Ο ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΓΓΙΩΡΟΣ και η ΒΙΚΥ ΚΟΥΛΟΥΡΑ δεν είναι καν τριάντα χρόνων. Γνωρίστηκαν μέσα από το soulseek το 2003 και σήμερα συζούν στον Άγιο Δημήτριο. Eίναι editors στο μουσικό portal www.e-Djs.gr

O Lostros, δηλαδή ο Κώστας, και η Ρonygirl, δηλαδή η Βίκυ, γνωρίστηκαν το 2003 μέσα από το p2p πρόγραμμα soulseek και συγκεκριμένα στο greek techno room, μια μικρή μουσική κοινότητα. «Το γνωστό τραγούδι "Σε συνάντησα στην πλαζ και φορούσες τιρκουάζ" δεν ισχύει στην περίπτωσή μας και θα πρέπει να μετατραπεί "σε συνάντησα στο soulseek και εσύ μίλαγες για μ-ziq"» λέει η Βίκυ γελώντας και συνεχίζει, «οι πρώτες κουβέντες που ανταλλάξαμε ήταν σε κάποιο room και είχαν να κάνουν με κάποιο release. Για αρκετό καιρό μέχρι να γίνουμε ζευγάρι μιλούσαμε για τη μουσική που ακούμε και παίζαμε "σφαλιάρες" σαν δυο καλά φιλαράκια».

«Η αλήθεια είναι ότι η Βίκυ είχε μια πολύ ελκυστική μουσική συλλογή. Πέρα από την πλάκα, με γοήτευε το γεγονός ότι μοιραζόμουν το ίδιο πάθος με έναν άγνωστο άνθρωπο». Από την άλλη, η Βίκυ λέει ότι αυτό που την τράβηξε στον Κώστα «ήταν το γεγονός ότι ήταν γνήσιος geek. Θυμόταν κάθε τίτλο από lp, ep, CD λες και ήταν το Discogs, ενώ συγχρόνως εργαζόταν σε δυο εφημερίδες και στο πανεπιστήμιο. Λάτρεψα τα κατακόκκινα, γεμάτα κύκλους μάτια του».

Η Βίκυ και ο Κώστας συνέχισαν να συνομιλούν ιντερνετικά για περίπου ένα χρόνο. «Με τον Κώστα μιλούσαμε privé για ώρες, ούτε και θυμάμαι τι λέγαμε, ξέρω μόνο ότι γελάγαμε πάρα πολύ και οι ατάκες διαδέχονταν η μια την άλλη μέχρι τα δάχτυλά μας να πάθουν αγκύλωση». Αφορμή για να συναντηθούν από κοντά στάθηκε το γεγονός ότι ένα από τα μέλη του room έπαιζε μουσική σε ένα μπαρ του κέντρου. Το συζήτησαν όλοι μαζί και τελικά αποφάσισαν να διοργανώσουν κάτι σαν techno room party στον εν λόγω χώρο. Και εκεί είδε ο ένας το άλλον για πρώτη φορά.

«Στην αρχή ένιωσα κάπως αμήχανα, ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Αμηχανία όχι μόνο απέναντι στη Βίκυ αλλά και στα υπόλοιπα παιδιά. Η Βίκυ βέβαια με γοήτευσε από την πρώτη στιγμή». Κανένας από τους δύο δεν πίστευε ότι μια γνωριμία από το Ίντερνετ θα μπορούσε να καταλήξει σε σχέση. «Υπήρχε μια προκατάληψη και από τους δύο μας σε αυτό το θέμα. Στην πορεία όμως αναθεωρήσαμε και ανακαλύψαμε ότι τελικά το Διαδίκτυο σου παρέχει τη δυνατότητα να γνωρίσεις πολύ καλά αυτόν που βρίσκεται νοητά απέναντί σου, έστω και ενστικτωδώς. Το Ίντερνετ απελευθερώνει και προσδίδει τη πραγματική ταυτότητα στον συνομιλητή». Το ζευγάρι είναι μαζί περίπου 3,5 χρόνια και από τον περασμένο Αύγουστο συζεί.

Ο ΦΡΙΞΟΣ και η ΛΕΤΑ ΧΑΤΖΗ είναι μαζί 50 χρόνια. Στις καλές και στις δύσκολες στιγμές έπιανε ο ένας το χέρι του άλλου και βάδιζαν μαζί. Σήμερα ζουν στα Σεπόλια.

