Φοβάμαι τα αυτοκίνητα. Κάθε φορά που μπαίνω σε ένα αυτοκίνητο για να διανύσω μεγάλη απόσταση (ως συνοδηγός εννοείται) με πιάνει ταχυκαρδία, ιδρώνουν τα χέρια μου και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ σε τίποτα άλλο παρά μόνο στο δρόμο, στη διαγράμμιση των εθνικών οδών, κάπως όπως οι τίτλοι αρχής της Χαμένης Λεωφόρου. Την πρώτη φορά που πάτησα το πόδι μου στην Κύπρο, ο (Έλληνας) οδηγός του αυτοκινήτου έπεσε μετά από πέντε λεπτά μέσα σε ένα, ρηχό ευτυχώς, χαντάκι στην άκρη του δρόμου γιατί δεν μπορούσε να συνηθίσει την the british way οδήγηση. Στα επόμενα πέντε λεπτά χαθήκαμε πάνω από πέντε φορές, μην μπορώντας να κατανοήσουμε τα (επίσης αγγλοσαξονικής εμπνεύσεως) roundabouts. Στα επόμενα πέντε τρέχαμε με 100 στους αχανείς ίσιους δρόμους του νησιού. Το κοντέρ μού έλεγε να μη φοβάμαι, αλλά εγώ φοβούμουν. Μέχρι που συνειδητοποίησα ότι μετρούσε μίλια και όχι χιλιόμετρα. Αλλά αυτή είναι η Κύπρος. Ένα τεράστιο για τα ελληνικά δεδομένα νησί, που πατάει με το ένα πόδι στην Ελλάδα με με το άλλο στην Αγγλία και έχει και μια πατερίτσα με την τουρκική σημαία. Σουρεάλ μέρος, Φρανκεστάιν. Μισό σαν Ελλάδα circa 1960, μισό σαν Μαϊάμι, μισό σαν Δωδεκάνησο, μισό σαν Συρία, μισό σαν τα βάθη της Τουρκίας, μισό σαν ορεινά χωριά του Ολύμπου και άλλο μισό σαν τα παράλια της νότιας Κρήτης. Προσγειώνεσαι σε αυτό το μετα-σοσιαλιστικής/προ-ντουμπαϊκής αισθητικής αεροδρόμιο που είναι γεμάτο φαντάρους, τουρίστες και ανθρώπους που αγοράζουν μανιωδώς κούτες τσιγάρα, ποτά και gadgets, έχοντας στο μυαλό σου τη θέα από ψηλά του υδροβιότοπου της Αλυκής με τα pink flamingos, τις λίμνες που λαμπυρίζουν στο ηλιοβασίλεμα, ένα υπέροχο no mans land κάπου ανάμεσα σε διαδρόμους προσγείωσης, φοίνικες και τον Τεκκέ (έτσι με δυο κάππα) του Χαλά Σουλτάν, κάπως σαν όαση στη μέση μιας ερήμου. Αλλά αυτό είναι η Κύπρος. Την ίδια στιγμή είναι μερικά χρόνια πίσω και μερικά χρόνια μπροστά (από την Ελλάδα πάντα).

