Κυρία Μουτούση, μπορείτε να μου μιλήσετε για διάφορα πράγματα γενικά, σας παρακαλώ;

Είναι πολύ ωραία εικόνα οι γέροι που τρώνε παγωτό. Ο τρόπος που σκύβουνε πάνω από την κρέμα και πάνω απ’ το μπισκοτάκι κι έτσι όπως τρώνε με το κουτάλι. Είναι πραγματικά φανταστικό. Γεννήθηκα στο μαιευτήριο Έλενα. Από μικρή μου αρέσανε αρκετά τα άλογα. Ζητούσα συνεχώς στον μπαμπά μου να μου πάρει ένα. Εκείνος μου είπε ότι όταν γινόμουν δεκαπέντε χρόνων και εάν ακόμα τα αγαπούσα, τότε θα μπορούσα να έχω ένα δικό μου. Όταν έγινα δεκαπέντε χρόνων και με ρώτησε τι θέλω, του είπα ένα μηχανάκι Garelli. Στην πραγματικότητα, ήθελα ένα πιο κανονικό μηχανάκι, αλλά, επειδή δεν θα μου το παίρνανε με τίποτα άμα είχε ταχύτητες και τέτοια, ζήτησα το Garelli και μου το πήρανε.

 

Μου άρεσαν πολύ και τα αυτοκίνητα. Η μαμά μου είχε ένα σπορ αυτοκίνητο, ένα Alfa Romeo GTV, το οποίο έπαιρνα κρυφά, γιατί ο μπαμπάς μου με είχε μάθει να οδηγώ από πολύ μικρή. Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα σ’ ένα σπίτι στην οδό Καρνεάδου. Ήμουν χοντρούλα και μου άρεσε, θυμάμαι,  πολύ  να  ποτίζω  τις  γλάστρες  στο μπαλκόνι. Το σπίτι ήτανε πολύ μεγάλο, τα δωμάτια δηλαδή ήτανε πολύ μεγάλα, θυμάμαι ότι ήτανε σκοτεινό, δηλαδή το φως ήτανε από λάμπες, αν και είχε πολλά παράθυρα. Το δωμάτιό μου είχε τρία κρεβάτια, για μένα και τις δυο μεγαλύτερες αδερφές μου. Έκανα πολύ παρέα με τον Σπύρο και τον Λουκά, που ήτανε τα παιδιά του θυρωρού. Μια μέρα χτύπησα όπως παίζαμε στις σκάλες και μάτωσε το μέτωπό μου και πήγα στο νοσοκομείο. Κάποια στιγμή έπρεπε να μου τραβήξουν  ένα  τσιρότο  από  την  πληγή  κι  εγώ ζήτησα να το κάνει αυτό η μητέρα μου που θεωρούσα για κάποιο λόγο τότε ότι είχε πολύ μαλακά χέρια, αλλά μετά είδα ότι η μητέρα μου  είχε  μακριά  νύχια  και  φοβήθηκα  ότι μπορεί να με τραυματίσει, παρόλο που έχει πολύ μαλακό χέρι, όμως τελικά όλα πήγαν καλά.

 

Όταν οι γονείς μου χώρισαν, μετακόμισα  με τη μάμα  μου στην  οδό Καψάλη, όπου εκεί έκανα πολύ παρέα με τον ίδιο τον θυρωρό,  ο  οποίος  είχε  κι  ένα  περίπτερο μπροστά απ’ την είσοδο της πολυκατοικίας και μου έδινε διάφορα πράγματα. Μετά μετακομίσαμε στο Καβούρι. Ήτανε πολύ ερημιά. Έμενα πολύ συχνά μόνη μου στο σπίτι γιατί η μητέρα μου είχε παραστάσεις και θυμάμαι ότι πολλές φόρες φοβούμουνα. Ήτανε μερικές φόρες πολύ τρομακτικά, μερικές φόρες ο αέρας φυσούσε πάρα πολύ και η θάλασσα είχε κύματα. Μου άρεσε πάρα πολύ εκεί. Εκεί πήγα γυμνάσιο. Μετά μετακομίσαμε στο Παλαιό Ψυχικό. Εκεί θυμάμαι ότι έκανα πολύ ποδήλατο, εκεί πολλοί τραυματισμοί, εκεί σπασμένα γόνατα, εκεί αίματα. Μια μέρα ήμουν στη γωνία έξω απ’ το σπίτι μου κι άκουσα έναν φοβερό θόρυβο και γύρισα κι ένα αυτοκίνητο είχε πέσει πάνω σε μια κολόνα και μέσα στο αυτοκίνητο ήτανε ένα αγόρι και πλησίασα και το αυτοκίνητο ήτανε αναποδογυρισμένο και σπασμένο και όταν έφτασα κοντά φοβήθηκα τόσο πολύ, που δεν μπόρεσα να κάνω κάτι και άρχισα να φωνάζω δυνατά. Ακόμα το σκέφτομαι αυτό, τότε που φοβήθηκα και δεν μπόρεσα να κάνω κάτι.

