Το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε ψηνόμουνα στον πυρετό, κι ενώ ένιωθα το τέλος του κόσμου να πλησιάζει και η παρακεταμόλη κυλούσε στις φλέβες μου σε συγκεντρώσεις άνω του φυσιολογικού (η παρωδία οφείλει να λέει και καμιά εξτραβαγκάντζα για να παράξει δραματουργικό αποτέλεσμα), προσπαθούσα πού και πού να πιαστώ απ’ τον κόσμο των ζωντανών για να μην καταργηθεί άδοξα κάθε έννοια ενότητας και συνέχειας.

Τι πάει να πάει να πει αυτό; Όχι, δεν έκρυψα τις πυρακτωμένες μου πληγές στον μάρσιππο της Φοίβης Μπουφέ και της παρέας της, ούτε διολίσθησα στο γκροτέσκ τηλεοπτικό Pleasantville της Ναταλίας στον Alpha. Μπορεί να ένιωθα πως βυθιζόμουνα χαμηλόφωνα, σχεδόν γριφωδώς, με όλους τους τρόπους, τα στυλ, τις φόρμες, τους τόνους, τις κλίμακες (και τις αποχρώσεις όλων αυτών) στην πυρετώδη κόλαση, ωστόσο διέθετα ακόμα λίγα τεταρτημόρια ακατάλυτης επιθυμίας για διάσπαση και ανατροπή.

Έπεισα τον εαυτό μου πως, αν διαβάσω ποιήματα αγαπημένων ποιητών, ο πυρετός θα πέσει. Ομοιοπαθητικά, αν μη τι άλλο. Γιατί τι άλλο είναι η ποίηση, παρά το αποτέλεσμα μιας πυρετικής διαδικασίας που δεν χαρίζει ούτε πόντο στη συγκατάβαση, στην εμπεδωμένη αίσθηση των σκοπών της σκληρής πραγματικότητας, αλλάζοντας εντελώς την κατεύθυνση των συμφραζομένων και δηλώνοντας ευθαρσώς πως τάξη και κυριαρχία είναι η επιθυμία μας.

Πριν βιαστείτε να με αποκαλέσετε σαλό, θα σας συμβούλευα να το επιχειρήσετε και σεις σε παρόμοια περίσταση. Οι ευαισθησίες μας κι οι συγκινήσεις μας καμιά φορά μπορούν και να μας γιατρέψουν κιόλας. Το πιστεύω αυτό. Ιδιαίτερα τον τελευταίο καιρό, που οι κυνικοί κάθε πλευράς φωνολογούν με μανία ενάντια σε κάθε υπαρξιακή ποιητική, κάθε θεολογία ή ταπεινοφροσύνη λυρικού ρομάντσου σαν αποδραματοποιημένοι θανατολόγοι-θανατολάγνοι που θέλουν να μας αποκλείσουν απ’ το να έρθουμε σ’ επαφή με τον σκοτεινό καθρέφτη όπου καθρεφτίζεται η ψυχή μας.

Έγω, λοιπόν, για να επιστρέψω στην πυρετώδη διηγησή μου, έπεσα με τα μούτρα στα ποιήματα του μεγάλου Αλέξη Ασλάνογλου. Ατόφια, υποδόρια ποιητικά κελύφη, δεν άφησαν ούτε ένα κομματάκι μου που να μην το κατακλύσουν. Σαν πυρετός:

 

Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση
σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες
όπου η ζωή χορεύει. Θέλω να είναι
αγώνας, όχι μια μουσική που λύνεται
μα πάθος για τη μέσα έκφραση μιας ασυναρτησίας
μιας αταξίας που θα γίνει παρανάλωμα
αν δεν τα παίξουμε όλα για όλα.

 

Όταν οι άλλοι, αδιάφοροι, με σιγουριά
ξοδεύονται άσκοπα ή ετοιμάζονται το βράδυ
να πεθάνουν, όλη τη νύχτα ψάχνω για ψηφίδες
αδιάφθορες μες στον μονόλογο τον καθημερινό
κι ας είναι οι πιο φθαρμένες. Να φεγγρίζουν
μες στο πυκνό σκοτάδι τους σαν τ’ αχαμνά ζωύφια
τυχαίες, σκοτωμένες απ’ το νόημα
με αίσθημα ποτισμένες.

 

(Ars Poetica)