Ταξιδεύω πάντα μόνος μου γιατί το ταξίδι το ίδιο είναι μοναξιά. Όσες φορές πήγα ταξίδι με φίλους βίωσα κάτι πολύ διαφορετικό και αποφάσισα να μην το ξανακάνω. Είναι ένα μοναχικό σπορ, τελεία και παύλα.

Το ταξίδι διαστέλλει τον χρόνο και θα σου εξηγήσω αμέσως τι εννοώ: το σκέφτεσαι πολύ καιρό πριν το πραγματοποιήσεις, μετά, όταν το κάνεις, προσπαθείς να κρατήσει όσο περισσότερες μέρες ή μήνες γίνεται και μετά μένει μαζί σου ως ανάμνηση για πάντα. Αυτός είναι ένας ωραίος τρόπος για ζεις.

Πάντα ακολουθώ τα σημάδια και πάντα ξεκινώ με θετική προδιάθεση και συγκρατημένες προσδοκίες: ότι θα δω πράγματα και θα περάσω καλά. Και αυτό λειτουργεί κάπως. Όταν έχεις τα μάτια σου ανοιχτά, όλα πάνε καλά.

Με το που φτάνω κάπου πάω κατευθείαν στο ξενοδοχείο για να αφήσω τα πράγματά μου και έπειτα ξαμολιέμαι. Παίρνω τους δρόμους. Δεν μπορώ να συγκρατηθώ. Είναι αυτό που λατρεύω περισσότερο.

Δεν διαβάζω ταξιδιωτικούς οδηγούς. Συνήθως, απλά, καταλήγω να ζητώ πληροφορίες από κόσμο που συναντώ στον δρόμο. Εναλλακτικά, απλώς ακολουθώ αγνώστους. Το έκανα αυτό πρώτη φορά που βρέθηκα στο Άμστερνταμ και κατέληξα στο καλύτερο κλαμπ.

Η γκέι φάση είναι ένα πολύ καλό διαβατήριο όταν ταξιδεύεις μόνος. Υπάρχει αυτή η αμεσότητα του συγκεκριμένου κώδικα επικοινωνίας που σου δίνει ένα αβαντάζ και αυτό είναι το συναρπαστικό: να μοιράζεσαι τα ίδια πράγματα σε διαφορετικά μήκη και πλάτη του κόσμου.

Το Τόκυο ήταν μια αποκάλυψη για μένα. Σε όποιον αρέσουν οι μεγάλες πόλεις πρέπει να πάει οπωσδήποτε μια φορά εκεί. Κυριολεκτικά χάνεσαι, εκμηδενίζεσαι, κυρίως αν σκεφτείς ότι ζουν τριάντα δύο εκατομμύρια σε αυτή την πόλη. Την πρώτη φορά που κατέβηκα στο μετρό, θυμάμαι αυτή την αίσθηση που είχα όταν με έπαιρνε το ρεύμα. Δεν έχεις άλλη επιλογή από το να χαθείς μέσα σε αυτή την ανθρώπινη μάζα. Οι δρόμοι εκεί δεν έχουν ούτε αριθμούς, ούτε καν όνομα. Για έναν Δυτικό είναι τόσο δύσκολο να καταλάβει ή να ερμηνεύσει όλους αυτούς τους διαφορετικούς κώδικες που υπάρχουν εκεί. Αυτό όμως, τελικά, λειτουργεί απελευθερωτικά και έτσι βρίσκεσαι σε μια λυτρωτική αφασία!

Εκεί ήταν που είχα πετύχει κάτι γκέι μαγαζιά με μονάχα τέσσερις θέσεις. Ήταν φτιαγμένα δηλαδή για να έχουν μέσα τέσσερις πελάτες! Τα μεγαλύτερα γκέι μαγαζιά δεν χωρούσαν πάνω από 30 άτομα. Θα σου πω πώς λειτουργεί η όλη φάση. Είναι ένας «προξενητής» και η δουλειά του είναι να σε ταιριάξει με κάποιον από τους πελάτες. Αν είσαι Δυτικός, δεν έχεις και πολλές ελπίδες. Όχι ότι θα σου απαγορεύσει την είσοδο, αλλά με τον τρόπο του θα σου δείξει ότι πρέπει να πηγαίνεις.

Σπάνια κρατάω κάποιο σουβενίρ από τα ταξίδια μου. Συνήθως, κρατάω επαφή με έναν καινούργιο φίλο, ένα γκομενάκι ή ένα από τα δύο.

Στη Χαβάη είναι όλα πανάκριβα, αλλά γίνεται το εξής: σε πείθει ότι είναι ο παράδεισος. Η βλάστηση, τα κύματα που σκάνε πλάγια. Όλα είναι διαφορετικά εκεί.

Η Νέα Ζηλανδία ήταν σαν μια Ελβετία στον Ειρηνικό. Είναι τόσο απομονωμένη και οι κάτοικοι τόσο λίγοι σε σχέση με την έκταση. Τελικά, δεν μπορείς να αποφύγεις το συναίσθημα ότι είσαι στην άκρη του κόσμου, στην απομόνωση.