 

Σχολειό πήγα στη σχολή Αηδονόπουλου, στη Φιλόθεη. Δεν ήμουν πολύ καλή μαθήτρια. Μου άρεσαν πολύ τα αθλητικά. Έπαιζα πολύ καλό γερμανικό. Θυμάμαι, σ’ ένα παιχνίδι είχαν καεί όλοι μου οι συμπαίκτες κι εγώ ήμουν τερματοφύλακας κι έπρεπε να σώσω την ομάδα, παίζοντας ταυτόχρονα σε δυο θέσεις, και είχα καταφέρει ν’ αποφύγω όλους αυτούς τους αντιπάλους και στο τέλος είχα- με νικήσει, γιατί δεν κατάφερναν να με χτυπήσουν ούτε να με πετύχουν. Έχω δοξαστεί σ’ αυτό το παιχνίδι. Νομίζω ότι ο λόγος που παίζω στην Επίδαυρο είναι για να ξαναζήσω αυτό που είχα ζήσει τότε στο προαύλιο του σχολειού, παίζοντας γερμανικό. Γενικά, θυμάμαι πιο πολύ το σχολικό λεωφορείο πάρα το ίδιο το σχολειό. Θυμάμαι ακριβώς τη διαδρομή, τις στάσεις και πού κατέβαινε ο καθένας για να πάει σπίτι του. Πανελλήνιες δεν έδωσα. Μόλις τέλειωσα έδωσα στη σχολή του Κουν. Μόλις τέλειωσα τη σχολή, η πρώτη παράσταση που έπαιξα ήτανε το έργο ενός άσχετου, στο θέατρο Μινώα, στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, με πρωταγωνιστές τον Αλέκο Αλεξανδράκη, τον Βασίλη Τσιβιλίκα και την Ελένη Ερήμου, κι εγώ έπαιζα μια μικρή ξενοδόχο που, όμως, στην πραγματικότητα έπρεπε να τον παίζει μια ηλικιωμένη, αλλά για να μου δώσουν τον ρόλο έκαναν, χωρίς καμία λογική, τη γριά νεαρή, οπότε έπρεπε εγώ να υποδύομαι μια που σοκάρεται από διάφορα ευτράπελα που συνέβαιναν στο τρίγωνο των πρωταγωνιστών και να λέω συνέχεια «Αααα» και  «Ωωωω».  Η  εφηβεία  μου  ήτανε  οk. ρΝορμάλ,  κανονική.  Είχα  μακριά  μαλλιά*. Τότε, νομίζω, μοιάζανε πιο πολύ τ’ αγόρια με τα κορίτσια, ήταν κάπως ίδια, ενώ τώρα τα κορίτσια είναι πιο κορίτσια και τ’ αγόρια πιο αγόρια μάλλον. Το πρώτο μου αγόρι ήτανε ο Γιώργος. Στην ίδια τάξη μ’ εμένα ήτανε ο Γιώργος. Τα μαλλιά του ήτανε ίσια και καστανόξανθα, είχε ένα πρόσωπο με ίσια μύτη κι έπαιζε πάρα πολύ ωραίο μπάσκετ. Όταν ακούγαμε μουσική σ’ ένα Philips πικάπ που είχα, όση ώρα κρατούσε το τραγούδι στεκότανε απόλυτα ακίνητος και μόλις τέλειωνε και η βελόνα γύριζε, κάνοντας αυτό τον ήχο «χσντουπ χσντουπ χσντουπ», ο Γιώργος χόρευε.

