Παρασκευή 20/6

Ξεφυλλίζω το τελευταίο τεύχος του «Martha Stewart Living». Πολύ ωραίο. Όπως πάντα, μοναδικές φωτογραφίες, υπέροχες ιδέες. Σε κάνει να νομίζεις πως ο παράδεισος είναι κάπου κοντά. Κάτι με ενοχλεί όμως. Κάτι με ενοχλούσε και στο προηγούμενο τεύχος και νομίζω πως ξέρω τι είναι αυτό. Το εισαγωγικό σημείωμα όπου γράφει η Martha Stewart είναι συνήθως ένα προσωπικό How-to. Καταγράφει τις δικές της εμπειρίες και μέσα από αυτό μεταφέρεται η τεχνογνωσία στον αναγνώστη υπό τη μορφή ενός συμπαθητικού κειμένου. Τι ωραία που έφτιαξα customized χαρτί αλληλογραφίας, ας πούμε, ή πόσο εύκολο είναι να κάνεις δικές σου κορνίζες με κοχύλια και φελλό ή πόσο όμορφα είναι τα μπουκέτα με ροζ τριαντάφυλλα ή πόσο νόστιμες είναι οι μαρμελάδες που φτιάχνεις μόνος και τις συσκευάζεις σε δικά σου μπουκάλια όπου τα αυτοκόλλητα τα έκανες εσύ, και πάει λέγοντας. Στα τελευταία της σημειώματα υπάρχει -ή μπορεί και να μου φαίνεται- μια επίδειξη πλούτου αδικαιολόγητη. Δεν είναι ακριβώς show off του στυλ «έχω πάρα πολλά λεφτά και είμαι η καλύτερη». Πρόκειται μάλλον για κάποιο είδος feel good λήθης που σε κάνει να μην ξέρεις πού να σταματήσεις. Όταν όλος ο κόσμος ζει δύσκολα, δεν μπορείς εσύ να του λές «τι ωραίος που είναι ο λαχανόκηπός μου που έχει έκταση δέκα εκτάρια και τον καλλιεργώ μαζί με δέκα άλλους κηπουρούς» ή ότι «είναι τόσο μεγάλες οι εκτάσεις του κανονικού μου κήπου που αναγκάζομαι να φυτεύω δεκάδες χιλιάδες βολβούς για να υπάρχει αισθητικό impact». Και βεβαίως, το τελευταίο και καλύτερο είναι που εξηγεί πώς περιποιείται τους φιλοξενούμενούς της. Το μόνο που μπορώ να πω είναι πως τα πεντάστερα ξενοδοχεία ωχριούν μπροστα στις περιποιήσεις της Μάρθα. Πραγματικά, καθόλου δεν με ενδιαφέρει ο πλούτος του άλλου. Όμως νομίζω πως όσοι γράφουν σε περιοδικά good living, σε έντυπα δηλαδή που προτείνουν στη μεσαία κυρίως τάξη πώς να ζει καλύτερα, θα πρέπει να είναι προσεκτικοί γιατί η μεσαία τάξη περνά πολύ δύσκολα. Γενικώς, κάνω μια παρατήρηση πως στα περισσότερα περιοδικά αυτού του είδους υπάρχει μια ροπή προς την πολυτέλεια, τον εκλεπτυσμό, τις φίνες γεύσεις, τα σπάνια υφάσματα. Όλα καλά και άγια, όμως ποιος διαθέτει τα χρήματα για να ακολουθήσει αυτά που προτάσσουν αυτά τα έντυπα; Τουλάχιστον στην Ελλάδα που οι μισθοί είναι γελοίοι θα ήθελα παρακαλώ να μη βλέπω στα deco περιοδικά των μεγάλων εφημερίδων πολυθρόνες της τάξεως των 2.000 ευρώ και υφάσματα της τάξεως του 150 ευρώ το μέτρο. Λίγο να κρατηθούμε. Μερικά πολύ σημαντικά έντυπα παγκοσμίως έκαναν, χωρίς να το δηλώσουν, μια στροφή προς τις πιο οικονομικές λύσεις και την ομορφιά που απορρέει όχι από την πολυτέλεια αλλά από απλά καθημερινά πράγματα ενός απλού και καθημερινού τρόπου ζωής. Καημένη Martha, ελπίζω να μην ξεμωραθείς και σύ τελείως όπως η Barbra Streisand. Τίποτα δεν θα μείνει...

Κυριακή 22/6

Όλη τη μέρα κάθομαι σπίτι και μουλιάζω μέσα στην απόλυτη ησυχία του Κολωνακίου. Στην πολυκατοικία είμαι ο μόνος ένοικος. Οι υπόλοιποι θα είναι σε ‘κάνα Λαγονήσι ή καμιά Μύκονο. Ποτίζω ελεύθερα και αφήνω τα νερά να τρέξουν από την υδρορροή χωρίς φόβο πως θα με σκυλοβρίσει η καταστηματάρχισσα στο ισόγειο, ακούω μουσική όξω φωνή, βγαίνω στο μπαλκόνι με το μποξεράκι, κανείς δεν με κοιτάει. Οι καλύτερες μέρες στην Αθήνα είναι αυτές που είναι άδεια, σκέφτομαι. Το βράδυ πάω με φίλους στη Δεξαμενή. Θα δούμε το Breakfast at Tiffany's. Δεν το έχω δει ποτέ. Η ταινία ξεκινά με τον πιο μαγνητικό τρόπο. Η Audrey Hepburn με ένα μοναδικό φόρεμα Givenchy περπάτα στην άδεια Πέμπτη Λεωφόρο, χάραμα, πίνει καφέ από ένα χαρτοπότηρο και μασουλάει ένα κρουασάν χαζεύοντας τη βιτρίνα του Tiffany's, ενώ ακούγεται το φανταστικό σάουντρακ του Χένρυ Μανσίνι. Μια από τις ωραιότερες ενάρξεις ταινίας που έχω δει. Πολύ κομψή ταινία, που λέει πολλά χωρίς να λέει τίποτα και που αφήνει να φανούν η μεγαλοφυΐα και το στυλ του Τρούμαν Καπότε. Αυτό είναι το πραγματικό Sex and the City και η SJP και τα ρούχα της Πατρίτσια Φιλντ είναι σαν μπούρκες μπροστά στα κομψοτεχνήματα του Hubert de Givenchy και τη φινέτσα της Audrey Hepburn. Εννοείται βέβαια πως την ταινία στήριξε μοναδικά αυτός ο γάτος. Η τελευταία σκηνή όπου η Holly ψάχνει το γάτο στη βροχή έκανε όλο το κολωνακιώτικο κοινό να σιγοκλαψουρίζει καταπίνοντας με νοσταλγία τη γρανίτα φράουλα. Μετά την ταινία κάτσαμε κάτω από τα μεγάλα δέντρα της δεξαμενής, φάγαμε κεφτεδάκια, ήπιαμε μια μπίρα, τάισα μια γάτα με τέσσερα παιδιά ένα ολόκληρο ψαρονέφρι και χωρίσαμε με τους φίλους στα σκαλιά της Πινδάρου. Αυτοί πήραν τη μηχανή τους και χάθηκαν προς Παγκράτι και 'γω ανέβηκα στο σπίτι και σκέφτηκα πως και οι δικοί μου γάτοι μια χαρά στηρίζουν την ταινία μου.

Σας φιλώ.