Στο Τάλιν, συνήθως, ζητάω από τους φίλους μου να πηγαίνουμε, ανεξαρτήτως καιρού, στο ελικοδρόμιο - είναι στη άκρη ενός τερατώδους συγκροτήματος σοβιετικής αρχιτεκτονικής κοντά στο λιμάνι. Βλέπεις πίσω από την πόλη τα μεσαιωνικά κτίρια και από μπροστά τον φινλανδικό κόλπο.

Από τη Μόσχα θυμάμαι ένα εργατικό προάστιο. Στον δεκαφεύγα όροφο του Tower Βlock. Παραμονή Χριστουγέννων, με μια κατά βάση αλκοολική οικογένεια. Απίστευτη φτώχια, το φαγητό ελάχιστο αλλά η βότκα άφθονη. Προσπαθούσαν να περάσουν ωραία.

Στα ταξίδια μαθαίνεις τους άλλους και όχι τόσο τον εαυτό σου. Κατά τα άλλα, οι άνθρωποι είναι παντού, παντού όμως, ίδιοι. Το άλλο που έμαθα είναι να μη φοβάμαι.

Θέλω να πάω στο Μπουένος Άιρες, στην πόλη που όλοι μιλάνε σε όλους και φτωχοί και πλούσιοι έχουν τον ψυχαναλυτή τους. Για φαντάσου! Επίσης, υπάρχει ένα νησάκι στη μέση της λίμνης Βαϊκάλης, πρέπει να ξεστρατίσεις από τον Υπερσιβηρικό, βέβαια, αλλά όσοι έχουν πάει λένε ότι αξίζει.

 

Γράμμα από την Μπανγκόκ

Σαν να χάνομαι σ' αυτόν το σκοτεινό, φιδίσιο δρόμο. Δεν έχω τίποτα πάνω μου, παρά μόνο τον χάρτη της πόλης και ένα ματσάκι χαρτονομίσματα. Από δίπλα μου περνάνε αυτοκίνητα, ταξί και τουκ-τουκ (τα τρίκυκλα με τα ζωηρά χρώματα, το σαλόνι και το κάλυπτρο πάντα ασορταμάν). Συνεχίζω, παλαντζάροντας ανάμεσα στη δίψα για εξερεύνηση και την αβεβαιότητα που μου δίνει μια γειτονιά πιθανόν γλυκιά, αλλά προς το παρόν ξένη. Ξαφνικά, βρίσκω τον προσανατολισμό μου. Κινούμαι πλέον παράλληλα προς τη δανέζικη πρεσβεία. Από την αυλή ακούγονται δυσοίωνα κοάσματα χιλιάδων βατράχων.

Η σάουνα Μπάμπιλον διαφημίζεται ως μια από τις «δέκα καλύτερες του κόσμου». Είναι τεράστια. Ντίσκο, πισίνα, όροφοι, ημιώροφοι, σκάλες, γυμναστήρια, δωμάτια, παραδωμάτια... Η περιήγησή μου τελειώνει σχετικά γρήγορα. Η όλη χλιδή με κουράζει. Έτσι κι αλλιώς, το κόλπο σ' αυτήν τη χώρα δεν είναι να απολαύσεις το σέρβις, ούτε την πολυτέλεια με την οποία σου προσφέρεται. Το κόλπο είναι η ανταπόδοση στο χαμόγελο των ανθρώπων, η παράδοση του βουδιστικού ζην. Οι γεύσεις των θαλασσινών. Οι ήσυχες παραλίες της ανατολικής ακτής. Το ζέσταμα των συνεσταλμένων αισθήσεων... Ενώ στεγνώνω τα μαλλιά (κι εγκαταλείπω τις σκέψεις μου), γνωρίζω τον Φαμπρίς. Πολύ σύντομα επιβεβαιώνει τη θεωρία μου για τους Βέλγους: οι πιο χύμα Ευρωπαίοι. Από την Μπάμπιλον τα soi του Σίλομ δεν είναι μακριά. Το ταξί όμως αργεί. Όλα κινούνται γρήγορα, εκτός από τη ροή της κυκλοφορίας. Ο Φαμπρίς γεμίζει την ώρα με ιστορίες από την πόλη. Έρχεται κάθε δύο μήνες, πότε για δουλειά, πότε έτσι. Του αρέσουν πολύ τα τάι αγόρια. Μόνο για φίλοι, διευκρινίζει (δεν τον πιστεύω).

Το soi δύο και το soi τέσσερα έχουνε κίνηση, πολύς κόσμος κάθεται έξω στα πεζοδρόμια. Μέσα, και κυρίως στα πάνω πατάρια, όλα έχουνε μία τιμή. Ένα μικροκαμωμένο αγόρι μάς φέρνει μπίρες. Στη συνέχεια μας ρωτάει αν θέλουμε κάτι άλλο. Κολλάω, χαμογελάω σαν ηλίθιος, ενώ με κατακλύζουν (πάλι) διάφορες σκέψεις (δωδεκάχρονη σάρκα, πρωτεύουσα του σεξοτουρισμού, δυτική ντέκα, φλες ντιλίβερι στο δωμάτιο του ξενοδοχείου αμέσως μόλις φτάνεις).