Στην κεντρική παραλιακή λεωφόρο της Λάρνακας συστάδες από φοίνικες, παγωτατζίδικα, ζαχαροπλαστεία, πλανόδιοι πωλητές, '70s ξενοδοχεία με σημαιάκια, πολλά σημαιάκια, στα στενά κρυμμένες ξεχασμένες παμπ με φτηνή μπίρα, μπιλιάρδα, πλαστικά φυτά και κλουβιά με καναρίνια, δίπλα νεο-μοντέρνα καφέ μπαρ με τις Εurotrash επιτυχίες του καλοκαιριού, δίπλα ταπεινές ψαροταβέρνες με βουνά φρέσκων ψαριών και σερβιτόρους-κράχτες (αλά Βάρη), ατμόσφαιρα παρατημένης λουτρόπολης αλλά και σύγχρονου τουριστικού θέρετρου. Και μετά τα μαγαζάκια (είτε πλανόδια είτε μέσα σε 2-3 σκονισμένα τετραγωνικά με λάμπες φθορίου) που παρέχουν το καζίνο των φτωχών, το καζαντί. Τραβάς ένα μοχλό, μια μπίλια εκτοξεύεται και αν κάτσει σε κάποια τρύπα κερδίζεις λούτρινα κουκλάκια, ουίσκι, τσιγάρα και διάφορα άλλα άσχετα παραφερνάλια. Αν και ακούγεται σαν λούνα παρκ, η αλήθεια είναι ότι μπορείς να κολλήσεις πολύ άσχημα. Ένα βράδυ έδωσα πάνω από 50 λίρες σε ένα καζαντί πίσω από την τάφρο στη Λευκωσία, μασουλώντας αβγά βραστά με ρόκα και ελιές από τη διπλανή καντίνα. Ναι, το μενού της καντίνας ήταν ακριβώς αυτό. Η πιο γκουρμέ παρακμιακή καντίνα που έχω δει ποτέ και πάντα επιστρέφω σε αυτήν όσες φορές ξενυχτάω στα μπαρ της Λευκωσίας.

Τα καλά μπαρ της Λευκωσίας, ή τουλάχιστον αυτά που αρέσουν σ' εμένα, δεν είναι τα ιλουστρέ μπάρ. Είναι αυτά που είναι χωμένα μέσα στην Παλιά Πόλη, ανάμεσα σε κτίρια που το «Wallpaper» θα σκότωνε να είχε φωτογραφίσει για ένα ένθετο αφιέρωμα, κάπου γύρω από τα σακιά άμμου της πράσινη γραμμής (το μοναδικό σημείο στο νησί που μπορείς να κλάψεις, ακόμα κι αν είσαι μουλάρι), δίπλα στον τεράστιο μιναρέ με το πράσινο φως και κοντά στο εκπληκτικά ανακαινισμένο χαμάμ. Όπως το Platos της Πλάτωνος. Χιλιοσκονισμένα μπουκάλια, ποτάδικα από τα αγαπημένα, το φάντασμα του Χάντερ Τόμσον στην γωνία του μπαρ, ξύλινα πλατό με burgers και κοτόπουλα στη σχάρα, μποέμικη ατμόσφαιρα, αν και άκουσα ότι άλλαξε ιδιοκτησία και «χάλασε», αλλά εγώ θα το αγαπώ πάντα γιατί μου θυμίζει νεοϋορκέζικες μπάρες με τσίκνα και συμπάθεια. Κάθε φορά που πάω στην Κύπρο ρωτάω για το Platos σαν να είναι κάποιο μακρινός εξάδελφός μου - πάντα θέλω να μαθαίνω τα νέα του, έστω κι αν δεν τον βλέπω συχνά. Λατρεύω την παλιά πόλη της Λευκωσίας. Νομίζω ότι είναι το καλύτερο μέρος που έχω πάει (και έχω πάει σε πολλά). Όχι γιατί είναι το πιο όμορφο, αλλά γιατί είναι το πιο ιδιαίτερο.

Αυτή η αίσθηση της διχοτομημένης πόλης, όσο κι αν πονάει του Κύπριους, είναι τρομερό συναίσθημα για έναν επισκέπτη. Τα παντός είδους εργαστήρια, που όλη μέρα σφυροκοπάνε υπό τους ήχους των απέναντι μουεζίνηδων και το βράδυ είναι σαν φαντάσματα σε μια πόλη-φάντασμα και μετά οι απέναντι, τόσο παρεξηγημένοι από την πολιτική προέκταση του ζητήματος. Κάποτε έκανα πολλές βόλτες στην κατεχόμενη Λευκωσία. Ήταν κάπως σαν την αγορά του Ασουάν στην Αίγυπτο: μαραμένα λαχανικά, άπειρα παιδάκια να γοητεύονται από το φωτογραφικό φακό, δεκάδες μπαρμπέρικα με φωτογραφίες Τούρκων celebrities στους τοίχους, ένα μαγαζί με ψωμιά και πίτες που δεν θα ξεχάσω ποτέ και ένα καφενείο με θεϊκούς μεζέδες και έναν Τουρκοκύπριο ιδιοκτήτη που βγάλαμε φωτογραφίες αγκαλιά.

