H προσωπική πορεία ωριμότητας του Γιώργου Κατσίμπαλη («κολοσσού του Αμαρουσίου») και του Γιώργου Σεφέρη, εγχάραξης στην ελληνική γραμματεία και δημιουργίας ενός ολόδικού τους niche αποτυπώνεται με θαυμαστή ακρίβεια και βάθος συναισθημάτων στην αλληλογραφία τους. Ένας ιδιωτικός θησαυρός που γίνεται αντικείμενο δημόσιας παρατήρησης (σαν τα εκθέματα ενός μουσείου) στη δίτομη έκδοση του Ίκαρου Αγαπητέ μου Γιώργο. Αλληλογραφία (1924-1970) σε επιμέλεια επιστολών και σχόλια του Δημήτρη Δασκαλόπουλου. Σαράντα έξι χρόνια κοινής και παράλληλης πορείας γεμίζουν 452 επιστολές. Κάπως έτσι:

Σεφέρης προς Κατσίμπαλη, Λονδίνο 11 Ιουνίου 1932: «Γιατί μωρέ Γιώργο με εγκατέλειψες τόσο σκληρά; Προσπαθώ να ψυχανεμιστώ τι συμβαίνει αλλά μένω, όπως και στην αλληλογραφία, ανανταπόκριτος... Τι τρέχει; δεν έχεις κέφια; Σε συγκλονίζουν τα πολιτικά; Η άνοιξή σου έφερε καμιά σκορδόπιστη; έγινες οπαδός του Παπατζώνη; Πώς θα λυθεί αυτό το μυστήριο; Μυστήριο».

Κατσίμπαλης προς Σεφέρη, Αθήνα 16 Ιουνίου 1933: «... Όπως ξετυλίγονται τα πράγματα βλέπω ολοκάθαρα μπροστά μου να τραβάμε γραμμή για ένα πρωτόφαντο εμφύλιο σπαραγμό, που να χλωμιαίνουν και να σβήνουν μπροστά του όλα όσα συνέβησαν ως τα σήμερα στον ταλαίπωρο αυτόν τόπο. Πάψανε πια τα χωρατά, κι ό,τι τώρα ετοιμάζεται θα ναι φρικτό και απαίσιο».

Σεφέρης προς Κατσίμπαλη, Αθήνα 13 Οκτωβρίου 1936: «Πόσο Κατσίμπαλης ήσουν, αγαπητέ μου Γιώργο, στο γράμμα σου που έλαβα χθες».

Σεφέρης προς Κατσίμπαλη, Πόλη 11 Σεπτεμβρίου 1949: «Ήρθαμε με κατακλυσμούς και τώρα άρχισαν κάτι Αϊδημητριάτικες μέρες ολόγλυκες. Λυπούμαι που γυρίζω στα οροπέδια της στέπας. Εδώ, κάθε φορά που έρθω, κοιτάζω να βρω κάτι από αυτή την παράδοση του Βυζαντίου - θέλω να πω να βρω κάτι για μένα».