 

Επειδή η μάμα μου είχε πολλά φορέματα, μου άρεσε πάρα πολύ να ντύνομαι είτε μόνη μου είτε με φίλους στο σπίτι και να  δίνω  μικρές  παραστάσεις,  στις  οποίες στο  τέλος  πάταγα  τα τακούνια,  κάνοντας μια  συγκεκριμένη  φιγούρα,  κι έβγαζα  τη ζώνη και τη στριφογύριζα στον αέρα με το χέρι. Μου άρεσαν, ξέρεις, πολύ οι αδερφές Μπρόγιερ και ό,τι φόρεμα της μαμάς έβρισκα που είχε γυμνή την κοιλιά, δηλαδή μακριά φούστα, πάνω από τον αφαλό κενό και μετά ύφασμα στο στήθος, το φόραγα, και το μαλλί, αυτό που ρίχνεις απότομα το κεφάλι σου μπροστά και μετά το κάνεις πάλι πίσω, ούτως ώστε να γίνει λίγο ξέρεις πώς. Αυτό ήταν  πολύ  Μπρόγιερ.  Πενθήμερη  είχαμε πάει στην Κρήτη. Δεν είχα περάσει καθόλου καλά,  γιατί νομίζω  πόναγε  πολύ το δόντι μου κι έπινα συνεχώς ούζα και σε όλες τις φωτογραφίες είναι πρησμένο το ένα μου μάγουλο κι εγώ το δείχνω με το δάχτυλό μου σε όλες τις φωτογραφίες για κάποιον λόγο, μάλλον για να μην το αγνοήσει κανένας όταν κάποια στιγμή τις δει. Ήμουν από τα παιδιά, μάλλον είμαι απ’ τους ανθρώπους που δεν θυμούνται. Είναι σαν να λείπω απ’ την πενθήμερη, αλλά ήμουνα εκεί. Δεν θυμάμαι, όμως, κάτι το ιδιαίτερο. Θυμάμαι μόνο τον λυκειάρχη, αυτός ήτανε ο αγαπημένος μου καθηγητής. Μας έκανε Φυσική.

 

#quote#

 

Επίσης, θυμάμαι ότι καπνίζαμε πάρα πολύ. Καπνίζαμε συνέχεια. Καρέλια άφιλτρα και μετά Pall Mall. Κάπνιζα από 13,5 ετών. Στο σπίτι στην αρχή δεν το ξέρανε. Με πιάσανε μια μέρα στο μπάνιο και η μάμα μου συγκλονίστηκε. Όταν έγινα δεκαοκτώ μου είπε «τώρα, οk, μπορείς να καπνίζεις μπροστά μου». Κάπνιζα πολύ, πολλά τσιγάρα. Νομίζω ότι ήτανε πολύ αυστηροί μαζί μου. Μια απ’ τις μεγαλύτερες αδικίες που έχω ζήσει ήτανε όταν ήμουν μικρή, περίπου 8 ετών, και οι αδερφές μου είχαν έρθει από την Αγγλία για Χριστούγεννα και παιζόταν στο σινεμά το Love  Story. Η μαμά μου άφησε τις αδερφές μου να πάνε αλλά εμένα όχι, γιατί μου είπε ότι ήτανε ακατάλληλο για παιδιά μικρότερα των 13 ετών. Εγώ ήθελα πάρα πολύ να τη δω αυτή την ταινία και θύμωσα τόσο πολύ, ένιωσα αδικημένη, σκέφτηκα πως δεν  με καταλαβαίνει κανείς πραγματικά και αποφάσισα να φύγω από το σπίτι για πάντα, μάζεψα ένα καλάθι με τα απαραίτητα, που δεν θυμάμαι πια ακριβώς ήταν, και κατέβηκα τις σκάλες της πολυκατοικίας. Βγήκα έξω, κατευθύνθηκα προς τη γωνία της Καψάλη κι εκεί έπεσα κάτω κλαίγοντας. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι δεν με είχε ακολουθήσει κανείς, δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί δεν τρέξανε πίσω μου να με παρακαλέσουν να γυρίσω σπίτι και να μου ζητήσουν απευθείας συγγνώμη. Με έχει στιγματίσει αυτή η μέρα.

