Παρασκευή 5/11

Θέμα συζήτησης στο γραφείο τις τελευταίες μέρες το βιβλίο του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, Τρώγοντας Ζώα (εκδόσεις Μελάνι). Το είχα αναφέρει σε αυτήν τη στήλη μερικούς μήνες πριν, όταν κυκλοφόρησε στην Αμερική. Το διαβάζω τώρα (μαζί με όλη την επιπλέον πληροφορία από τα φόρουμ που συζητάνε με υστερία το θέμα, αλλά και τις άπειρες κριτικές). Ο Φόερ είναι πανέξυπνος. Δεν σου λέει «απαγορεύεται». Σε πηγαίνει ένα ταξίδι γεμάτο με τις πιο φρικιαστικές εικόνες που μπορείς να φανταστείς. Κοτόπουλα που ασφυκτιούν στοιβαγμένα σε ορνιθοτροφεία που δεν τα βλέπει το φως ποτέ, συνταγές για πιάτα με κρέας σκύλου, εικόνες από την κτηνοτροφική ζωή γεμάτες κόπρανα και απελπισία. Πρόκειται για ένα κανονικό brainwash: αν είσαι λίγο ευαίσθητος, το επόμενο σουβλάκι δεν πρόκειται να το φας με τίποτα. Ο Φόερ σού λέει τα πάντα, όλα όσα δεν ξέρεις, όλες τις ζουμερές και βρομερές λεπτομέρειες, και μετά σε αφήνει να αποφασίσεις. Δεν είναι ο μόνος που ασχολείται με το συγκεκριμένο θέμα. Μια πλειάδα από food writers σε πολλά γαστρονομικά περιοδικά και food blogs αρχίζουν σιγά σιγά να σκέφτονται το ζήτημα. Πηγαίνουν σε φάρμες, παρακολουθούν σφαγές ζώων και καταγράφουν την εμπειρία τους. Αποκτούν γνώση της όλης διαδικασίας και τη μεταφέρουν στους αναγνώστες. Ακόμα και αν δεν μετατρέπονται σε χορτοφάγους, το σίγουρο είναι πως σκέφτονται διπλά πριν προτείνουν άλλο ένα πιάτο με βάση το κρέας. Αν σκεφτεί κανείς πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν δει ποτέ ένα γουρούνι από κοντά, τότε και ο μαζικός τρόπος που καταναλώνουμε το κρέας σαν να 'ναι μαρούλια ή μακαρόνια μάλλον είναι απολύτως δικαιολογημένος. Εγώ, μέχρι στιγμής, έχω αποτύχει οικτρά στο να μετατραπώ σε αθώο χορτοφάγο και να αναληφθώ στους ουρανούς μαζί με τους ομοϊδεάτες μου, μασουλώντας φινόκιο και λόλα. Άρχισα, τουλάχιστον, να πιστεύω πως πρέπει κανείς να σέβεται την τροφή του. Αν δεχτείς πως το κρέας είναι ό,τι πιο πολύτιμο και σπάνιο υπάρχει στη διατροφική αλυσίδα, τότε κάνεις ένα βήμα μπροστά.

Κυριακή - Δευτέρα (7, 8/11)

«Φτιάχνω σουτζουκάκια για έναν. Μιζέρια». Μιλάω με φίλη στο Τwitter, είναι Κυριακή πρωί κι έχω δυσκολίες στην κουζίνα. Πάντα, όταν είμαι μόνος στο σπίτι, ό,τι αποφασίζω να μαγειρέψω αποτυγχάνει παταγωδώς. Είναι σαν να λείπει ένα βασικό συστατικό, που όσο περνάνε τα χρόνια αρχίζω να το αναγνωρίζω. Κάποιοι μάγειρες θέλουν να απευθύνονται κάπου όταν μαγειρεύουν, εγώ ανήκω σε αυτούς. Μη με παρεξηγείτε. Αγαπώ τον εαυτό μου και φυσικά πιστεύω πως μου αξίζει ένα τέλειο πιάτο με σουτζουκάκια που θα το απολαύσω με ησυχία στον κήπο μου, μια μέρα σαν κι αυτή, που είναι πάλι άνοιξη. Όμως, εγώ θέλω το πάρε-δώσε του τραπεζώματος. Τα μάτια του άλλου που κλείνουν από απόλαυση την ώρα που καταπίνει την πρώτη μπουκιά. Το κεφάλι του που κλίνει προς το αχνιστό πιάτο της σούπας και μυρίζει/αισθάνεται όλα όσα έβαλες για να φτιάξεις αυτό το πιάτο. Για μένα αυτή η ανταμοιβή είναι κάτι ουσιαστικό, που μου δίνει ώθηση. Εκτιμώ τη μοναξιά και κάποτε πεθυμώ πραγματικά την ώρα που θα κάτσω μόνος στην ημιφώτιστη κουζίνα να φάω κάτι, εγώ και ο εαυτός μου. Αλλά ξέρω πως η μοναξια είναι υπέροχη, όταν σε επισκέπτεται προσωρινά. Ίσως και γι' αυτό να επιθυμώ τα τραπεζώματα σε κόσμο όσο τίποτα άλλο. Την επομένη το βράδυ συνάντησα τη Νάνσυ και δύο άλλους φίλους σ' ένα μπαρ, δύο ποτά στα γρήγορα για τη γιορτή μου, πέντε κουβέντες ωραίες και γέλιο που έσπαγε την αμηχανία της εποχής σαν παγοκόφτης. Μου αρέσει αυτή η περίοδος που διανύουμε. Τίποτα δεν είναι δεδομένο και ό,τι καλό έρχεται το παίρνεις για δώρο σπουδαίο, όπως τον αναστεναγμό του φίλου που δοκιμάζει από την πασταφλόρα που μόλις έφτιαξες. Σας φιλώ.