίνει ένα ποπ τραγούδι.


Π.Μπ.: Το ποπ δεν είναι κάτι ελαφρύ, αλλά κάτι ανάλαφρο. Αυτό το ανάλαφρο το έχει και η Μαργαρίτα, έχει μια παιδικότητα, έναν λυρισμό και μια εξωστρέφεια.

Α.Μπρ.: Μ’ ενδιέφερε να υπάρχει μελωδία σ’ αυτό το έργο κι όχι ambient ατμόσφαιρα. Είχα ακούσει τη μουσική της Μonika και θεώρησα πως ταίριαζε το ηχητικό της σύμπαν σε αυτό που ετοιμάζουμε. Ήθελα να υπάρχει στο έργο ένας μουσικός θύλακας αισιοδοξίας.

Π.Μπ.: Το έργο έχει εφηβική και παιδική διάσταση στον πυρήνα του. Ο τρόπος με τον οποίο ερωτευόμαστε όταν είμαστε έφηβοι είναι μοναδικός. Φέρει μελωδία και χρώμα. Η μουσική της Μonika το έχει αυτό.

Α.Μπρ.: Μου αρέσει ν’ ανοίγω το ραδιόφωνο και ν’ ακούω τη Μonika. Και εγώ, όταν ήμουνα μικρή, στις στιγμές που ερωτευόμουν ή στενοχωριόμουν ή είχα οποιοδήποτε άλλο έντονο συναίσθημα, δεν έβαζα ν’ ακούσω Μπετόβεν. Έβαζα, συνήθως, ποπ, μελωδική μουσική. Θυμάμαι, άκουγα τα τραγούδια 100 φορές, συνεχόμενα. (γέλια)  

                            

Πώς βιώνετε ως καλλιτέχνες όλο αυτό που περνάμε αυτήν τη περίοδο;

Α.Μπρ.: Οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη ν’ αφηγηθούμε και να μετασχηματίσουμε την πραγματικότητα που ζούμε. Μπορούμε να πούμε επειδή έχουμε κρίση και δεν έχουμε λεφτά πως ο ήλιος δεν λάμπει; Πως η μέρα δεν είναι όμορφη; Πως δεν μπορώ ν’ απολαύσω τη θάλασσα; Πως δεν μπορώ να περπατήσω, να μυρίσω ένα λουλούδι; Πως δεν μπορώ να πώ ένα τραγούδι; Με τον τρόπο που μετασχηματίζει η τέχνη, μας βοηθάει να έρθουμε πάλι σ’ επαφή με την ουσία. Είναι ζήτημα ανάγκης.

Π.Μπ.: Για μένα, αυτό που θα επαναδιαπραγματευθεί κανείς μέσα σε συνθήκες κρίσης είναι κατά πόσο τού είναι αναγκαίο τ’ οτιδήποτε. Και νομίζω πως αυτό είναι καλό. Βέβαια, η φτώχια είναι η χειρότερη μορφή βίας που υπάρχει. Δεν είμαι πολύ αισιόδοξη.

Α.Μπρ.: Τουλάχιστον, θα τελειώσουν κάποια πράγματα που μας μολύνουν και μας ευτελίζουν. Έτσι θέλω να πιστεύω - δεν είμαι καθόλου σίγουρη τώρα που το είπα.