Tον Ντίνο Χριστιανόπουλο θυμάμαι πως τον πρωτογνώρισα ως ποιητή αλλά και ως μιντιακή περσόνα, κατά κάποιον τρόπο, εκεί γύρω στην εφηβεία, από μια υπέροχα καταιγιστική συνέντευξη που είχε δώσει στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο για το περιοδικό «Τέταρτο» του Μάνου Χατζιδάκι.

 

Θυμάμαι πολύ καλά ακόμα την εντύπωση που μου είχε κάνει τότε αυτό το εντελώς ιδιότυπο μείγμα του ιδιοσυγκρασιακού ποιητή, το οποίο διαφαινόταν ολοκάθαρα σε αυτήν τη συνέντευξη. Απ’ τη μια ήταν ο ποιητής του οποίου η ομοερωτική θεματική κυριαρχούσε στα ποιηματά του, χωρίς όμως αυτή η συνθήκη ν’ αποτελεί εμπόδιο για την προσληψή τους και από τους αντίθετα διακείμενους σεξουαλικά.

 

Απ’ την άλλη, η τόλμη του να κατονομάζει χωρίς υπεκφυγές και μισόλογα αυτά που θεωρούσε ως κακώς καμωμένα και η επιμονή του ν’ αναφέρεται με το ονομά τους σε όσους θεωρούσε υπεύθυνους ήταν τότε (και παραμένει ακόμα) ένα στοιχείο του χαρακτήρα του και του δημόσιου λόγου του που ξεσήκωνε θύελλες στο μικρό μας χωριό. Πολλά μπορεί να του καταλογίσει κανείς, με κυριότερο ότι αυτή η λεκτική έξαρση ίσως δημιούργησε παράσιτα στο σημαντικότατο ποιητικό του έργο. Όταν ακούς «Χριστιανόπουλος», σχεδόν παβλοφικά πας να δεις σε τι cultural μανούρα έχει βάλει το δαχτυλάκι του πάλι.

 

Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να ομολογήσω πως μας εκπαίδευσε κατά κάποιον τρόπο στην εκφορά ενός δημόσιου λόγου μακριά από δημοσιοσχετίστικες εξυπηρετήσεις, comme il faut σχετικισμούς και λογοτεχνικούς ανταλλακτικούς μπιχεβιορισμούς. Όχι, δεν υπήρξαν όλοι οι μεγάλοι ανέφελοι άγιοι που ανέβλυζαν μύρο και ποιοτικά σταγονίδια, και ο Χριστιανόπουλος, ασχέτως κινήτρων, μας έμαθε πως το να εκφέρεις τη γνώμη σου για τα μέχρι πρότινος βαλσαμωμένα πνευματικά τοτέμ σου μόνο ως δείγμα ειλικρίνειας θα μπορούσε να εκληφθεί. Μην ξεχνάμε, άλλωστε, πως ζούμε στη χώρα που έχει μυθολογήσει και τοποθετήσει στο βάθρο ένα σωρό από πνευματικές και άλλες μετριότητες, ακριβώς γιατί νιώθει αμήχανη να διαχειριστεί την αλήθεια των πραγματικών μεγεθών της. Σε κάθε τομέα.

 

Οπότε, όσοι παρακολουθούσαν τον Χριστιανόπουλο και τον δημόσιο λόγο του όλα αυτά τα χρόνια, μάλλον δεν πρέπει να εξεπλάγησαν που απέρριψε τη βράβευσή του από το υπουργείου Πολιτισμού για το σύνολο του έργο του. Το είχε πει, άλλωστε, σε ανύποπτη στιγμή, το 1977, στο γνωστό κείμενό του με τον τίτλο «Εναντίον», ξέροντας πολύ καλά την άτυπη επετηρίδα που ισχύει σε αυτά τα πράγματα και τη σημασία τού να αρνείσαι τα βραβεία σε μια κοινωνία σαν την ελληνική, που πολλές φορές σε βραβεύει για να σε μπλέξει με την ασχήμια της: «Είμαι εναντίον των βραβείων γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Βραβεύω σημαίνει αναγνωρίζω την αξία κάποιου κατώτερού μου - και κάποτε πρέπει ν’ απαλλαγούμε από τη συγκατάβαση των μεγάλων. Παίρνω βραβείο σημαίνει παραδέχομαι πνευματικά αφεντικά. Και κάποτε πρέπει να διώξουμε τα αφεντικά από τη ζωή μας».