 

Αυτή και άλλη μια, στην εφηβεία, νομίζω, κάποια στιγμή, που έπρεπε να κάνω εγχείρηση αμυγδαλών και το προηγούμενο βράδυ έπρεπε να κοιμηθώ νωρίς για να μπω το επόμενο πρωί στο χειρουργείο. Η μαμά είχε παράσταση και μετά θα πήγαινε με τον Αλέκο σε μια συγκέντρωση που έκανε η Τζένη σπίτι της. Τότε, εγώ ήμουνα πολύ ερωτευμένη με κάποιον που είχε ένα αυτοκίνητο Pony, αυτό που είχε τις περίεργες ταχύτητες. Εκείνο το βράδυ αυτός πέρασε απ’ το σπίτι απροειδοποίητα και μου είπε άμα θέλω να πάμε για μια βόλτα. Δεν γινόταν να μην πάω. Πηρά τη μαμά μου και της είπα ότι έχω βάλει το νυχτικό μου και ότι όπου να ’ναι πάω για ύπνο. Έφυγα απ’ το σπίτι ξέροντας ότι η μαμά και ο Αλέκος θα αργήσουν. Εκείνοι, όμως, επειδή είχαν αγχωθεί για την εγχείρηση, δεν πήγανε στην Τζένη μετά την παράσταση και γύρισανε σπίτι, δεν με βρήκαν εκεί, τρόμαξαν κι άρχισαν να ψάχνουν στα μπαρ που ήτανε τότε γύρω απ’ το Χίλτον και που ξέρανε ότι πήγαινα συχνά. Εν τω μεταξύ, εγώ γύρισα, έβαλα το νυχτικό, ξάπλωσα κι έκανα ότι κοιμάμαι. Μετά από τρία λεπτά ακούστηκε πολύ δυνατά ο ήχος του κλειδιού στην πόρτα. Ύστερα η πόρτα χτύπησε με δύναμη. Μου έκανε εντύπωση, γιατί δεν καταλάβαινα γιατί έκαναν τόση φασαρία, ενώ ήξεραν ότι έπρεπε να ξεκουραστώ για την επομένη. Τα βήματα της μαμάς μου μέχρι να φτάσει στο δωμάτιό μου κάνανε απίστευτο θόρυβο. Άνοιξε την πόρτα. Ήτανε πάρα πολύ θυμωμένη. Έφαγα πολύ ξύλο. Μου είπε ότι δεν θα με συνοδέψει στο νοσοκομείο. Δεν κοιμήθηκα όλο το βράδυ.

 

Την επομένη μέρα ήρθε λίγο πριν μπω στο χειρουργείο. Είδα τον Αλέκο μέσα απ’ το τζαμάκι της πόρτας που κάτι μου έδειχνε, κοίταξα και είδα το αμάξι της να έχει σταματήσει στο πάρκινγκ. Στην Ύδρα ήταν οι πρώτες διακοπές που η μαμά μου με είχε αφήσει να πάω με φίλες μου. Πάλι δεν είχα περάσει ωραία γιατί είχα μια αντίζηλο εκεί πέρα. Μέναμε σ’ ένα δωμάτιο όλες μαζί, εγώ άκουγα συνέχεια Lou Reed κι αυτή κοιταζόταν πολλή ώρα στον καθρέφτη πριν βγούμε το βράδυ. Αυτό μ’ ενοχλούσε πάρα πολύ. Της είπα, λοιπόν, κάποια στιγμή ότι είναι ωραιοπαθής και το θυμάμαι καθαρά γιατί αυτή η λέξη τότε για εμάς ήταν καινούργια και περίεργη κι εκείνη είχε πληγωθεί πάρα πολύ ακούγοντας αυτήν τη λέξη. Από τα 28 μέχρι τα 35 πέρασα μια περίοδο που άκουγα ροκ και φορούσα μαύρα και είχα ξυρίσει το κεφάλι μου και έκανα τη στενοχωρημένη. Μάλλον όχι, δεν έκανα τη στενοχωρημένη, ήμουν. Ξέρεις, όταν επιλέγεις να φοράς μαύρα και ν’ ακούς λυπητερή μουσική, κάποια στιγμή στη ζωή σου, πέρα απ’ το ψεύτικο κομμάτι, σίγουρα υπάρχει κι ένα αληθινό, ένας λόγος που το κάνεις, και ο λόγος που συνήθως το κάνεις είναι γιατί είσαι όντως στενοχωρημένος. Τώρα που παίζω τη Μήδεια μου αρέσει πολύ-πολύ ν’ ακούω Τσιτσάνη.