«Ήμασταν οικογενειακοί φίλοι και, αν δεν επέμενε η μητέρα μου, δεν θα γινόταν τίποτα» λέει η Λέτα, σφίγγοντας το χέρι του συντρόφου της, του Φρίξου. «Έχασα νωρίς τη μητέρα μου και όταν αρρώστησε ήξερε ότι σύντομα θα έφευγε. Ήθελε έτσι να με παντρέψει για να μη μείνω μόνη μου. Εγώ δεν σκεφτόμουν γάμους, ήμουν 17 χρόνων και διάβαζα για εξετάσεις. Ούτε ήθελα να ακούσω αυτά που μου έλεγε. Δεν μπορούσα όμως και να αρνηθώ. Είπα "ναι" με την προοπτική να περάσω στο πανεπιστήμιο και να διαλύσω τον αρραβώνα όταν η μητέρα μου θα είχε φύγει. Αρραβωνιαστήκαμε για να της κάνω το χατίρι». Πριν πεθάνει η μητέρα της Λέτας, διαπιστώνεται ότι πάσχει από καρδιοπάθεια. «Μου είχαν πει δεν μπορώ να κάνω οικογένεια, παιδιά, και δεν υπάρχει και τίποτα στον ορίζοντα για να διορθωθεί η κατάσταση. Το βρήκα και σαν πάτημα και το θεώρησα ευκαιρία να το διαλύσουμε. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήμουν ερωτευμένη». Ο Φρίξος, από την άλλη, δεν ήθελε να χωρίσουν. Την αγαπούσε και προσπαθούσε να την πείσει για το αντίθετο. Τελικά χώρισαν.

Η μοίρα και η τύχη όμως τα φέρνουν συνήθως αλλιώς και δεν μπορείς να κάνεις σχέδια ερήμην τους. «Του έδωσα πίσω τα χρυσαφικά και σταμάτησα να τον βλέπω. Πέρασαν μέρες και άρχισα να υποφέρω. Κλάμα, δεν άντεχα να μην τον βλέπω, δεν άντεχα χωρίς αυτόν. Τότε κατάλαβα ότι τον αγαπούσα». Αρραβωνιάστηκαν το 1960 και παντρεύτηκαν το 1962. «Μας είχαν πει ότι λόγω της ασθένειάς μου δεν πρέπει να κάνουμε παιδιά. Μικρή και τρελούτσικη εγώ, 26 χρόνων αυτός, αμέσως έμεινα έγκυος! Ευτυχώς, όλα πήγαν καλά, αλλά δεν μας επέτρεψαν να κάνουμε άλλο».

«Ήταν μια ζωή καλή. Γλεντούσαμε, πηγαίναμε θέατρο, κινηματογράφους, σε κέντρα της εποχής, χορούς... Γευτήκαμε όλα τα είδη της διασκέδασης. Παρ' όλες τις δύσκολες στιγμές. Η ζωή είναι πολύ μικρή και πρέπει να την κοροϊδεύεις και λιγάκι. Πρέπει να εκμεταλλεύεσαι την κάθε στιγμή, βρέξει χιονίσει, ακόμα κι αν πατάς στις λάσπες».

Ο Φρίξος υπήρξε πάντα δίπλα στην Λέτα σε όλη τη διάρκεια της ασθένειάς της και σε όλη τους τη σχέση υπήρχε αγάπη. «Ό,τι δυσκολία υπήρξανε ξέραμε ότι, αν έπιανε ο ένας το χέρι του άλλου, θα μειωνόταν. Και θα την ξεπερνούσαμε. Ήταν κοντά μου. Κι αν δεν ήταν, ήξερα ότι νοιαζόταν. Είχα την αύρα του, την έννοια του».

«Είδα ότι ασχολιόταν με την ποίηση και τη λογοτεχνία και ήθελα να της γράψω κάτι» συνεχίζει ο Φρίξος. «Σαν λαϊκό παιδί έπαιρνα στιχάκια που πούλαγαν στα περίπτερα, τα αποστήθιζα και τα παρουσίαζα ως δικά μου. Οι φίλοι μου έγραφαν ερωτικές επιστολές του τύπου «Διά της παρούσης σας πέμπω το έτερον της ημετέρας υγείας όπερ και δι ημάς...». Αντέγραψα κι εγώ. Ούτε ήξερα τι έλεγε το γράμμα που κατέληγε: «Μέσα στους γαλάζιους καπνούς του τσιγάρου μου σε βλέπω να ξεπροβάλεις σαν θεά, σαγηνευτική μορφή...».

