Καρέκλες στον εξωτερικό χώρο της Aqua Marina.
Καρέκλες στον εξωτερικό χώρο της Aqua Marina.

 

Κυριε Σερβετάλη, μπορείτε να μου μιλήσετε γενικά για διάφορα πράγματα, σας παρακαλώ;

Τώρα μένω στου Παπάγου. Ξεκίνησα την ξυλουργική από μικρός, γιατί ο πατέρας μου είναι μαραγκός. Το αγαπημένο μου ξύλο είναι η ελιά γιατί κάνει ωραία νερά, κάπως καφέ και πιο ανοιχτά, διάφορα. Ποτέ δεν άκουγα ιδιαίτερα μουσική. Κασετόφωνο πήρα στα 15. Αν ήξερα ένα όργανο μουσικό, θα ήθελα να ήταν το μπάσο. Μου αρέσει πολύ όταν βλέπω στις συναυλίες να γίνεται πάνω στη σκηνή της πουτάνας και ο μπασίστας απλώς στέκεται ακίνητος, σκυφτός πάνω απ’ το μπάσο και κάνει μπουπ, μπουμ, μπουπ, μπουμ. Έχω κάνει διάφορα κουρέματα, δηλαδή τα μαλλιά μου παλιά ήτανε μακριά και μετά τα ξύριζα ή τα έβαφα μπλε, κόκκινα, κίτρινα ή και τα τρία μαζί. Μιλάω σιγά.

 

Πολλές φορές ξεκινάει μια συζήτηση και παρατηρώ στον συνομιλητή μου μια αμηχανία. Τότε συνειδητοποιώ ότι δεν με ακούει. Αναγκάζομαι, λοιπόν, ν’ ανεβάσω τη στάθμη της φωνής μου, πράγμα που με αποσυντονίζει, με αποτέλεσμα ν’ απαντάω μονολεκτικά. Θα ήθελα να είμαι λίγο πιο κοινωνικός. Χαζεύω ανθρώπους που μιλάνε σε άλλους ανθρώπους και τους ζηλεύω. Μπορεί να δω κάποιον γνωστό μου και να φύγω, να κρυφτώ, όχι γιατί δεν τον συμπαθώ, αλλά επειδή δεν ξέρω τι να πω, αισθάνομαι περίεργα. Αυτό είναι πολύ μαλακία. Γεννήθηκα σ’ ένα μαιευτήριο στη Σκουφά, εκεί που τώρα βρίσκεται η Κεντρική Κλινική. Ημερομηνία: είκοσι μία δωδεκάτου του εβδομήντα έξι. Σχολείο πήγα στο Κουκάκι, δημοτικό στο 119ο, γυμνάσιο και λύκειο στο 14ο. Δεν είχα φίλους και δεν έβγαινα μέχρι τη Β’ Λυκείου.

 

Μετά έκανα, και με μερικούς είμαι ακόμα φίλος, όπως, ας πούμε, με τον Δημήτρη Σούτσο, που τώρα είναι μάγειρας, πολύ καλός μάγειρας, και με τον Αλέξη, που έχει μαγαζί ηλεκτρικών ειδών στο Φάληρο. Τα καλοκαίρια πήγαινα στη Βουλιαγμένη με τη γιαγιά και τον παππού. Μπάνιο έκανα κάτω από την Aqua Marina* στον Ναυτικό Όμιλο και δούλευα στο περίπτερο του Μπαταγιά, που ήτανε υδραυλικός, Στο πάρκινγκ, μπροστά απ’ το παρκάκι που είχε κάτι πέτρες.

 

Έρχονταν πολλές κυρίες με ρόμπες και πλαστικά παπούτσια για τη θάλασσα. Μετά έπιασα δουλειά σε μια αποθήκη ηλεκτρολογικών ειδών, ως αποθηκάριος. Ήθελα να πάρω ένα συγκεκριμένο μηχανάκι. Ένα XLR 250. Υπήρχε ένα μαγαζί στη Φιλελλήνων, όπου πήγαι- να καμιά φορά. Λεγόταν «exodus» και ήτανε πανκομάγαζο. Χορεύανε πόγκο, χωρίζονταν σε δυο ομάδες, τρία βήματα μπροστά, τρία πίσω, και μετά σύγκρουση. Μπουνιές, αίματα - γενικά, ήτανε συγκλονιστικό. Είχα κάνει έναν φίλο εκεί, που ήτανε τεράστιος και πάντα χόρευα πίσω από αυτόν πόγκο για να μη με χτυπάνε, τον Λευτέρη. Άκουγε Depeche Mode και ήτανε κάπως σοβαρός και δεν πολυσυζήταγε. Ήτανε φανταστικός. Τώρα είναι σεκιουριτάς στο Μέγαρο Μουσικής.

