Πρώτα έσπασε ο κοινωνικός ιστός. Οι Έλληνες έπαψαν να νιώθουν μέρος ενός συνόλου, – αν και δεν ένιωθαν ποτέ, νομίζω, γνήσια παιδιά αρματολών και κλεφτών.

 

Όλα στην Ελλάδα προήγαν ανέκαθεν τον εγωισμό και τη διχόνοια: από τις Πόλεις-Κράτη των αρχαίων, μέχρι τους τοπικισμούς του σήμερα. Πίσω από κάθε λόφο, πίσω από κάθε δάσος, κάθε χωριό έστηνε το δικό του πανηγύρι, χόρευε το δικό του τραγούδι, είχε τη δική του γλώσσα. Πας μη συγχωριανός, βάρβαρος. Τα παιδιά μεγάλωσαν μες στην καχυποψία του Άλλου -- του γύφτου και του αλλόφυλου. Αγιασμένη ήταν μόνο η εστία του σπιτιού, οι πολιούχοι, τα ξόανα στο κέντρο της πλατείας.

 

Οπότε και ο κοινωνικός ιστός, αν υπήρξε ποτέ στη χοάνη της Αθήνας, ήταν μια κουρελού φτενή. Πρόχειρη. Που με την πρώτη ευκαιρία ξηλωνόταν. Στον Εμφύλιο. Και τώρα στον επόμενο εμφύλιο που προετοιμάζεται – τον οικονομικό.

 

Καθώς τα ψέματα τελειώνουν και η Κρίση αναδεικνύει εκ νέου τις διαφορές, oι ντόπιοι μισούν τους ξένους, οι λευκοί τους μαύρους, οι (oύτως ή άλλως δολοφόνοι) Χρυσαυγίτες την ανθρώπινη αξιοπρέπεια κ.ο.κ. -- αλλά κορυφαίο μίσος είναι ξανά το ταξικό: οι φτωχοί μισούν και απεχθάνονται τους πλούσιους και οι πλούσιοι μισούν και απεχθάνονται τους φτωχούς. Δεν πρόκειται για την παλιά, καλή καχυποψία, αλλά για κάτι πολύ πιο ορμητικό και υπόκωφο.

 

Με την αμείλικτη, δολοφονική ψυχρότητα του loner.

 

Θα περάσουν χρόνια για να δούμε τις παλιές κρυπτογαμίες: τα πλουσιόπαιδα ήδη όλο κι απομακρύνονται, χαίρονται τα προνόμιά τους πίσω από δαφνοστεφείς αυλόγυρους. Έπαψαν να εκδράμουν στα κουτούκια των φτωχών, έπαψαν να κάνουν τους απλούς. Μόνο μια μικρή υποκατηγορία πλουσίων εξακολουθεί να είναι περίβλεπτη, θέλοντας να αγαπιέται σαν φτωχή: οι πλούσιοι που πουλάνε λαϊκισμό στα media, σφαδάζοντας για το δίκιο του κοσμάκη -- μεταξύ επαύλεων και δείπνων με σαπιοκοιλιάδες. Δημοσιογράφοι και πολιτικοί οι περισσότεροι. Αυτή η κατηγορία είναι η ελεεινότερη όλων, γιατί, αντί τουλάχιστον να το βουλώνει, θέλει να αφαιρέσει από τους φτωχούς ακόμα και το τελευταίο τους προνόμιο: τoν τρόπο που αγαπιούνται μεταξύ τους.


Και τα φτωχόπαιδα είναι πάλι φτωχά και πικραμένα και έξαλλα. Ούτε αυτοκινητάρες με δάνειο, ούτε κιμπάρικα ρούχα, ούτε δανεική ντόλτσε βίτα. Ακόμα περισσότερο: ούτε καν η στοιχειώδης αξιοπρέπεια του ανθρώπου που χρειάζεται μια δουλειά κι έναν ορίζοντα. Η άνοιξη είναι πάλι σύντομη και σιωπηλή. Η σύγκριση με τους πλούσιους (μεγεθυμένη από τα φαιδρά πρότυπα) συνθλιπτική.

 

Οπότε, τώρα, χωρίς κοινωνικό ιστό, χωρίς έστω τη ζέστα ενός κοινού σφαγείου να τους κυκλώνει (ώστε τουλάχιστον να νιώσουν compagnons de misère), οι Έλληνες στέκονται οι μεν απέναντι από τους δε, έτοιμοι πάλι να φαγωθούνε μεταξύ τους.

 

Αντί να φάνε εκείνους που τους οδήγησαν εδώ.

 

Ή εκείνους που τους προσκαλούν σε έναν νέο κύκλο απάτης.

 

 

________

Σημ.: Το άρθρο αυτό γράφτηκε χτες πριν τη δολοφονία στο Κερατσίνι, για την έντυπη LiFO

 

 

www.facebook.com/stathis.tsagar