«Με εντυπωσίασε. Έλεγα κοίταξε να δεις ο Φρίξος πόσα ξέρει! Μαζευόμασταν με φίλους και έλεγε, τώρα σταματήστε, θα απαγγείλω ποίηση. Τι έλεγε; «Όταν ασπρίσει το χρώμα του αράπη, τότε θα χάσω την προς εσέ αγάπη». Μου αρέσει η ευθυμία του, η έξω καρδιά του, η εργατικότητά του, η τιμιότητά του, ήταν πιο ώριμος από μένα σε πρακτικά θέματα, κοινωνικά, επαγγελματικά, είχε μια βάση σταθερή ο Φρίξος. Και μια ευαισθησία που με συγκινεί. Τον έχω δει να κλαίει. Κρυφά». «Όταν την ακούω να μιλάει σε κόσμο συγκινούμαι, δεν μπορώ να κάτσω ποτέ δίπλα της. Και τώρα, πριν από 20 μέρες, τη βραδιά της απονομής του Αριστείου Ζωής δεν άκουσα ούτε μια λέξη. Φοβόμουν πάντα να μην τη χάσω. Να σκεφτείς ότι κοιμάται τη νύχτα και σηκώνομαι και στέκομαι και την κοιτάζω να δω αν αναπνέει...».

Η ΚΑΡΟΛ από το Ντάλας και ο ΒΑΣΙΛΗΣ από τη Θεσσαλονίκη γνωρίστηκαν σε μια online παρτίδα ταβλιού. Σήμερα είναι παντρεμένοι και ζουν στο Ντάλας.

Η Κάρολ και ο Βασίλης γνωρίστηκαν προς το τέλος του 1999. « Ήταν 10 Ιουνίου του ‘99» διορθώνει η Κάρολ. Ο Βασίλης ήταν στο πέμπτο έτος στο Πολυτεχνείο της Θεσσαλονίκης. Στα διαλείμματά του, κατά τις μεταμεσονύκτιες ώρες, σέρφαρε στο Ίντερνετ, έπαιζε επιτραπέζια παιχνίδια και συνομιλούσε με ανθρώπους από διάφορα μέρη του πλανήτη. «Με αυτό τον τρόπο κόλλησα κάπως, παίζοντας τάβλι. Εκεί γνώρισα αρκετό κόσμο, αλλά μέσα από συνομιλίες με πολλούς κατέληξα να συνομιλώ με κάποια από Αμερική. Βοηθούσε και η διαφορά ώρας , καθώς για την Κάρολ εκείνη την ώρα ήτανε απόγευμα».

Η Κάρολ από την άλλη μεριά του ωκεανού φοιτούσε και επίσης δούλευε full-time. Το σερφάρισμα στο Ίντερνετ τη βοηθούσε να χαλαρώσει. Εκείνη την περίοδο είχε μόλις πάρει διαζύγιο και περνούσε φάση που μισούσε τους άντρες. Δεν ήθελε να βγαίνει σε ραντεβού, αλλά δεν ήθελε να χάσει τελείως και την επικοινωνία με τον κόσμο και το Ίντερνετ βοηθούσε πολύ σε αυτό. «Αν κάποιος έβγαινε μαλάκας, απλά τον αποσυνέδεα».

Ο Βασίλης είχε το nickname Gastone1978, αλλά η Κάρολ τον φώναζε «Pepe le pew(!)» «επειδή την ακολουθούσα σε όποιον σέρβερ και αν πήγαινε». Η Κάρολ κληρονόμησε το nick Cary «Στην αρχή ένιωθα ότι έπρεπε να την πω σε κάποιον Αμερικανό εκείνη την περίοδο. Σκεπτόμενος όμως τώρα πώς αντιδρούσα στις κουβέντες μας τότε, ντρέπομαι λίγο. Η αλήθεια είναι ότι με τον ίδιο τρόπο που προσηλυτίζονται οι Αμερικάνοι, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο προσηλυτίζεται κάθε λαός από τα ΜΜΕ του. Απορώ πώς με αγάπησε με αυτά που ξεστόμιζα εκείνη την περίοδο!»  

Οι δυο τους μιλούσαν για ώρες ιντερνετικά και μετά άρχισαν τα τηλέφωνα και οι τηλεφωνικοί λογαριασμοί χτύπησαν κόκκινο. «Θυμόμαστε κάτι ηρωικούς μήνες που δεν είχαμε τι να φάμε και προτιμούσαμε να μιλάμε με τις ώρες. Είχαμε γίνει και επίσημα η ψύχωση ο ένας για τον άλλο» εξομολογείται η Κάρολ.

