Ο ρόλος του σχολείου, όποια βαθμίδα κι αν έχει, δεν περιορίζεται στη διδαχή γραμμάτων και γνώσεων που θα οδηγήσουν το μαθητή από τη νήπια κατάσταση (αφασία σημαίνει η λέξη) στον ενδιάθετο λόγο. Αυτό ισχύει, μόνο που υποκρύπτει κάτι πολύ βαθύτερο. Παλιά οι γονείς έλεγαν στο δάσκαλο: «σου δίνω ένα κομμάτι κρέας, θέλω να μού το κάνεις άνθρωπο!». Όλοι ξεκινήσαμε σαν κομμάτια κρέας. Οπότε ο εξανθρωπισμός δεν άρχεται με την αλφαβήτα μόνο, κατά κύριο λόγο υποδηλώνει τη σταδιακή απόσπαση του παιδιού από τον κλοιό της οικογένειας. Μέσα στην τάξη αποκτάς δικό σου εγώ, τα μάτια των άλλων σου δίνουν ταυτότητα πολύ διαφορετική από κείνη που σου έδιναν οι γονείς ή τα αδέλφια. Νάτος λοιπόν ο έφηβος ημιαπότακτος από την οικογένεια, με το κορμί του να ψηλώνει όταν πέφτει να κοιμηθεί, ευπαθής στο κοινωνικό και το ερωτικό φροντιστήριο, μικρό αίνιγμα για τον εαυτό του και μεγάλο αίνιγμα όλοι μαζί.

Προσπαθώντας να εξηγήσουν και να ξορκίσουν τους «μπαχαλάκηδες», οι σχολιαστές μοιράζουν άδικα τα χαρτιά. Δεν γίνεται να κρίνεις κάποιον και ποτέ να μην έρχεσαι στη θέση του. Στις ευρωπαϊκές κοινωνίες -ακόμα και στην Ελβετία- ξέρουμε ότι οι μητροπολιτικές συμμορίες αποτελούν μεγάλη σπαζοκεφαλιά. Ανεξέλεγκτες ομάδες κρούσης, μπλουζόν νουάρ που αποστρέφονται κάθε μορφή αστικού βίου, φυτώρια εγκληματικότητας που επωάζονται σε κύκλους νέων οι οποίοι υπηρετούν το δαίμονα της καταδίκης του περίγυρου με το μέγα άλλοθι του γενικευμένου ευτελισμού. Η ευημερία -ακόμη και για κείνους που την κατέχουν- θυμίζει νάρκη και νέκρα. Δεν είμαστε σαν κι αυτούς, η ζωή μας μιλάει σε άλλη γλώσσα - άρα η σχέση μας μόνο πολεμική μπορεί να είναι. Το «τι παιδιά βγάλαμε» των γονιών συστοιχεί με το «τι γονείς βγάλαμε» των παιδιών.

Επόμενο λοιπόν είναι μέσα στο πανεπιστημιακό καθεστώς να κυοφορούνται ομάδες αντίδρασης. Τις αφορμές δεν τις ψάχνεις, σε βρίσκουν. Ήδη το φοιτηταριάτο έχει εκδηλωθεί με νοοτροπία συντεταγμένου στρατού που διαθέτει ειδικό εξοπλισμό και το ανάλογο σθένος. Το διαγούμισμα της πρωτεύουσας μπορεί να ήταν ναυάγιο για την κυβέρνηση αλλά για τα παιδιά αποτέλεσε ιστορικό έπος. Το «ήμουν κι εγώ εκεί» θα τους συνοδεύει σε όλο τον υπόλοιπο βίο τους. Ματαίως λοιπόν περιμένουμε να επιστρέψουν στα σπίτια τους, στα καφενεία τους και στους φοιτητικούς χώρους. Έμαθαν στη βάναυση αντικοινωνικότητα και δεν ξεμαθαίνουν. Όταν μάλιστα η κοινωνία ολόγυρα, άμεσα ή έμμεσα, αιτιολογεί τη στάση τους με το χάλι της, πάσα επίσημη απειλή λειτουργεί σαν ζωτική παρακίνηση.

