Μ. Πέμπτη, 17:15, ΚΤΕΛ Κηφισού

Έχω να ταξιδέψω με ΚΤΕΛ πολλά χρόνια, αλλά φέτος κανόνισα να πάω στην Κέρκυρα τελευταία στιγμή και το εισιτήριο Αθήνα-Κέρκυρα οne way κόστιζε 250 ευρώ, έτσι αποφάσισα ότι, όχι, φτάνει, θα πάω με ΚΤΕΛ μέχρι την Πάτρα και μετά θα πάρω το πλοίο ως την Κέρκυρα. Ο σταθμός των ΚΤΕΛ δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα από τότε που πηγαίναμε στο Ναύπλιο με τις φίλες μου, πριν από δεκαπέντε χρόνια, αν και φαντάζομαι ότι και πριν από τριάντα χρόνια πάλι έτσι ήταν. Αφού αποφεύγω έναν ανώμαλο που με κυνηγάει ανάμεσα σε πράσινα λεωφορεία και εξατμίσεις, φωνάζοντας «έχω μεγάλο καυλί, έχω μεγάλο καυλί», κάθομαι σε μια άβολη, συρμάτινη, μπλε καρέκλα στο καφέ των ΚΤΕΛ και χαζεύω το εστιατόριο ακριβώς απέναντι, με το ευρηματικό όνομα «Ο σταθμός της γεύσης». Σηκώνομαι να πάω στην τουαλέτα, ιδέα δεν έχω ότι με περιμένει μια μικρή αυλή των θαυμάτων. Σε ένα μικρό τραπεζάκι ακριβώς μπροστά από την είσοδο της τουαλέτας κάθεται μια κυρία δίπλα σε ένα τσίγκινο μπολ γεμάτο ψιλά. Η δουλειά της, για την οποία και την πληρώνω, είναι να δίνει στους πελάτες χαρτί τουαλέτας. Επίσης, για κάποιον λόγο, πάνω στα βρεγμένα πλακάκια είναι απλωμένα μεγάλα κομμάτια από χαρτόκουτα. Για να φτάσει κανείς στην τουαλέτα πρέπει να πατήσει πάνω τους. Φαντασιώνομαι ότι είναι μαγικά πατάκια: μπορεί να τα πατήσω και να απογειωθούμε. Όταν πια ανοίγω την πόρτα, σκέφτομαι πως τα ΚΤΕΛ Κηφισού πρέπει να είναι το μόνο μέρος στην Αθήνα όπου υπάρχουν τούρκικες τουαλέτες. Αποτελούν σχεδόν μνημειακό έκθεμα: ούτε στα καράβια της γραμμής δεν τις βλέπεις πια. Στους νιπτήρες, κι ενώ πλένω τα χέρια μου με υγρό πιάτων (!), παρατηρώ ότι η διπλανή μου πλένει τα χέρια της, έχοντας στο στόμα της ένα αναμμένο τσιγάρο. Αναρωτιέμαι αν μπήκε στην τουαλέτα κρατώντας το τσιγάρο ή αν το άναψε μέσα, πάνω από την τουαλέτα.

 

 

Μ. Πέμπτη, 20:00, στο λεωφορείο, κάπου έξω από την Κόρινθο

Κανονικά, η διαδρομή είναι δυόμισι ώρες, αλλά έχουν ήδη περάσει 2 κι έχουμε φτάσει ως την Κόρινθο. Η διπλανή μου μοιάζει να έχει αδειάσει πάνω της τουλάχιστον μισό μπουκάλι φτηνό αποσμητικό σε σπρέι - πιθανόν, αν άδειαζε λίγο ακόμα, να είχε γίνει αεριωθούμενο και να είχε φτάσει ως το φεγγάρι. Η κυρία που κάθεται πίσω μου, μια ηλικιωμένη καρακάξα, μιλάει συνέχεια στο τηλέφωνο. Για ώρες ολόκληρες ακούω ερωτήσεις όπως «Παραγγείλατε πλακάκια, τελικά;», «Και πού θα τον κάνουν τον γάμο;», αλλά και «Μωρέ, πότε ήταν που είχα ξαναποκλειστεί με τα χιόνια και σε έπαιρνα συνέχεια τηλέφωνα;», ενώ μοιράζομαι μαζί με όλο το λεωφορείο το δράμα της για το αν θα προλάβει το λεωφορείο για την Κάτω Αχαγιά. Συχνά πυκνά, και ενώ το σούρουπο αντικατοπτρίζεται πάνω σε ηλιακούς θερμοσίφωνες παραλιακών σπιτιών, την ακούω που κρώζει στο αυτί μου: «Όχι, Γιώργο μου, κάτσε να σηκωθώ να δω πού είμαστε και πόσα χιλιόμετρα θέλουμε», και μετά το κεφάλι της πλησιάζει κολλητά στο παράθυρο, λες και θα καταλάβει πόσο μακριά είμαστε χάρη σε κάποια κεραία στο αυτί της. Λίγο πριν φτάσουμε στην Πάτρα, το κεφάλι μου κοντεύει να εκραγεί και ενώ εκείνη κάνει το διακοσιοστό τηλεφώνημα στον Γιώργο για να τον ενημερώσει ότι φτάσαμε στην Άνω Κωλομαγουλίτσα, δεν μπορώ να κρατηθώ άλλο. «Συγγνώμη», της λέω μέσα από τα δόντια μου, «τόση ώρα δεν σας έχει τελειώσει η μπαταρία;». «Όχι», μου απαντάει με φοβερή ψυχραιμία. Θέλω να ουρλιάξω «θα σε πνίξω, μωρή, εδώ θα γίνει ο τάφος σου, θα σε ψάχνει ο Γιώργος από την Κάτω Αχαγιά στον αιώνα τον άπαντα», αλλά με συγκρατημένο, ψυχρό τόνο, της λέω: «Μιλάτε ασταμάτητα εδώ και πέντε ώρες, πονάει το κεφάλι μου, δεν είστε μόνη σας στο λεωφορείο».

 

 

Στο καράβι, 1:00

Το σαλόνι του καραβιού είναι άδειο. Ξαπλώνω σε έναν φλοράλ καναπέ κάτω από μια πελώρια τηλεόραση. Αποκοιμιέμαι, ενώ σκέφτομαι ότι απόψε είμαι κι εγώ ένα από αυτά τα πλάσματα που κοιμούνται αποκαμωμένα στους καναπέδες των πλοίων με θερμικά καλτσάκια στις πατούσες και το στόμα ανοιχτό. Ξυπνάω απότομα στις 4 το πρωί, μετά από κάτι σπαρακτικά ουρλιαχτά. Σηκώνομαι σαν ξεκούρδιστο ελατήριο πάνω από τις βερικοκί πολυθρόνες - το σαλόνι είναι άδειο και στην οθόνη της τηλεόρασης ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου μια κοπέλα με κακή περούκα κραδαίνει ένα μαχαίρι ουρλιάζοντας, τη στιγμή που ο Γιάννης Βούρος την κυνηγάει με τρελά μαλλιά σε ένα υπόγειο.