 

#quote#

 

Όταν ξεκίνησα τη σχόλη υποκριτικής, δούλευα τα βράδια στη λαχαναγορά. Μαρούλια και τέτοια. Τα έφτυσα γρήγορα κι έκανα μια συμφωνία με τη σχολή που πήγαινα να καθαρίζω τους χώρους τα πρωινά και να μην πληρώνω δίδακτρα. Τώρα που το σκέφτομαι, μπορεί εξαιτίας μου να διώξανε την καθαρίστρια κι αν συνέβη αυτό, είναι πράγματι μαλακία. Τρεις ώρες κάθε πρωί, μέρα παρά μέρα, σφουγγάρισμα, και μια φορά την εβδομάδα τζάμια, και λίγο τον κήπο όπου υπήρχαν 2 σκυλιά με ονόματα σαιξπηρικών ρόλων. Νομίζω το ένα λεγόταν Ιάγος και το άλλο Οθέλλος. Μέσα στη σχολή υπήρχαν καδραρισμένες ατάκες θεατρικών έργων από έγχρωμο φωτοτυπικό. Μια μέρα, φεύγοντας και πηγαίνοντας προς το μηχανάκι μου, άκουσα κάποιον να λέει «να το το μουνόπανο που έκαψε τη σημαία μας» και μετά με πλάκωσαν στο ξύλο. Άλλη μια φορά έχω φάει ξύλο, στο γυμνάσιο, που με είχαν βάλει να είμαι επιμελητής κι η δουλειά μου ήταν να μην αφήνω κανέναν να ανεβαίνει κάτι σκάλες.

 

Ήρθε ένας από τη Γ’ Γυμνάσιου, του είπα «δεν μπορείς ν’ ανέβεις» και μετά μ’ έσπρωξε, του έδωσα μια άγαρμπη μπούνια στην κάτω γνάθο, γαμήθηκε το χέρι μου, μετά μου έδωσε αυτός δυο- τρεις σφαλιάρες. Αυτά. Όχι, κι άλλη μια φορά, στην Καλλιθέα. Ήταν τότε η εποχή που σε σταμάταγαν και σου έπαιρναν το μπουφάν ή τα παπούτσια. Τότε έπρεπε ν’ αρχίσεις να λες ατάκες όπως «ναι, άλλα ξέρω τον Ξεδοντιάρη» ή «είναι φίλος του αδελφού μου ο Ψηλός» κι έπρεπε κάποιος να πει «α, ξέρει τον Ψηλό, ρε μαλάκα, άσ’ τον να φύγει». Είπα μερικά ονόματα, δεν έπιασε κανένα, έφαγα μια κουτουλιά, αλλά, ευτυχώς, δεν μου πήραν το μπουφάν. Είχα ένα καναρίνι. Ήταν πάρα πολύ έξυπνο. Πηγαίναμε μαζί βόλτα με το ποδήλατο. Καθότανε στον ώμο μου. Παίζαμε κυνηγητό. Κοιμόμουνα μαζί του. Πέθανε Μεγάλη Παρασκευή. Τώρα έχω έναν σκύλο, τον Σαμ, λυκόσκυλο. Είναι πολύ όμορφος, αλλά σκοτώνει γάτες. Στις Πανελλήνιες έδωσα μόνο έκθεση και πήρα 9. Είχα γράψει μόνο τον πρόλογο, δεν θυμάμαι καθόλου το θέμα που είχε πέσει, κι αποφάσισα να κρατήσω το 9 και να ξαναδώσω τα υπόλοιπα. Δεν πέρασα, φυσικά. Στην πενταήμερη είχαμε πάει στη Ρόδο και το μόνο που θυμάμαι είναι έναν συμμαθητή μου που είχε πιει πάρα πολύ και βρισκόταν σε άθλια κατάσταση και μια άλλη συμμαθήτρια, σοκαρισμένη, που μας είπε «αφήστε, έχω πάει στους προσκόπους και ξέρω έναν τρόπο να τον κάνω να συνέλθει» και άρχισε να του τραβάει δυνατά τις ρώγες. Δεν θα την ξεχάσω ποτέ αυτήν τη σκηνή, είναι από τα πιο περίεργα πράγματα που έχω δει, νομίζω. Παλιά έπαιζα στην Καλλιθέα ποδόσφαιρο. Κέντρο και μετά άμυνα.