Για να συντηρήσεις το καθεστώς της βίαιης αντίδρασης και να μην το θυσιάσεις στο χρόνο παραδοσιακών συλλαλητηρίων, το πρώτο και βασικό είναι να ψάχνεις και να βρίσκεις εχθρούς. Η «ημέρα των κρυστάλλων» πρέπει να βρει επάξια συνέχεια. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι πρόσφατες επιθέσεις σημειώθηκαν εναντίον ατόμων που είναι προβεβλημένα θεσμικά αλλά έχουν και τηλεοπτικό ρόλο. Αυτό το ζήτημα έχει πολύ ψωμί. Η τηλεόραση, ως απόλυτο καθημερινό καθεστώς, βαραίνει πάνω στις συνειδήσεις επιδημικά, λαθραία ή νόμιμα κρατάει τους «εχθρούς» στη θέση τους, νομιμοποιεί το ανομιμοποίητο, μπολιάζει το χρόνο ολονών με το ανεξέλεγκτο ψεύδος. Ο σιδηρούς κανόνας υπαγορεύει ότι ακόμη και την αλήθεια να λέει το γυαλί, ρυπαίνει την αλήθεια απλά και μόνο επειδή είναι γυαλί. Κάθε τηλε-ομιλητής είναι ύποπτος.

Εφόσον θεωρούν την καθεστηκυία τάξη συμμορία παλιανθρώπων, γιατί να μην αντιδράσουν λοιπόν με την ίδια παλιανθρωπιά; Έτσι παίρνουν την άδεια από τη μαύρη σημαία για να αρχίσουν το άγριο πάρτι. Δεν το έχουμε καταλάβει, αλλά πρόκειται για πάρτι που συνεχίζεται πρωί και βράδυ, στις γιάφκες και στις μαζώξεις, στις επιθέσεις και στις προσβολές· πάρτι που απεξαρτήθηκε από τις προσωρινές συναινέσεις της κοινής γνώμης (τα σπάνε και καλά κάνουν!), από τα αρχικά φοιτητικο-μαθητικά σχέδια, ξέφυγε από κάθε όριο και μετασχηματίστηκε σε πολιτικο-κοινωνικό σαφάρι. Η βία -όλοι το γνωρίζουν- δεν είναι ηθική, γίνεται όμως ηθική εν ονόματι των σκοπών. Αν ξυλοκοπούσαν γριές, παιδιά ή ανύποπτους διαβάτες, θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχουμε να κάνουμε με μια διεστραμμένη γενιά που εγκληματεί ξεκαπίστρωτη. Στην πραγματικότητα όμως δεν θέλουν να είναι παρά φύσιν όγκος στον εγκέφαλο της ντόπιας κοινωνίας, αλλά τιμωροί.

Σε διάφορες μπροσούρες που έπεσαν στα χέρια μας (τις βρήκαμε ακόμη και στο Αγρίνιο!) διαπιστώσαμε ότι οι αναφορές τους δεν ξεχνάνε ούτε τον Νίτσε. Τα επιχειρήματά τους ηχούν παραταύτα αριστερίστικα, όπου κυριαρχεί όχι το «δικό τους» δίκιο, παρά το τερατώδες άδικο του κοινωνικού καθεστώτος. Έτσι όμως δεν γίνονται μέρος του γενικότερου προβλήματος; Δεν αντιγράφουν με τον τρόπο τους το χάλι που καταδικάζουν; Η τυφλή βία λατρεύει και συντηρεί αυτό που μάχεται όχι διότι θέλει να έρθει στη θέση του, άλλα επειδή το αίσχος του αντιπάλου τής επιτρέπει όλα τα μέσα. Όταν αναδεικνύεσαι στα είκοσί σου «ήρωας εκδικητής», παραείναι μεγάλος ρόλος για να τον εγκαταλείψεις.

Οι ίδιοι πιστεύουν ότι εμπνέονται από τη δικτατορία της αρνητικής δικαιοσύνης. Κάθε παρόμοιος αγώνας, τυπικά, έχει με το μέρος του την ανιδιοτέλεια. Πέρα από τους ακαδημαϊσμούς πάντως, θα πρέπει να απολαμβάνουν το ζοφερό καθεστώς της ατιμωρησίας και της τζάμπα βίας που είναι βασιλικός πολτός για ένα εγώ το οποίο -εδώ που τα λέμε, όπως κρίνουμε λόγω της ηλικίας μας- νιώθει εγκλωβισμένο μέσα σε ένα σάπιο καθεστώς. Συμπέρασμα; Χειρότεροι από τους εχθρούς τους -έτσι κρίνουν- αποκλείεται να είναι. Μόνο που ό,τι ξεβρακώνουμε πρέπει να το βρακώσουμε. Η γύμνια δεν αντέχει τον εαυτό της.