Τι να πεις δηλαδή για την εν ψυχρώ Εκτέλεση ενός Αθώου Παιδιού; Τίποτα.

Όπως και στα γήπεδα, η συντηρούμενη οπαδική κόντρα (εν προκειμένω μεταξύ «κουκουλοφόρων» και αστυνομικών που συμπεριφέρονται σαν χουλιγκάνια στην ουδέτερη έδρα των Εξαρχείων) κάποτε έχει αθώα θύματα... «Εδώ ασχολούνται μόνο με τους ισλαμιστές και τους μετανάστες κι εκεί ακόμα συγκρούονται αντιεξουσιαστές με μπάτσους» με πήρε να μου πει ένας φίλος, πρώην αριστεριστής και νυν καθηγητής στην Οξφόρδη, επιτρέποντας στον εαυτό του να αποκαλύψει μια νοσταλγία για τις εξεγέρσεις που είχε βιώσει η γενιά του (μας) στα «ένδοξα ‘80s». Μα κι εδώ, αγαπητέ, «καθαρίζουν» συστηματικά τους οικονομικούς μετανάστες, απλά στο ντέρμπι των Εξαρχείων δεν υπάρχει καν η λογική ή η δικαιολογία της έρευνας (αυτό που υποτίθεται ότι είναι πρωτίστως η δουλειά της αστυνομίας), υπάρχει μόνο η σύγκρουση και μάλιστα με όρους του πιο ξεφτιλισμένου τσαμπουκά και των πιο χυδαίων προκλήσεων εκατέρωθεν. Το περιστατικό ήταν μεμονωμένο με την έννοια ότι δεν εκτελούνται καθημερινά αθώοι 16χρονοι επειδή (δεν)είπαν ή (δεν)έκαναν μια μαλακία παραπάνω, που έτσι κι αλλιώς όχι απλά δικαιολογείται αλλά σχεδόν επιβάλλεται στην ηλικία τους. Είναι όμως επίσης τραγικά συμβολικό μιας νοοτροπίας που έχει επικρατήσει σε κύκλους των Σωμάτων Ασφάλειας και εκφράζεται κάπως έτσι: «Ποιος είσαι εσύ ρε, προνομιούχο τσογλάνι, που σου τα σκάνε οι γονείς για να κάνεις το χαβαλέ σου, που θα μου την πεις εμένα που παίρνω τρεις κι εξήντα αλλά είμαι λεβέντης πατριώτης και άντρας και όχι βολεμένο πουστάκι σαν κι εσένα!».

Αυτή είναι η πραγματικότητα, δυστυχώς.

Αλλά δεν έφτανε αυτό φυσικά. Τη σκυτάλη έσπευσαν να πάρουν, όπως πάντα, τα κανάλια με τους διάφορους γνωστούς καρατερίστες-δημοσιογράφους, άψογους τόσο στο είδος του μελό όσου και του τρόμου. Η ακολουθία της χειραγώγησης γνωστή και προβλέψιμη: Πλειοδοσία κοινωνικής ευαισθησίας και συναισθηματικής φόρτισης, υστερική έκφραση της αγανάκτησης της κοινής γνώμης (λες και υπάρχει τέτοιο πράγμα -κοινή γνώμη δηλαδή- και αν υπήρχε, σιγά μην είχαν ιδέα γι αυτή αυτοί οι ιδρυματικοί τύποι), και στη συνέχεια, όταν γίνει της πουτάνας, ρεσιτάλ μικροαστισμού, πατριωτισμού, και δήθεν βαθιά ανησυχία και για τις χαμένες περιουσίες των νοικοκυραίων και περίσσευμα οργής για το ανίκανο κράτος.

Αν επενέβαινε άγρια ξανά η αστυνομία και έχανε τη ζωή του κάποιος (μέχρι στιγμής, αργά τη νύχτα της Δευτέρας, ευτυχώς κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει) θα το γύριζαν το παραμύθι ξανά, είναι βέβαιο. Για χιλιοστή φορά: αυτοί δεν προσβάλλουν το μέσο θεατή (τους έχει εγκαταλείψει προ πολλού), προσβάλλουν ακόμα και το χειρότερο παρονομαστή στον οποίο υποτίθεται ότι απευθύνονται. Αυτοί, γιατί δεν τίθενται σε διαθεσιμότητα; Από ποιους θα μου πεις. Γιατί υπάρχουν τέτοιοι δημοσιογράφοι στα μεγάλα κανάλια χώρας της Ε.Ε.; Για αρκετούς απ' αυτούς ακόμα και πρωτοετής ψυχιατρικής σχολής μπορεί να πιστοποιήσει ότι ανήκουν σε άσυλο, και μάλιστα ρετρό άσυλο με ζουρλομανδύες, λοβοτομές, ηλεκτροσόκ και τύπους που περιφέρονται με ύφος Μουσολίνι και το χέρι κρυμμένο στο στήθος σαν τον Μέγα Ναπολέοντα. Η πλάκα (αν μπορούμε να μιλάμε για πλάκα δηλαδή μέσα σ' όλη αυτήν τη φρίκη και τη νοσηρότητα) ήταν ότι σε κάποια φάση, την ώρα που καιγόταν η Αθήνα, η εκφωνήτρια του ΣΚΑΪ (το οποίο ομολογουμένως έκανε το λιγότερο θόρυβο αν και είχε συνεχή κάλυψη των γεγονότων) παραδέχτηκε ότι για πρώτη φορά οι δημοσιογράφοι χρησιμοποιούν κυριολεκτικά όλα αυτά τα κλισέ που τόσα χρόνια κοπανάνε τρομοκρατώντας τους νοικοκυραίους: «κάηκε η Αθήνα», «Παράδοση στο χάος», «Ανύπαρκτο κράτος» κ.λπ., κ.λπ.

Ειδική ντροπιαστική μνεία θα πρέπει να γίνει και στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, όχι για την για την «προστασία ακραίων στοιχείων» στις πορείες και τέτοιες αηδίες που επικαλείται η Ακροδεξιά (καθένας είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του) αλλά για καπηλεία της μνήμης του νεαρού με απλοϊκές δηλώσεις, προορισμένες να χαϊδέψουν τα πιο επιφανειακά αντιδεξιά μεταπολιτευτικά αντανακλαστικά του κοινού. Συγχαρητήρια. Όσους πόντους (υποτίθεται ότι) κερδίζει στις δημοσκοπήσεις και στη κλίμακα του λαϊκισμού, τόσους χάνει στη σοβαρότητα και στην αξιοπιστία. Τελικά, αυτό που μένει είναι ότι ζούμε σε μια χώρα που οι πολιτικοί δεν είναι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι δεν είναι δημοσιογράφοι, οι αναρχικοί δεν είναι αναρχικοί, μόνο οι μπάτσοι είναι μπάτσοι. Και οι εκπρόσωποι της γενιάς του αδικοχαμένου Αλέξη θα ‘χουν κάτι τραγικό και ένδοξο να θυμούνται όταν μεγαλώσουν και δε θα είναι πια οργισμένοι, απλά λυπημένοι και κυνικοί.