 

Πήρα μεταγραφή στη Βουλιαγμένη. Μας είχανε πει να κάνουμε 2 φορές την ημέρα προπόνηση κι εγώ έκανα 4. Ξύπναγα 6 η ώρα το πρωί κι έτρεχα και μετά έπεσα κάτω και μου είπε ο γιατρός ότι κάτι έπαθα στο μυοκάρδιο. Επίσης, έτρωγα πολλά πορτοκάλια κι έπαθα υπερβιταμίνωση. Τριάντα με σαράντα πορτοκάλια την ημέρα περίπου. Τώρα τα έχω κόψει. Είχα εθιστεί, μου είπανε, στη βιταμίνη C και ο γιατρός μού είπε να τρώω μανταρίνια, αλλά τα μανταρίνια δεν μου αρέσουνε. Τα πορτοκάλια είναι το αγαπημένο μου φρούτο. Ακόμα, βέβαια, μου είναι δύσκολο να φάω μόνο ένα. Τα καθαρίζω ξεχωρίζοντας τις φέτες, προσέχοντας το μαχαίρι να μην εισχωρήσει στο πορτοκάλι. Δεν αντέχω όλους αυτούς που καθαρίζουν το πορτοκάλι και δεν τους ενδιαφέρει, και το κόβουν στη μέση και τρέχουν τα ζουμιά στα χέρια τους. Τον τελευταίο καιρό μου αρέσει λίγο και το καρπούζι. Φτιάχνω, επίσης, ωραίες φακές και γαρίδες με μακαρόνια. Στις φακές βάζω ντομάτα φρέσκια, μισή κουταλιά ζάχαρη, κρεμμυδάκι, σκορδάκι, πιπερόριζα, κύμινο, καρότο τριμμένο, δάφνη, λάδι προς το τέλος και λίγο ρίγανη.

 

Από γλυκά μου αρέσει πολύ το γαλακτομπούρεκο. Απ’ το Κουκάκι έφυγα γιατί βρήκα ένα καλύτερο σπίτι στο Θησείο, απ’ το Θησείο έφυγα γιατί αισθανόμουν περίεργα στο συγκεκριμένο σπίτι και πήγα στα Πετράλωνα, απ’ όπου έφυγα γιατί ήταν υψηλό το ενοίκιο και δεν μπορούσα ν’ αντεπεξέλθω. Πήγα στην Τερψιθέα, έφυγα γιατί έβαλαν φόλες στα σκυλιά μου και γύρισα πίσω στο ίδιο σπίτι, στα Πετράλωνα, που είχε μείνει ξενοίκιαστο. Είπα στον ιδιοκτήτη «γεια σας, τα πράγματα δεν πηγαίνουν όπως τα περίμενα και θα ήθελα να ξαναμείνω στο σπίτι σας», μου είπε «οk, μείνε» κι έτσι επέστρεψα, αλλά πάλι δεν μπορούσα ν’ αντεπεξέλθω. Συγκατοίκησα με 2 φίλους, δεν τα κατάφερα όμως. Ανάβυσσος, ξανά Πετράλωνα. Εκεί μας την πέσανε ποντίκια. Δώσαμε σκληρή μάχη. Πήρα παρμεζάνα και κόλλα. Το πρώτο το σκότωσα. Το δεύτερο το άφησα στου Φιλοπάππου. Το τρίτο είχε μάθει πια πώς σκέφτομαι και δεν πλησίαζε την παρμεζάνα.

 

Κύριε Σερβετάλη, γιατί δεν πήρατε μια γάτα;

Γιατί θα τη σκότωνε ο Σαμ.