Η ομάδα Pequod δημιουργήθηκε πριν από μόλις δύο χρόνια απ’ τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Δημήτρη Ξανθόπουλο, την ηθοποιό Αγγελική Παπαθεμελή και τον συγγραφέα και ηθοποιό Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη. Η νεανική ομάδα που έκανε το ντεμπούτο της με τον Γλάρο, επιχείρησε μια διαφορετική ανάγνωση του κειμένου κι αποκάλυψε τη δύναμη του λόγου του Τσέχωφ σε μια παράσταση απίστευτα λιτή, χωρίς σκηνικά και κοστούμια, αποσπώντας πολύ καλές κριτικές και θερμά σχόλια. Η λιτότητα και η απλότητα, όμως, φαίνεται πως είναι τα χαρακτηριστικά και της νέας τους δουλειάς με τίτλο «Υπόθεση Εργασίας», η οποία παρουσιάζεται στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.

 

«Στο θέατρο λέμε ότι τα μεγάλα θέματα είναι ο έρωτας και ο θάνατος. Κάποια στιγμή, όμως, καθίσαμε και σκεφτήκαμε ότι μια τέτοια δύναμη είναι και η εργασία, η οποία έχει πολύ ισχυρό αντίκτυπο στους ανθρώπους. Σήμερα, μάλιστα, ίσως πιο ισχυρό από ποτέ. Αυτό που προσπαθήσαμε να κάνουμε είναι να διερευνήσουμε γιατί δουλεύουμε, γιατί αγαπάμε τη δουλειά μας ή γιατί τη μισούμε, γιατί καταλαμβάνει τόσο μεγάλο κομμάτι της ζωής μας, ενώ υποτίθεται ότι είναι απλώς αυτό που μας εξασφαλίζει τα προς το ζην. Φαίνεται ότι τελικά τα πράγματα δεν είναι και τόσο απλά», λέει ο συνιδρυτής της ομάδας και σκηνοθέτης Δημήτρης Ξανθόπουλος, που συνεχίζει, εξηγώντας ότι «το έργο αυτό δημιουργήθηκε στις πρόβες. Τα κείμενα προέρχονται από υλικό που συγκεντρώθηκε με τη συμβολή όλων των ανθρώπων που συμμετέχουν στην παράσταση. Υπάρχουν αποσπάσματα συγγραφικών έργων και μυθιστορηματικοί ήρωες, δημοσιεύματα από συνεντεύξεις ανθρώπων, προσωπικές εμπειρίες αλλά και εμπειρίες φίλων και αγνώστων, άρθρα επιστημόνων και φιλοσόφων, σκέψεις και προβληματισμοί».

 

Το θέμα της εργασίας (κυρίως της εύρεσής της) είναι πολύ επίκαιρο σήμερα. Ωστόσο, η Αγγελική Παπαθεμελή τονίζει: «Παρότι έχουμε απόλυτη επίγνωση της χρονικής συγκυρίας κατά την οποία θα παιχτεί η παράσταση, δεν καταλήξαμε στο θέμα της εργασίας επειδή η οικονομία βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο. Το επιλέξαμε γιατί είναι διαχρονικό κι αγγίζει όλους μας, ανεξαιρέτως». Η παράσταση δεν επιχειρεί ν’ απαντήσει σε ερωτήματα αλλά να μιλήσει για την αντίληψη που έχει διαμορφωθεί γύρω από την εργασία μέσα στους αιώνες.

 

«Δουλεύοντας την παράσταση, καταλάβαμε ότι δεν ήταν πάντα ίδια η σχέση που έχουμε με τη δουλειά. Κάποτε, ήταν η φύση της ζωής των ανθρώπων τέτοια που η δουλειά τους ήταν η ζωή τους και τούμπαλιν. Δεν υπήρχε ένα θεσπισμένο ωράριο. Ο άνθρωπος ήταν ο κύριος της δουλειάς του. Μετά, οι άνθρωποι ξεκίνησαν να δουλεύουν για κάποιον άλλον, να ορίζεται ο τόπος και χρόνος για κάποιον άλλο. Παλιά, ο χρόνος δεν ήταν κάτι μετρήσιμο για την εργασία. Κάποια στιγμή καθιερώθηκε ότι θα δουλεύουμε συγκεκριμένες ώρες κι αυτό ανάγκασε τους ανθρώπους να είναι συγκεκριμένες ώρες σε συγκεκριμένους χώρους και τους απομάκρυνε απ’ τα σπίτια τους, τα χωριά τους, κι έφερε μια μεγάλη αλλαγή στην αντίληψη περί εργασίας. Επίσης, παλιότερα οι άνθρωποι συμμετείχαν σε διάφορες εργασίες ταυτόχρονα, ώσπου ήρθε η εξειδίκευση και άλλαξε το τοπίο».

 

Ο Δημήτρης Ξανθόπουλος συμφωνεί με τη συνεργάτιδά του στο ότι «η διαφοροποίηση του προσωπικού χρόνου απ’ τον εργασιακό προκαλεί μια μεγάλη ρήξη στον άνθρωπο. Είναι μια μικρή σχιζοφρένεια. Το ότι πρέπει να πηγαίνεις στη δουλειά σου, να έχεις ένα προσωπείο και ν’ ανταποκρίνεσαι σε απαιτήσεις δημιουργεί στους ανθρώπους μια εξαιρετική πίεση. Ζούμε σε μια κοινωνία που είναι χτισμένη γύρω από αυτό. Αν δεν είσαι ενεργό και παραγωγικό κομμάτι της κοινωνίας, δεν μπορείς να υπάρχεις. Δεν μπορείς να καταναλώσεις και άρα δεν μπορείς να υπάρχεις. Η εργασία σου ορίζει τα πάντα, π.χ. πόσος χρόνος σού αναλογεί για να ξεκουραστείς και πότε. Υπάρχει ένας ρυθμός που πρέπει να ακολουθηθεί και ο εσωτερικός ρυθμός του καθενός μας, και πολλές φορές συγκρούονται». Ταυτόχρονα, ο Ξανθόπουλος εκφράζει και μια βαθιά ανησυχία: «Η κοινωνία μέσα στην οποία ζούσαμε όλα αυτά τα χρόνια μάς πλάσαρε πολύ την ιδέα της κατανάλωσης, και τώρα που μας τη στερεί δεν έχει να μας αντιπροτείνει κάτι. Εκεί δημιουργείται ένα τεράστιο θέμα. Αν δεν υπάρχει το κίνητρο της κατανάλωσης, τότε τι; Μάθαμε να ζούμε μ’ έναν τρόπο κι αυτός ο τρόπος καταρρέει». Όπως λέει ο Άντι Γουόρχολ, η δυσκολότερη δουλειά είναι απλώς να ζεις.