Εκείνο το βράδυ, το μαγικό βράδυ, μας γύρισε πίσω στο οδόφραγμα της Λήδρας ένας Τουρκοκύπριος με μια παλιακιά Mercedes με τέρμα hip-hop στα ηχεία, που μας έλεγε πόσο αγαπούσε του Έλληνες. Στο πέρασμα Ελληνοκύπριοι αποχαιρετούσαν Τουρκοκύπριες πανέμορφες πόρνες. Μόνο ο Μουρνάου σε ασπρόμαυρο θα μπορούσε να είχε συλλάβει τέτοια εικόνα. Αυτή είναι η Κύπρος. Διχασμένα εδάφη, διχασμένη άνθρωποι παντού. Την επόμενη μέρα ξαναπέρασα απέναντι. Στην Αμμόχωστο. Συρματοπλέγματα χωρίζουν την περιοχή του ΝΑΤΟ (την γκρίζα ζώνη) από την τουρκοκυπριακή παραλία. Από τη μια ξενοδοχειακά συγκροτήματα με κτίρια κουφάρια και ταμπέλες που τρίζουν από την αχρησία και από την άλλη μουσουλμάνες που πέφτουν στη θάλασσα με τα ρούχα και παιδάκια που παίζουν μπάλα υπό το άγρυπνο βλέμμα των όπλων που διαφαίνονται διακριτικά μέσα από τα φυλάκια. Απαγορεύονται οι φωτογραφίες, αλλά βγάζω στα κρυφά μερικές. Τρόμος και παράνοια στα κυπριακά παράλια.

Και μετά πάλι πίσω. Ένα μαγαζί ακριβώς στο πέρασμα του Ledra πουλάει τουριστικά είδη και παγωτά. Οι συνοριοφύλακες περιφέρονται αμήχανοι αλλά και άγρυπνοι. Κάποια απλωμένα ρούχα βρίσκονται στο ξενοδοχείο που πια έχουν καταλύσει οι στρατιώτες των ειρηνευτικών δυνάμεων (κάποτε εκεί έμενε η Σοφία Λορεν). Και μετά ταξίδι μεγάλο για την Πάφο, που μοιάζει να αδιαφορεί για τα τεκταινόμενα στην άλλη πλευρά. Ένα απόγευμα έκατσα εκεί, στη λωρίδα που ενώνει το κάστρο με την πόλη, και είδα το ηλιοβασίλεμα βρέχοντας τα πόδια μου στη θάλασσα, ενώ οι Άγγλοι τουρίστες αγόραζαν καρτ ποστάλ με ειδυλλιακά τοπία. Και ύστερα (όσο κι αν βαριέμαι τα αρχαία) είχα την πιο uplifting εμπειρία μου στα ψηφιδωτά της Κάτω Πάφου, στην Οικία του Διονύσου, στην Οικία του Αιώνος και στην Οικία του Θησέως, που είναι για κάποιον απροσδιόριστο λόγο περισσότερο ζεν από μια επίσκεψη στην Ακρόπολη (ίσως ήταν η αλμύρα του Νοτιά). Χάθηκα εκεί πέρα. Ήθελα να μείνω για ώρες. Όπως και στην ταβέρνα του Γιώρκη στο Γεροσκήπου, μια μάλλον άσχημη περιοχή κοντά την Πάφο, όπου αυτός ο υπέροχος ταβερνιάρης φτιάχνει μόνος τους τσάτνεϊ, ψήνει τα πάντα στο χειροποίητο φούρνο του, μαζεύει φρέσκα μανιτάρια από τον κήπο του και σου τα σερβίρει ως το πιο τέλειο menu degustation που έχεις δοκιμάσει ποτέ.

