Καθετί που γράφεται ή εκφωνείται στην Ελλάδα συνήθως συνοδεύεται από ένα κελάηδισμα: την αληθινή αιτία για την οποία γράφτηκε ή ειπώθηκε. Στα υψηλά κλιμάκια, συνήθως κάποιο συμφέρον διακυβεύεται (π.χ. τα διόδια, ένα δημόσιο έργο, το σφάξιμο δυο επιχειρηματιών). Στα χαμηλά, κάνουν παιχνίδι τα ανθρώπινα πάθη, τα ξεμαλλιάσματα της συντεχνίας - ο κύκλος της μικροκακίας που τυλίγει την ελληνική πραγματικότητα από τη Διχόνοια του Σολωμού και εντεύθεν. Αλληλοσυκοφαντούμεθα με τόση φυσικότητα που οι Ευρωπαίοι μάς φαίνονται ξενέρωτοι.

Οι Έλληνες που γράφουν και έχεις την αίσθηση ότι στόχος τους είναι η αλήθεια και όχι η διαβολή ή το self promotion είναι μετρημένοι στα δάχτυλα ενός κουλού χεριού.

Ευτυχώς, δεν νιώθεις το ίδιο όταν διαβάζεις την «Guardian», τη «New York Times» ή την ιστοσελίδα του BBC. Εκεί όμως προϋπάρχουν αιώνες παιδείας και χορτασιάς. Εδώ τα ένστικτα είναι ακόμα νηστικά.

Ίσως φταίει και το γεγονός ότι εδώ ο κύκλος είναι μικρότερος και γνωριζόμαστε. Ξέρουμε από ποια πηγή σταλάζει κάθε σταγόνα χολής. Ο στρεψόδικος Αλφρέδος είναι απλώς έξαλλος με το ερωτικό σουξέ του Νίκανδρου. Η πασιονάρια Μανώ φθονεί φριχτά το νέο ψυγείο της Ελεωνόρας. Ο Τζον απολύθηκε επειδή ήταν λογοκλόπος - διαδίδει, λοιπόν, ότι εκείνος που τον ανακάλυψε ντύνεται τραβεστί και δεν ξέρει αραμαϊκά. Απλά, καθημερινά πράγματα.

Με έναν παράξενο τρόπο, και οι μικρές και οι μεγάλες ατζέντες δολοφονούν το ίδιο τη δημοσιογραφία. Ο φλογερός λίβελλος που γεννήθηκε από ένα ταπεινό απωθημένο (τα περιγράφει ωραία ο Φίλιπ Ροθ στο Ανθρώπινο Στίγμα) στρεβλώνει εξίσου την αλήθεια με τον εκδότη που νοθεύει μιαν εθνική είδηση.

Θα καταφέρουμε ποτέ να κατακρίνουμε τον φίλο που έκανε κάτι άσκημο;

Να επαινούμε τον ανταγωνιστή που αξίζει;

Όχι, όσο είμαστε πεινασμένοι.

(Πέστε να με φάτε.)