Η Μι και η Σι ξεκίνησαν σαν δυο ταπεινές σταγόνες καουτσούκ. Σε μια από τις πολλές φυτείες καουτσούκ της Αφρικής, όπου εταιρείες προφυλακτικών εκμεταλλεύονται τους φτωχούς εργάτες. Το ότι κατέληξαν σαγιονάρες, το χρωστάνε σε έναν εργάτη. Έκλεβε καουτσούκ απ’ τη φυτεία και το πουλούσε για να μπορεί να ζήσει. Η Σι και η Μι βρέθηκαν με δισεκατομμύρια άλλες σταγόνες καουτσούκ μέσα σε ένα κοντέινερ, πάνω σε ένα πλοίο που έκανε εξαγωγές στην Ινδονησία. Αν και λένε ότι οι κάμπιες δεν έχουν επίγνωση όταν μεταμορφώνονται σε πεταλούδες, η Μι και η Σι πετούσαν απ’ τη χαρά τους όταν μέσα σε μια βιοτεχνία μεταμορφώθηκαν σε σαγιονάρες με επένδυση από φούξια σατέν ύφασμα με χρυσά κεντήματα. Ήταν τόσο κομψές, που αγοράστηκαν από το γιο ενός βασιλιά της Ιάβας. Ο μουσουλμάνος πρίγκιπας είχε ερωτευτεί μια Αμερικανίδα πολιτικό κι εκείνο το βράδυ θα τη γνώριζε στους γονείς του. Η Αμερικανίδα κατάφερε να μη σκοντάψει καθώς η βασίλισσα τής μάθαινε το χορό πότσο- πότσο ενώπιον όλης της αυλής, και βοήθησαν η Μι και η Σι σε αυτό, που έβαζαν όλη τους τη δύναμη για να μείνουν γαντζωμένες στα πόδια της. Μέχρι που έκανε άλλο λάθος. «Κοίτα» είπε στον πρίγκιπα, δείχνοντας με το δείκτη το φεγγάρι, «έχει πανσέληνο». Οι αυλικοί αντίκρισαν με επιφώνημα φρίκης το δείκτη του χεριού της. Ήταν πια σίγουροι ότι μια ξένη νύφη θα προσβάλλει τον λαό τους με απρεπείς κι απαγορευμένες χειρονομίες, εκτός του ότι θα τον επηρέαζε με τις ιδέες της για την ισότητα, την «πράσινη» οικονομία και κυρίως, με το ότι η φτώχια θα εξαλειφθεί με καλύτερο μοίρασμα του χρήματος. Το βράδυ ο πρίγκιπας κι η Αμερικανίδα πολιτικός μάλωσαν άσχημα. Πριν φύγει για πάντα πληγωμένη, πέταξε τις σαγιονάρες στον κάδο απορριμμάτων. Το ξανασκέφτηκε, έβαλε τα χέρια της στα σκουπίδια, πήρε τις σαγιονάρες και τις πέταξε στο διπλανό κάδο ανακύκλωσης. «Όλοι αξίζουν μια δεύτερη ευκαιρία» μουρμούρισε.

Μια βραζιλιάνικη εταιρεία με beach wear, που χρησιμοποιεί ανακυκλωμένο λάστιχο κι έχει τα εργοστάσιά της στην Ινδονησία, ξαναέφτιαξε τις σαγιονάρες κόκκινες και χωρίς σατέν και τις διοχέτευσε στην αγορά του Σάο Πάολο. Η Μι και η Σι δεν μπορούσαν ξανά να πιστέψουν στην τύχη τους. Τα κουτσομπολιά έλεγαν ότι η Λι, αδερφή σταγόνα από το ίδιο δέντρο της φυτείας, αφού έζησε μια σύντομη στιγμή δόξας ως προφυλακτικό, πετάχτηκε στο καζανάκι της τουαλέτας κι από εκεί έφυγε στον ωκεανό όπου θα ζούσε δεκαετίες μέχρι να λιώσει. Μια τσιπούρα, τρελαμένη από τις ορμονικές διαταραχές που της είχαν προκαλέσει τα αντισυλληπτικά χάπια που καταλήγουν επίσης στους ωκεανούς, κατάπιε τη Λι!

Καθώς μιλούσαν, ένα κορίτσι τις πήρε απ’ το ράφι. Τις έβαλε στα πόδια της, μέτρησε τα τελευταία χρήματά της κι έφυγε για ένα πάρτι φοχό. Η Σι και η Μι πέρασαν υπέροχα χορεύοντας τρία χρόνια μαζί της φοχό, μέχρι που έσπασαν. Το κορίτσι τις κρέμασε ένδοξα ψηλά σε μια κολόνα της φαβέλας, για να τις βλέπει και να θυμάται που χόρεψε μαζί τους. Μέχρι που ένα παιδί του δρόμου κατέβασε όλα τα κρεμα- σμένα παπούτσια στη φαβέλα και τα πούλησε στην ανακύκλωση για να αγοράσει φαγητό. Τελευταία φορά η Σι και η Μι εθεάθησαν σε παζάρι της Ταϊλάνδης, σε κίτρινο χρώμα, να τις αγοράζει μια μοδάτη Ελληνίδα κι έκτοτε χάθηκαν τα ίχνη τους. Οι φήμες έλεγαν ότι τις ξέχασε σε ένα beach πάρτι στο Σούνιο και δεν γύρισε ποτέ να τις μαζέψει.

Μέχρι που ένα βράδυ, ένα ζευγάρι κατέβηκε στην παραλία. «Αφού δεν είσαι ευτυχισμένος με τη γυναίκα σου» του είπε μετά το σεξ εκείνη. «Μα τι θα πει η μητέρα μου, ο κύκλος μου... Περίμενε, μόλις είχα déjà vu» είπε ο άντρας. «Σαν να έχω ξαναζήσει αυτήν τη σκηνή». «Πιστεύεις ότι οι ψυχές ανακυκλώνονται;» τον ρώτησε εκείνη, καθώς είδε τις κίτρινες σαγιονάρες πεταμένες στην παραλία. «Ηλίθιοι άνθρωποι» μουρμούρισε, τις έπλυνε στη θάλασσα και τις φόρεσε.

Του ανακοίνωσε ότι, αν δεν έπαιρνε διαζύγιο, δεν θα την ξανάβλεπε ποτέ. «Καλύτερα, βαρέθηκα να ακούω ότι με καλύτερους υπολογισμούς τα πλοία της εταιρείας μπορούν να καίνε λιγότερα καύσιμα και να πληρώνεται καλύτερα το πλήρωμα...» έλεγε εκείνος εκνευρισμένος.«Κοίτα» πρόσεξε ξαφνικά η γυναίκα, «έχει πανσέληνο». Κι έδειξε με το δείκτη της το φεγγάρι. Χωρίς να ξέρει γιατί, ο άντρας έπεσε τότε στην αγκαλιά της και ξέσπασε σε κλάματα.

Ένα χρόνο αργότερα παντρεύτηκαν.

Η Μι και η Σι δεν γεννήθηκαν στην Αφρική και δεν ταξίδεψαν ποτέ, σε καμία χώρα. Ζουν πεταμένες σε μια ελληνική παραλία κι επινοούν ιστορίες για να περάσει μια αιωνιότητα που χρειάζεται μέχρι να λιώσουν.