Την επόμενη μέρα με κάλεσε σπίτι του. Νεοπλουτίστικο σπίτι, καινούργιο, όχι παραδοσιακό. Ανέβηκε το πρωί στα βουνά με το γιο του για να μαζέψει τα καλύτερα άγρια υλικά και να μας κάνει το πιο τέλειο τραπέζι που μου έχει κάνει ποτέ κάποιος. Τον σκέφτομαι τον Γιώρκη και μιλάμε αραιά και που στο τηλέφωνο. Είναι ένας τοπικός φιλόσοφος. Τοπικιστής και φιλελεύθερος. Του έχουν πάρει συνέντευξη όλοι οι διεθνείς τουριστικοί οδηγοί του κόσμου (Lonely Planet και τα ρέστα). Και μετά πάλι πίσω στη Λευκωσία. Χιλιόμετρα πολλά στα highways, κάπως σαν να οδηγείς Λονδίνο-Μπέρμινγχαμ (αν και είναι πιο κοντά). Οι σταθμοί στο ραδιόφωνο παίζουν ό,τι ανεβοκατεβαίνει στα charts της Αγγλίας, το Skins θα μπορούσε να είχε γυριστεί στην Αγία Νάπα (στα beach bars στο Nissi Beach ή σε αυτά που impersonators του Elvis τραγουδάνε κάθε βράδυ το «Are You Lonesome Tonight»), το κοντέρ καταγράφει δεκάδες μίλια και κάπου, σε μια γωνιά του νησιού, κάποιος κάθεται κάτω από ένα φοίνικα αγκαλιά με το κορίτσι του. Έχουν περάσει 2-3 χρόνια από τότε που έχω να πάω στο αγαπημένο μου νησί (κι ας μην έχω καμιά συγγενική σχέση μαζί του), αλλά θυμάμαι τα πάντα και τα πάντα επιστρέφουν στο μυαλό μου: ένα πρωί που βγήκα στη βεράντα του πεντάστερου ξενοδοχείου μου στη Λεμεσό και είδα κάποιον να φωτογραφίζει για το ρώσικο «Playboy» γυμνά κουνελάκια στην πισίνα, ένα βράδυ στη Λεμεσό που ένας άγνωστος ταξιτζής με πήγε στο πιο παρακμιακό κωλόμπαρο που έχω πάει ποτέ, τα κύματα στον Πρωταρά μπροστά από τα ξενοδοχεία της υπερβολής, το ψητό μυαλό αρνιού στον Κουτσονικολιά στο Καλό Χωριό, τις δεκάδες Φιλιππινέζες που τηλεφωνούν στην πατρίδα τους κάθε Κυριακή από τα περίπτερα της τάφρου στην Λευκωσία, τα ύποπτα -κρυμμένα πίσω από κλειστά παράθυρα- βλέμματα στα χωριά της Ριζοκαρπασίας, τα δεκάδες καζίνο (ο Θεός να τα κάνει) στο δρόμο για την Κερύνεια. I love this island!

Κύπρος: Εμπιστευτικό

1. Να πάτε στο Camel Park στο χωριό Μαζώτος, ένα πάρκο εκτροφής καμήλας, όπου μπορείτε να κάνετε βόλτα με καμήλες, να μάθετε για τη ζωή της καμήλας αλλά και να επισκεφθείτε ένα εθνογραφικό μουσείο που υπάρχει στο χώρο.

2. Να επισκεφθείτε το πανέμορφο χωριό Λεύκαρα που είναι διάσημο για τα κεντήματά του και όπου λειτουργεί και το Μουσείο Παραδοσιακής Κεντητικής & Αργυροχοΐας. Σύμφωνα με την παράδοση, τα Λεύκαρα είχε επισκεφθεί ο Λεονάρντο ντα Βίντσι , ο οποίος παρήγγειλε ένα τραπεζομάντηλο για να στολίσει τον Καθεδρικό Ναό του Μιλάνου.

