ΣΑΒΒΑΤΟ 18/6

Κάθομαι σε ξακουστό εστιατόριο νησιού. Εδώ που βρίσκομαι είναι πολύ όμορφα. Είμαστε στην άκρη ενός κόλπου, είναι νύχτα, μπροστά μας η θάλασσα, δεν υπάρχουν αυτοκίνητα, κοιτώ προς τα πάνω και σχεδόν τρομάζω απ’ το μεγαλείο του έναστρου ουρανού. Έχω όλα όσα χρειάζομαι αυτό το βράδυ - λίγο ψαράκι θέλω και είμαστε fit για την πιο ωραία βραδιά της χρονιάς. Γενικώς, ψιλοτρομάζω όταν ακούω μεταγραφές σεφ με περγαμηνές από τις πόλεις στην εξοχή ή στα νησιά μας, στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αλλιώς μαγειρεύουμε στα εστιατόρια της πόλης και αλλιώς εκτός πόλεως. Η γνώμη μου είναι αυτή, την πετάτε, αν δεν σας αρέσει. Και φοβάμαι πως οι χρόνοι, οι απαιτήσεις της ελληνικής αγοράς αλλά και η έλλειψη της απαιτούμενης αφοσίωσης πολλές φορές (όχι όλες) δεν επιτρέπουν στους σεφ να καταλάβουν τον χώρο όπου βρίσκονται, να μαγειρέψουν ανάλογα, να ξεπεράσουν τις εμμονές των πελατών τους και να τους δώσουν κάτι σπουδαίο, ισάξιο του πνεύματος του νησιού στο οποίο βρίσκονται. Αντιθέτως, μεταφέρουν στα νησάκια όλα τα κόμπλεξ και τις νευρώσεις της πόλης, μαζεμένα μέσα στα πιάτα που σερβίρουν. Και, βεβαίως, τον συνεχή τους φόβο για εντυπωσιασμό τον μετατρέπουν σε τουρλωμένα, κακόγουστα πιάτα που σε κάνουν κάπως να μετανιώνεις που δεν έφαγες στο ταβερνάκι πάνω στο κύμα, στον γυρισμό απ’ το μπάνιο, και ήρθες εδώ, όπου όλα είναι σαν Αθήνα. Τέλος πάντων, ό,τι έρχεται στο τραπέζι μου φέρει όλα τα «πάθη» που μόλις ανέφερα και μερικά ακόμα. Σκέφτομαι πως για να πάρεις ένα παραδοσιακό πιάτο και να το κάνεις «update», το βασικό που πρέπει να έχεις στο μυαλό σου είναι πως η συλλογική μνήμη αιώνων είναι έτοιμη να σε συντρίψει για κάθε ελαφρότητα που θ’ ασκήσεις πάνω στη συνταγή του. Αυτό θα ’πρεπε να το ξέρουν και οι πέτρες, όμως μου φαίνεται πως η έπαρση υπερτερεί πολλές φορές. Δεν φτάνει, λοιπόν, να στοιβάζεις τα υλικά του πιάτου σε πυργίσκους και να καλύπτεις υπέροχες τροφές, που μόνο την απλότητα έχουν για όπλο, με κάθε λογής περιττά στολίδια και έξτρα συνοδευτικά, για να αναβιώσεις μια συνταγή. Αν είσαι στο νησί, χρειάζεται ν’ ακούσεις τη θάλασσα, που σου μιλάει για πολύ συγκεκριμένα πράγματα, να θυμηθείς τις ξερές πλαγιές των βουνών στις Κυκλάδες όταν πέφτει πάνω τους ο ήλιος, το άρωμα της ντομάτας όταν τη δαγκώνεις φρέσκια την ώρα που την κόβεις από το φυτό, το θαλασσινό αλάτι όταν αλατίζεις τηγανητά ψάρια, το καρπούζι που τρως μετά τον ύπνο του μεσημεριού στο μπάνιο, όλα τα ηλιοβασιλέματα που είδες κρεμασμένος πάνω σε κάποιο βράχο ενός νησιού. Κάπου εκεί βρίσκεται το μυστικό για τη σωστή συνταγή, αν είσαι διάσημος σεφ και θες να διαπρέψεις σε νησί φέτος το καλοκαίρι, και όχι σε όσα έμαθες στην πόλη. Ξέχνα τα αυτά.