«Για ό,τι παραπάνω χρειαστείς, πέρνα από πάνω», με διακόπτει με επαγγελματικό ζήλο και τσαχπινιά μαζί.

Ακολουθώ τον Φαμπρίς, ξέρει καλύτερα. Θα πάμε στο κλαμπ, μου λέει και προσπαθεί να μου μεταδώσει τον ενθουσιασμό του. Στο dj station, απορροφώ την ενέργεια μιας πόλης μεγάλης. Κάθε ειδών κλίκες. Τάι, Δυτικοί, και τα δύο μαζί. Στη δική μας παρέα ένα μαυράκι από το Λος Άντζελες, ένας Ινδός που μένει στην Γκάνα, κάτι Γάλλοι, ένα ζευγάρι Ιταλών (οι εναλλασσόμενοι κάτοικοι του πλανητικού μου χωριού). Τα τάι αγόρια πλησιάζουν διακριτικά, το αναγνωριστικό τους σήμα είναι μία τσιμπιά στα πλευρά. Αν ανταποκριθείς -μια ματιά, ένα χαμόγελο ή μια χειρονομία- σε κοιτάνε επίμονα και απ' τα μάτια τους ξεχειλίζει ζωντοβολίστικη ενέργεια. Χουφτώνουν με κάποιον δόλο μα χωρίς καθόλου ενοχές. Ούτε στο βλέμμα, ούτε στις κινήσεις.

Το κλαμπ κλείνει στις δύο. Κατεβαίνουμε τον στενό διάδρομο προς τον κεντρικό δρόμο του Σίλομ. Στο πάτωμα γριούλες πουλάνε κολιεδάκια από λευκά άνθη. Τα φοράμε στον λαιμό, στα χέρια και στα αυτιά. Ένα παιχνίδι για να γίνουν τα τελευταία ζευγαρώματα, ενώ η δυνατή βροχή ξεπλένει τις πρωινές επιθυμίες (είναι Παρασκευή, 8 Σεπτεμβρίου και είναι η εποχή των μουσώνων). Τα φώτα στον δρόμο είναι κι αυτά δυνατά, αλλά οι περισσότεροι πάγκοι έχουν ήδη μαζευτεί. Μένουν μόνο κάνα δυο που σερβίρουν ακόμα φαγητό. Στέκομαι ασυναίσθητα μες στη βροχή για να σβήσει η κάψα στο σώμα μου (που δεν έσβησε πριν, στην έρημη σάουνα). Συνεχίζουμε σ' ένα απερίγραπτο άφτερ, το οποίο είναι στον τρίτο όροφο μιας πολυκατοικίας. Η νύχτα τράβηξε πολύ, το μόνο που θέλω είναι να φύγω. Να φύγω, ναι, αλλά να μη φύγω μόνος μου. Σε κοιτάω εξονυχιστικά. Μετά σε ρωτάω αδιάφορα που είναι ο Φαμπρίς. Ο Φαμπρίς θύμωσε, μου λες, γιατί είμαστε μαζί. Μα δεν του υποσχέθηκα τίποτα, σου κάνω. Τι να εξηγείς όμως... είμαστε πολύ κοντά. «You are cute», σου λέω και θέλω να ακουστεί καθαρά «so are you» και ακούγεσαι και συ καθαρά. Φεύγουμε σχεδόν αμέσως.

Το αεροδρόμιο είναι γεμάτο από περίπτερα για μασάζ. Την πέφτω σ' ένα για αρκετή ώρα. Πίνω ένα χυμό ντράγκον. Είμαι έτοιμος για το ταξίδι. Όπως περιφέρομαι άσκοπα στους διαδρόμους, θυμάμαι σαν πέρυσι τέτοιoν καιρό το περιστατικό στις αφίξεις... Από τη μια μεριά έρχεται ένας ώριμος άντρας, με μαλλιά γκρίζα. Η κοιλιά του πεταγόταν έξω από το υπόλοιπο σώμα και το πουκάμισό του έδειχνε κολλημένο τσίτα. Απέναντί του τον περιμένει ένας νεαρός. Είναι ομορφούλης, περιποιημένος, με τρέντι ρούχα και ηλικία που, όπως με τους περισσότερους τάι, δεν μπορώ να προσδιορίσω. Διασχίζουν τον κόσμο και ανάμεσα στα τόσα σμιξίματα που δεν πρόσεχα, αγκαλιάζονται κι αυτοί κι αναφωνούν δυο-τρεις λέξεις αγάπης. Εκείνη τη στιγμή, όμορφα όσο κι αναπάντεχα, στα πρόσωπά τους, στον κάπως κουρασμένο εναγκαλισμό, είδα να ανθίζουν αναγεννημένες επιθυμίες. Δεν ξέρω αν ήταν οργασμικά ή συμβιβασμένα, δεν με ένοιαζαν οι όποιες διαφορές τους. Μια πίστη μόνο, όπως έβλεπα τον έναν στην αγκαλιά του άλλου, πως σημασία (τελικά) έχει μοναχά να ανθίζουν.