 

Τώρα που ερχόμουν άκουγα κάποιους ωραίους ήχους στον δρόμο. Αέρας, κάτι φύλλα σε δέντρα, αυτοκίνητα και κάτι μαχαιροπίρουνα.  Από παιδί είχα σκυλιά. Ο πρώτος ήταν η Ίρμα. Για κάποιον λόγο ο μπαμπάς μια μέρα την έδωσε. Δεν ξέρω γιατί. Όταν την ξαναείδα, μετά από καιρό, η Ίρμα με δάγκωσε. Μετά είχα τον Βολφ, μετά τη Μάγια, μετά τον Αγγελή. Η Μάγια έπνιγε κουτάβια.  Ήταν φρικτό. Τώρα έχω τον Ρεμό. Λαμπραντόρ, μεγάλος, 12 χρόνων, βαρύς. Έχω φίλους, αλλά όχι απ’ αυτούς που πρέπει να μιλάς μαζί τους συνέχεια στο τηλέφωνο. Είναι κάποιοι άνθρωποι που αγαπώ, αλλά δεν έχουμε καθημερινή επαφή. Περνάω πολλή ώρα με τον άντρα μου. Στους ανθρώπους μερικές φόρες με εκνευρίζουν οι φωνές τους, ο ήχος των φωνών τους. Μπορεί να είναι άδικο, αλλά με εκνευρίζει. Επίσης, και σε μερικά παιδιά μ’ εκνευρίζει ο ήχος της φωνής τους.

 

Δεν μπορώ να κοιμηθώ εάν τα φύλλα της ντουλάπας είναι ανοιχτά. Μου αρέσει πολύ το τσάι με ροδοπέταλα, το μιλφέιγ και το εκμέκ με παγωτό καϊμάκι. Το τσάι θέλω να σερβίρεται πάντα με τσαγιερά. Μαγειρεύω απαίσια. Δεν καπνίζω πια. Η αγαπημένη μου διαδρομή είναι προς το Σούνιο, γιατί αυτή είναι η διαδρομή που έκανα με τον μπαμπά μου. Πέρναγα και τον έπαιρνα με το αυτοκίνητο απ’ το Ελληνικό, όπου έμενε, και πηγαίναμε βόλτα με το αμάξι και ακούγαμε διάφορες κασέτες που του έγραφα, με τραγούδια που ήξερε και του άρεσαν, όπως Άκη Πάνου και Αζναβούρ, και σταματούσαμε μετά στην Aqua Marina και έτρωγε ο μπαμπάς εκμέκ με παγωτό καϊμάκι και ο ιδιοκτήτης, ο κύριος Βασίλης, ήτανε πάντα εκεί και ήτανε πολύ συμπαθητικός μαζί μας.

 

Κυρία Μουτούση, μπορείτε να εξηγήσετε πώς παίζεται το γερμανικό;

Πρέπει να χωριστούν δέκα παίχτες σε δυο ομάδες. Ένας τερματοφύλακας, τέσσερις μέσα. Πετάς την μπάλα με σκοπό να πετύχεις κάποιον αντίπαλο, αλλά χωρίς να πιάσει αυτός την μπάλα. Μόνο να τον ακουμπήσει η μπάλα πρέπει. Όχι να την πιάσει. Το άλλο που μπορεί να κάνει, βέβαια, είναι να την αποφύγει τελείως. Αν, όμως, δεν τα καταφέρει, τότε αυτός βγαίνει από το παιχνίδι. Ο καλός παίχτης του γερμανικού πρέπει να βγάλει έξω όλους τους αντιπάλους του. Νομίζω αυτό ήτανε.