Και οι δύο συμφωνούν ότι η απόσταση τους έδινε την ασφάλεια και την άνεση να ανοιχτούν και να πουν πράγματα τα οποία υπό κανονικές συνθήκες ίσως και να μη μάθαιναν ποτέ ο ένας για τον άλλον σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Για να συναντηθούν από κοντά πέρασε ένας χρόνος και κάμποσοι μήνες. Το πρώτο βήμα το έκανε ο Βασίλης. «Ακόμη θυμάμαι την πρώτη φορά, αν και πέταξα πολλές φορές από τότε Αμερική για να τη δω. Θυμάμαι που το αεροπλάνο προσγειωνόταν και είχα έναν αμερικανο-αρμένιο επιχειρηματία δίπλα μου που πετούσε από Ευρώπη και του εκμυστηρεύτηκα την ιστορία. Ακόμα θυμάμαι την έκφραση του προσώπου του».

Τελικά συναντήθηκαν στο Ντάλας το Φεβρουάριο του 2001 και κόλλησαν αμέσως. Ο Βασίλης μετανάστευσε στην Αμερική και είναι από τότε μαζί. Τα τελευταία 4 χρόνια είναι και παντρεμένοι. «Ήθελα να παντρευτούμε στα γενέθλιά μου για να μην ξεχνάω την επέτειο. Τελικά, παντρευτήκαμε μια βδομάδα αργότερα». Αυτό που πιστεύουν και οι δύο ότι είναι το πιο δυνατό σημείο στη σχέση τους είναι η επικοινωνία. «Η σχέση μας έχει βασιστεί σε αυτήν από την πρώτη μέρα». 

Η ΒΑΛΕΡΙ από τη Νίκαια της Γαλλίας και ο ΛΙΟΝΕΛ από το Νανσί της Γαλλίας μόλις ολοκλήρωσαν τον γύρο του κόσμου με το Land Rover τους και βρίσκονται για λίγες μέρες στην Αθήνα. Περισσότερες πληροφορίες για το ταξίδι τους στο www.itinerairesnomades.com/.

Η Βαλερί και ο Λιονέλ είναι μαζί εδώ και οκτώ χρόνια και είναι παντρεμένοι τα τελευταία τριάμισι. «Παντρευτήκαμε λίγο πριν ξεκινήσουμε το ταξίδι μας. Ο γύρος του κόσμου ήταν ένα παιδικό όνειρο του Λιονέλ και αν ήθελα να είμαι μαζί του έπρεπε να τον ακολουθήσω. Και να σκεφτείς ότι δεν είχα ξαναταξιδέψει ποτέ έξω από τη Γαλλία και φυσικά δεν είχα ξανακατασκηνώσει» λέει η Βαλερί κοιτώντας στα μάτια τον Λιονέλ. Εδώ και πάνω από τρία χρόνια ταξιδεύουν (και όχι μόνο) με ένα Land Rover. Μέσα στο όχημά τους κοιμούνται και ξυπνούν, μαγειρεύουν και τρώνε, γδύνονται, ντύνονται και κάνουν σεξ. «Όσο καιρό ταξιδεύουμε, είμαστε συνέχεια μαζί. Είκοσι τέσσερις ώρες το 24ωρο, 365 μέρες το χρόνο. Το να μοιράζεσαι τόσες πολλές ώρες με τον σύντροφό σου είναι κάτι που δεν συμβαίνει στην κανονική ζωή. Νομίζω ότι αυτά τα τριάμισι χρόνια που ταξιδεύουμε ισοδυναμούν με είκοσι χρόνια έγγαμου βίου» λέει ο Λιονέλ.

Στην αρχή τα πράγματα ήταν δύσκολα. Δεν είναι τόσο εύκολη υπόθεση να αφήνεις το σπίτι σου, τις ανέσεις σου, τους φίλους και την οικογένειά σου. «Η κατάσταση δεν είναι η ίδια όπως το να μένεις στο σπίτι σου. Αν είχαμε κάποιο καυγά με τον Λιονέλ, δεν μπορούσα να σηκωθώ να φύγω. Πού να πάω όταν ήμασταν στη μέση της ερήμου στην Αμερική ή μέσα σε ένα αφρικάνικο πάρκο μέσα στην άγρια φύση; Δεν είχα και πολλές επιλογές. Έπρεπε να καθίσω εκεί και να λύσουμε το πρόβλημά μας».

«Το ταξίδι αυτό μας έμαθε πώς να λύνουμε τα προβλήματά μας και πώς να έχουμε εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον. Αφού καταφέραμε να μην το διαλύσουμε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, πιστεύουμε κι οι δύο ότι δεν θα μπορέσει να μας χωρίσει τίποτα» λέει με σιγουριά πλέον ο Λιονέλ. «Και είναι καιρός να γυρίσουμε σπίτι».