Η πρόσφατη βράβευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το Νομπέλ Ειρήνης έγινε αντικείμενο σφοδρής κριτικής στη Νορβηγία και σε όλο τον κόσμο, αλλά έχει και τα θετικά της: με τη συμβολική της απόφαση η επιτροπή των βραβείων επιδιώκει να ενισχύσει την προσπάθεια οικοδόμησης σχέσεων ειρήνης και αλληλεγγύης σε μια ήπειρο που τον προηγούμενο αιώνα αποτέλεσε το επίκεντρο δύο καταστροφικών παγκόσμιων πολέμων.

 

Όμως, το κακό με αυτές τις βραβεύσεις «εικονικής πραγματικότητας», που με τη βράβευση εκφράζεται απλώς μια ευχή, είναι ότι πολλές φορές έχουν μηδαμινά ή και αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που επιδιώκουν.

 

Η απονομή του Νομπέλ Ειρήνης στον Μπαράκ Ομπάμα, παραδείγματος χάριν, μόλις έναν χρόνο μετά την εκλογή του, καθόλου δεν τον εμπόδισε να συνεχίσει τους πολέμους στο Αφγανιστάν και στη Μέση Ανατολή, όπου τα μη επανδρωμένα αμερικανικά αεροπλάνα βομβαρδίζουν συχνά αμάχους ή δολοφονούν διάφορους θεωρούμενους υπόπτους, κατά παράβαση κάθε έννοιας Διεθνούς Δικαίου. Για να μη μιλήσει κανείς για τον οικονομικό πόλεμο εναντίον των φτωχών μέσα στις ΗΠΑ, που ο Ομπάμα καθόλου δεν τελείωσε, παρά τις προεκλογικές υποσχέσεις του 2008, μεαποτέλεσμα να κινδυνεύει να χάσει την προεδρία από τους ημίτρελους Ταλιμπάν του Κόμματος του Τσαγιού.

 

Πέρα από τις φιλονικίες που αμέσως ξέσπασαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση για το ποιος θα παραλάβει το βραβείο (ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Βαν Ρομπέι, της Επιτροπής, Μ. Μπαρόζο, ή μήπως κάτι δικαιούται και ο πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου, Μ. Σουλτς, όπως έσπευσε να διεκδικήσει με ανακοίνωσή του), το πρόβλημα με την πορεία της ενωμένης Ευρώπης είναι βαθύτερο: η ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Γερμανίας-Γαλλίας, την οποία προσπάθησαν να θεσμοποιήσουν οι πατέρες της ευρωπαϊκής ιδέας με την Κοινή Αγορά που μετεξελίχθηκε σε Ε.Ε., ανατράπηκε το 1990 με την επανένωση της Γερμανίας. Εντείνοντας τις ανισορροπίες ανάμεσα στις φτωχές και τις πλούσιες χώρες, το κοινό νόμισμα βοήθησε ακόμη περισσότερο την ενωμένη Γερμανία να προαχθεί σε ηγεμονική δύναμη στην Ευρώπη.

 

Τίποτα δεν εγκρίνεται σήμερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αν το Βερολίνο δεν δώσει το πράσινο φως. Η απομάκρυνση του Σαρκοζί από την εξουσία στη Γαλλία δημιούργησε κάποιες ελπίδες ότι ο Ολάντ θα επανατοποθετούσε τις γαλλογερμανικές σχέσεις σε νέα βάση, αλλά έξι μήνες σχεδόν μετά την εκλογή του ο Γάλλος Πρόεδρος δείχνει κατώτερος των περιστάσεων: υιοθετώντας με τη σειρά του ένα νέο πακέτο λιτότητας made in Berlin, υποκλίνεται στο νεοφιλελεύθερο δόγμα της Μέρκελ, εισάγοντας και τη χώρα του στον φαύλο κύκλο λιτότητα-ύφεση-περισσότερη λιτότητα.

 

Έχει πλέον αποδειχτεί ότι αυτή η πολιτική είναι καταστροφική. Για να μαζέψει χρήματα για τους φτωχούς, ο ισπανικός Ερυθρός Σταυρός κυκλοφόρησε την προηγούμενη εβδομάδα το βίντεο μιας οικογένειας που μοιράζεται όλη κι όλη μια ομελέτα. Στην Πορτογαλία «η κατάσταση είναι εφιαλτική», μας έλεγε τις προάλλες η ευρωβουλευτής του αριστερού μπλόκου Μαρίζα Ματίας. Δεν είναι μόνο η ανεργία που αγγίζει το 20% (40% στους νέους), οι 2 μισθοί τον χρόνο που ήδη χάθηκαν, οι γνωστές περικοπές σε συντάξεις και κοινωνικές παροχές: κάθε μήνα 15.000 οικογένειες εγκαταλείπουν τα σπίτια τους γιατί δεν έχουν να πληρώσουν το νοίκι, ενώ 3.000 οικογένειες χάνουν την πρόσβασή τους σε πόσιμο και τρεχούμενο νερό!

 

Πρόκειται για τις συνέπειες ενός ακήρυχτου πολέμου, από τoν οποίο έχει ωφεληθεί αφάνταστα μόνο η Γερμανία, άντε και δυο-τρεις δορυφορικές χώρες του Βορρά. Λένε συχνά ότι η Μέρκελ που διεξάγει αυτό τον πόλεμο δεν μπορεί να δει πέρα από τη μύτη της, γιατί θα στραφεί σαν μπούμερανγκ εναντίον της Γερμανίας, που θα χάσει τις εξαγωγές της κ.λπ.: σωστό, αλλά αυτό δεν εμπόδισε πολέμους να διεξάγονται επί αιώνες, παρότι είναι γνωστό ότι στο τέλος όλοι οι εμπόλεμοι βγαίνουν χαμένοι.

 

Σήμερα το ευρώ έχει φτάσει σε οριακό σημείο. Συχνά, η Ελλάδα, με τις ιδιαιτερότητες και το διεφθαρμένο πολιτικό της προσωπικό, θολώνει την εικόνα, αλλά το πρόβλημα είναι γενικότερο. Η βασίλισσα Μέρκελ ξέρει τι χρειάζεται, αλλά δεν παίρνει τα μέτρα που πρέπει, από τη στιγμή που η κρίση δεν έχει χτυπήσει τη Γερμανία. Ούτε πρόκειται να τα πάρει πριν από τις εκλογές σε έναν χρόνο, τότε που ίσως θα είναι πολύ αργά, και όχι μόνο για την Ελλάδα. Γι’ αυτό από τη Σύνοδο Κορυφής τις επόμενες μέρες δεν πρέπει να περιμένουμε πολλές εκπλήξεις. Εκτός πια και αν απονείμουν στην Ε.Ε. ή στη Μέρκελ και το Νομπέλ Οικονομίας.