«Το ποδόσφαιρο στα '60s ήταν μία από τις δύο μεγάλες αποδράσεις. Η άλλη ήταν ο κινηματογράφος. Δεν μετέδιδε τους αγώνες η τηλεόραση (ξεκίνησε μαγνητοσκοπημένα τα δεύτερα ημίχρονα το '69-70) και τη φαντασία για τους "υπεράνθρωπους των μαζών" την είχαν εξάψει τα πρωτοσέλιδα και τα χαρτάκια με τις φωτογραφίες. Όποιος ήθελε να απολαύσει τα αστέρια της δεκαετίας έπρεπε να πάει στο γήπεδο ή να ακούσει τις ραδιοφωνικές μεταδόσεις των αγώνων. Η δεκαετία του εξήντα μπορεί να χαρακτηριστεί ως αυτή των ανεκπλήρωτων νεανικών ονείρων. Στην Ελλάδα τα τέσσερα μεγαλύτερα ταλέντα που έχουν περάσει ποτέ από το ελληνικό ποδόσφαιρο, Δομάζος, Σιδέρης, Παπαϊωάννου και Κούδας, έπαιξαν στην ίδια εθνική ομάδα και έχασαν το 1969 την πρόκριση στη Ρουμανία για το Μουντιάλ. Όπως και οι χίπηδες ποτέ δεν ανέλαβαν την πολιτική εξουσία, έτσι και αυτοί δεν έκαναν το μεγαλύτερο όνειρο τους πραγματικότητα. Παρ' όλα αυτά οι αστέρες είχαν τεράστια επίδραση στο κοινό. Τόση που στο γάμο του Μίμη Δομάζου με τη Βίκυ Μοσχολιού είχε έξω από τη Μητρόπολη Αθηνών 100.000 κόσμο. Ένα ζευγάρι σε πλήρη αποθέωση. Ήταν άλλωστε της μόδας οι ποδοσφαιριστές να έχουν σύντροφο μια γνωστή ηθοποιό. Η Μάρθα Καραγιάννη είχε σύντροφο τον σέντερ μπακ του Ολυμπιακού, τον Μίμη Στεφανάκο. Επίσης μεγάλη συμμετοχή στα κοσμικά της εποχής είχε ο Γιώργος Κούδας με την τραγουδίστρια Μαρία Μπόνου (το καλλιτεχνικό της ήταν Μαρί Μπονέ).

Δεν υπάρχει η καλύτερη ομάδα της δεκαετίας. Στην πρώτη πενταετία πήρε τα πρωταθλήματα ο Παναθηναϊκός, μετά ήρθε ο Μπούκοβι στον Ολυμπιακό και έφτιαξε μια τρομερή ομάδα και τέλος ο Μίμης Παπαϊωάννου και η ΆΕΚ έπαιζε καλή μπάλα και κατέκτησε τίτλους. Ο Δομάζος ήταν ο παίκτης της δεκαετίας με διαφορά στήθους από τον Παπαϊωάννου. Είχε μεγάλο πείσμα και δεν ήθελε να χάνει. Μάτωνε για τη φανέλα. Κοιμόταν από τις επτά το απόγευμα γιατί ήθελε να είναι ποδοσφαιριστής και τίποτα άλλο

Είναι η τελευταία ρομαντική δεκαετία με καλούς παίκτες και εκπαιδευμένο κοινό. Τότε μπήκαν προβολείς και χορτάρι στα γήπεδα. Οι φίλαθλοι ήταν κουστουμαρισμένοι, τρομερά καλοντυμένοι και ανάμεικτοι στις κερκίδες. Η βία απουσίαζε από την κερκίδα αλλά έπεφτε περισσότερο ξύλο στον αγωνιστικό χώρο. Ήταν αδιανόητο, όμως, να δούμε αίμα και νεκρούς, όπως τώρα. Θυμάμαι ένα σύνθημα που έλεγε «Φούσκωσε η θάλασσα και βγήκαν δύο μπαλόνια κι οι γιοι του Ολυμπιακού είχαν τρύπια παντελόνια» και το "αλήτες, αλήτες" ακουγόταν σε κάθε στιγμή έντασης.

Το μπάσκετ το μόνο που γνώρισε ήταν η κατάκτηση του Κυπέλλου Κυπελλούχων το 1968 από την ΑΕΚ των Τρόντζου και Αμερικάνου. Αξίζει να σημειωθεί πως ο φωτορεπόρτερ Ανδρέας Καλογερόπουλος είναι στο βιβλίο Γκίνες γιατί κατόρθωσε να τραβήξει τη φωτογραφία με τον πιο πολύ κόσμο σε αγώνα μπάσκετ, 85.000 άνθρωποι. Δεν έβλεπαν, πάντως, μπάσκετ τότε. Στη Θεσσαλονίκη κάποιος, κατά τη διάρκεια ενός αγώνα, φώναξε "offside"».