ΚΥΡΙΑΚΗ 19/6

Είναι δώδεκα το βράδυ και μόλις μ’ έχει αφήσει το ταξί κάτω απ’ το σπίτι. Οι γάτες κλαίνε και θρηνούν στο μπαλκόνι, κοιτάω τα φυτά που κρέμονται εντελώς ακανόνιστα από δω κι από κει. Καμία συμμετρία. Ντρέπομαι για την αλλοφροσύνη αυτού του κήπου όταν σκέφτομαι τη χιτλερική οργάνωση του απέναντι. Δεν πειράζει. Τα θυσιάζω όλα, φτάνει ν’ ανθίσει αυτό το frangipane που το έχω και το μεγαλώνω τέσσερα χρόνια και που φέτος, σύμφωνα με τις οδηγίες στο φακελάκι με τα σπόρια, είναι η χρονιά του. Kάθομαι στο σκοτάδι για λίγο, ακούω τα πατουνάκια των γάτων που τρέχουν από την ταράτσα για να έρθουν σπίτι. Όλα είναι στη θέση τους. Δεν είναι αυτονόητο, αν σκεφτείς την κατάσταση που ζούμε. Γεμίζω μια πιατέλα με παγωμένο καρπούζι και τρώω με τα χέρια. Θολώνω με αυτήν τη γεύση. Είναι ένα από τα πιο χαρμόσυνα πράγματα στον κόσμο της γαστρονομίας. Πάω για ύπνο ήσυχος, με τη σκέψη πως όλα θα βρίσκονται στη θέση τους μάλλον για λίγο ακόμα. Το ίδιο εύχομαι για όλους. Σας φιλώ.

 

ΥΓ.: Την Παρασκευή το πρωί, στον δρόμο για τη δουλειά, ανακάλυψα πως πέθανε ο Σώτος, ο σκύλος της Βουκουρεστίου. Για μένα, το αγαπημένο μου αδέσποτο, μαζί με τη Lady, που σύχναζε έξω απ’ τη Μεγάλη Βρετανία, αλλά τώρα, μάλλον λόγω «Αγανακτισμένων», ανέβηκε κι αυτή στη Βουκουρεστίου. Είναι πολύ γριά και θεόχοντρη για τέτοιες συγκινήσεις. Λοιπόν, ο Σώτος ήταν ένας πολύ ωραίος, κανελής τύπος, ο οποίος ανεβοκατέβαινε τη Βουκουρεστίου και απ’ το ύφος του και μόνο καταλάβαινες πως θεωρεί τελείως τσιφλίκι του τη συγκεκριμένη περιοχή. Γάβγιζε σε συγκεκριμένους, δεν επέτρεπε πολλά πολλά χάδια. Στην αρχή τον είχα πάρει για ξινό και τσαντίλα, ώσπου ένα πρωί είδα τα τσαλίμια και τις χαρές που έκανε στον κύριο που τον τάιζε. Πήδαγε πάνω-κάτω σαν χαζό κανίς απ’ τη χαρά του και κοίταγε τον κύριο αυτό με αφοσίωση Σαμουράι. Ένα σημείωμα κολλημένο στον τοίχο έλεγε πως ο Σώτος δεν είναι πια στη ζωή και πως μας απολογείται που μας γάβγιζε και μας λέρωνε τον δρόμο. Λυπήθηκα πάρα πολύ, ελπίζω να μην του έκαναν κακό και να πέθανε από φυσικά αίτια.