Diary of a lost girl (1929)
Diary of a lost girl (1929)

 

Η Λουίζ Μπρουκς είναι μάλλον γνωστή ως η Λούλου του Παμπστ, με τα κοντά μαλλιά σαν κράνος, τα υγρά χείλη και τη σεξουαλικότητα δίχως τύψεις. Ξεχώρισε σε ένα ακόμα φιλμ, το Diary of a lost girl, και εκείνα τα χρόνια, γύρω στο 1930, είχε γίνει διαβόητη στο Βερολίνο, που ζούσε τις κραιπάλες του – τη ντέκα πριν τον Χίτλερ.

 

Ποιος διαπερνάει τα κολλήματα της εποχής και λέει, με λίγα λόγια και καλά, αυτό που έχει να πει;


Στο ευθύ βιβλίο που έγραψε αργότερα, το Lulu in Hollywood, περιέγραψε τον αδίστακτο τρόπο με τον οποίο σκόρπισε ό,τι είχε και δεν είχε, την αδυναμία της στο πιοτό και στους άντρες, τη σχετική αδιαφορία της για την τέχνη της, που τη χειρίστηκε διά βίου ως δώρο που μας κάνουν και το πετάμε σε μια γωνιά της αποθήκης. Bitch με τα όλα της. Μετά από μια σύντομη περίοδο ευρωπαϊκής δόξας, πήγε στο Χόλιγουντ και σταδιακά ξέφτισε – κατέληξε σε καουμπόικα δεύτερης διαλογής, έγινε μέχρι και πληρωμένη συνοδός κυρίων. Για δεκαετίες την ξέχασαν, έγινε σχεδόν παρανοϊκή – ποτέ όμως δεν άλλαξε χαρακτήρα. Σκληρό καρύδι ως το τέλος.


Κι όταν τα χρόνια, οι δεκαετίες πέρασαν, οι νέοι άνθρωποι ανακάλυψαν στο παίξιμό της κάτι ασυνήθιστο: ένα απλό παίξιμο, απαλλαγμένο από τον στόμφο της εποχής του, μετρημένο και υπαινικτικό, ανενδοίαστα σεξουαλικό. Βλέποντας την ταινία του Παμπστ (που είναι ενδιαφέρουσα, αλλά όχι στο ύψος του Μουρνάου ή του Λανγκ εκείνης της φάσης), έχεις την αίσθηση ότι η Μπρουκς είναι ένα κορίτσι του αθηναϊκού Κέντρου που κατά τύχη βρέθηκε ανάμεσα στις οργασμικές νεράιδες με τα γουρλωμένα μάτια και την τσιριχτή φωνή. Είναι σχεδόν σοκαριστικό πόσο σημερινό είναι το παίξιμό της, η στάση του σώματός της, ο τρόπος που γελά, φλερτάρει, περπατά ή καπνίζει. Σε μια εποχή πνιγμένη στα μελομακάρονα, αυτή παίζει με μαθηματική στεγνότητα.


Συμπέρασμα: πρέπει να περάσουν τα χρόνια για να γίνει το ξεσκαρτάρισμα. Να κατακάτσει ο στόμφος, οι πόζες και τα στερεότυπα κάθε εποχής. Καθώς αλλάζει κλίση το φως της μέρας, να δεις αν αντέχει το έργο απ' την καλή κι απ' την ανάποδη.

 

Στο φινάλε, Τέχνη είναι να αντέχεις λίγο παραπάνω από τη φύση σου.


Η Λουίζ Μπρουκς είναι ένα καλό αντιπαράδειγμα, βλέποντας τις χιλιάδες που κουνιούνται σήμερα – τραγουδιστές, ηθοποιούς, συγγραφείς, εικαστικούς... Ποιος διαπερνάει τα κολλήματα της εποχής και λέει, με λίγα λόγια και καλά, αυτό που έχει να πει;


Ελάχιστοι, ελαχιστότατοι. Οι πλείστοι χάνονται μέσα στο ψέμα που η εποχή ζητάει να ακούσει. Ριπές σουξέ κι έπειτα ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Καθένας παίζει το ρολάκι του κι εξαφανίζεται, δίχως να αφήνει ίχνη.


Αν είσαι καθημερινός άνθρωπος, βολεύεσαι. Αν είσαι όμως καλλιτέχνης, είσαι για να σε κλαίνε οι ρέγγες. Αφού, στο φινάλε, Τέχνη είναι να αντέχεις λίγο παραπάνω από τη φύση σου. Αυτή η κατίσχυση επί του χρόνου είναι που κάνει την ποίηση παρηγορητική. Πεθαίνω εγώ, αλλά ζει το βλέμμα μου στον κόσμο...

 

www.facebook.com/stathis.tsagar
Η/Μ/Ε/Ρ/Ο/Λ/Ο/Γ/Ι/Ο: http://www.lifo.gr/team/diary