3. Επίσκεψη στη Δερύνεια, ένα χωρίο που βρίσκεται πολύ κοντά στην πράσινη γραμμή και λόγω το υψόμετρού του έχει θέα στην κατεχόμενη Αμμόχωστο. Εδώ μπορείτε να ανεβείτε σε διάφορα παρατηρητήρια (στην ουσία είναι ταράτσες σπιτιών), από τα οποία μπορείτε να δείτε την πόλη-φάντασμα τής Αμμοχώστου με τα εγκατελειμμένα ξενοδοχεία.

4. Μπείτε στη «Μηχανή του Χρόνου» που βρίσκεται πίσω από το Μεσαιωνικό Κάστρο της Λεμεσού και προσφέρει μια εικονική ξενάγηση στην ιστορία της Κύπρου.

5. Στη Λεμεσό λειτουργεί παραδοσιακό χαμάμ σε ένα υπέροχο κτίριο. Θα το βρείτε στην Παλιά Πόλη και λειτουργεί από τις 2 μέχρι τις 8.

6. Μπάνιο στην παραλία Κάππαρη (επαρχία Αμμοχώστου). Για να την ανακαλύψετε οδηγείστε στον κόλπο της Αμμοχώστου και από τον κυκλικό κόμβο (roundabout) του Παραλιμνιού ακολουθήστε την ταμπέλα προς Κάππαρη και στρίψτε στο δεύτερο δρόμο δεξιά.

7. Μπάνιο στο Άγιο Γεώργιο Αλαμάνου (επαρχία Λεμεσού). Δύσβατη αλλά εξαιρετική παραλία που συχνάζουν κυρίως νέοι, οι οποίοι συχνά διοργανώνουν και νυχτερινά beach party.

8. Μπάνιο στην Governor's Beach. Καταπληκτικοί μικροί κολπίσκοι, οι οποίοι περιβάλλονται από λευκά βράχια. Η θάλασσα είναι πολλή καθαρή και ο κόσμος λίγος.

9. Για φαγητό: στη Λευκωσία στον Ζαννέτο (Τρικούπη 65) για πουργούρι, καραόλους και κολοκούθκια με αυγά.Στο Μαϊστράλικο (λεωφ. Τσερίου 69) για κολοκυθοκεφτέδες, παπουτσάκια και κανελόνια με σπανάκι. Στο Αιγαίον (Έκτορος 40) για γλιστρίδα με γιαούρτι και τέλεια κρέατα. Στον Λούκουλλο (Ξενοδοχείο Κλεοπάτρα, Φλωρίνης 8) για γαριδοκεφτέδες, αστακομακαρονάδα και πιλάφι του ψαρά. Στην Αριάδνη (Βάσα Κοιλανίου) για εκπληκτικό κυπριακό παραδοσιακό φαγητό. Στη Λάρνακα: στην Κυρα Γιώργαινα (Σταδίου 56) για κυνήγι, μανιτάρια της αναθρίκας και ελιές οφτές, στον Μιλίτζη (Λ. Πιγιαλέ Πασά 42) για σουβλιστά κρέατα, κοκορέτσι και κλέφτικο ψημένο στο παραδοσιακό φουρνί. Στον Κουτσονικολιά (Καλό Χωριό Λάρνακας) για παστό ριζοκαρπασίτικο κρέας, ψωμί στα κάρβουνα με λάδι και λεμόνι, σαλιγκάρια σουβλάκι και οφτά αγρέλια. Και στην Πάφο (Ανθυπολοχαγού Γ. Σάββα, Γεροσκήπου) στους 7 Αϊ-Γιώργκηδες για αρκολαχανούθκια, αγριόπρασα και γκουρμέ μεζέδες που έρχονται με ρυθμούς πολυβόλου.

10. Τα καλύτερα ξενοδοχεία: Cyprus Hilton (00357 22377777) στη Λευκωσία, Annabelle (00357 26938333), Azia Beach Hotel (00357 26845100), Paphos Amathus Beach Hotel (00357 26883300), Coral Beach Hotel (00357 26621601) στην Πάφο, Golden Bay (00357 24645444) στη Λάρνακα και Le Meridien Limassol Spa & Resort (00357 25862000), Amathus Beach (00357 25832000), Four Seasons (00357 25858000) στη Λεμεσό.