Αφουγκράζομαι τους πόθους των πολιτικάντηδων, να εμβαπτίζονται με ιστορικά φερώνυμα και αν μη τι άλλο, με πρόσχημα την ιστορικότητα των στιγμών, να αποποιούνται των ευθυνών τους. Πολύ δε μάλλον, χαιρετίζω την επιμονή των λόγων τους που(εκούσια ή ακούσια) διέπονται από πομπώδεις, φλύαρες και παραληρηματικές αναφορές στο ιστορικό πεδίο. Έτσι μου παραχωρούν την ευχέρεια να ασκήσω δριμεία κριτική στα τεκταινόμενα και τα πεπραγμένα τους, με βάση την ιστορική πραγματεία, που αποτελεί το αντικείμενο σπουδών μου. Με άλλα λόγια είμαι σε θέση, με δική τους επιδίωξη, να κρίνω με γνώμονα την ιστορική σκοπιά. Προς επίρρωση της φαιδρότητας και της ματαιοδοξίας του γοήτρου τους, αλλεπάλληλα επιχειρούν να αναμετρούνται με την «ιστορία». Θεμιτό και αναντίρρητα επιβεβλημένο, καθώς διανύουμε μια καθόλα ιστορική περίοδο. Αλλά για μια «ιστορία» που θα αποφανθεί εν ευθέτω χρόνω . Ωστόσο η «προβληματική» που ανέκυψε, από την προσπάθεια του κοινοβουλευτικού δυναμικού της χώρας, να αναγάγει τα τεκταινόμενα σε ιστορικά δρώμενα, χωρίς να παρέλθει ο αναγκαίος χρόνος που απαιτεί αυτή η διαδικασία, κυρίως όμως η τάση, πολλών εξ αυτών, να προκαταλαμβάνουν ή να προδικάζουν τα γεγονότα αυτά, ως ένδοξα ή ως καταστροφικά, αγνοώντας θελημένα ότι αυτό αποτελεί αντικείμενο των ιστορικών, είναι ικανή να παρακωλύσει έως και να σπαράξει το «ιστορικό έργον».

 

Αναπόφευκτα, εξαιτίας της κοινωνικής δυσμένειας και της οικονομικής δυσπραγίας, ο ιστορικός καλείται να ερευνήσει, να αξιολογήσει και αμερόληπτα να παραδώσει εκείνα τα ιστορικά τεκμήρια(με τρόπο καθολικά αποστασιοποιημένο από τα καιροσκοπικά πολιτικά πεπραγμένα, με επιστημονική κατάρτιση, με ορθολογική αρτιότητα, με αντικειμενικότητα έναντι του υφιστάμενου/πολύπλευρου κοινωνικού φάσματος και με συνθετική ικανότητα στα συμπεράσματα, που συνίσταται στην αποδόμηση των επιμέρους/περιπτωσιακών συγκυριών και στην ανίχνευση των καίριων σημαινόμενων συνθηκών) ως "κτήμα εις αεί" στις κατοπινές γενιές . Ίσως πολλοί από τους, μεν και δε, πολιτικάντηδες απώλεσαν πως είναι οι πλέον ανεπαρκής στο να κρίνουν την ιστορικότητα των στιγμών, κυρίως όμως, κατά μεγάλη παρρησία τους και με τον πιο ανεύθυνο τρόπο, απεμπολούν την παγιωμένη πεποίθηση πως: «Η ιστορία γράφεται από τους ιστορικούς». Στον βαθμό που τους αναλογεί, οι πολιτικάντηδες, συνδράμουν το ιστορικό έργο με τα "λόγια" και τις "μέρες" τους, κυρίως διότι είναι «πρόσωπα ή υποκείμενα» υπό ιστορική μελέτη ή κριτική. Η αυτοκριτική στα «λόγια» και στις «μέρες» τους είναι γόνιμη. Πολύ φοβάμαι όμως, πως είναι μια αυτοκριτική που αποποιείται τον προσωπικό της χαρακτήρα και επιτηδευμένα μεταγράφεται ως «ιστορική». Έτσι λοιπόν η ιστορική επιστήμη, δεν θα μπορούσε να είναι, κάτι άλλο πέραν, από ασύμβατη ή αδιάφορη, με αυτή την "υπό μανδύα" κριτική. Η ιστορική κριτική, επί των "λόγων" και των "ημερών", ανήκει στους ιστορικούς και οποιαδήποτε απροκάλυπτη πολιτική παρέμβαση ή εύνοια, αλλοιώνει το περιεχόμενο της ίδιας της ιστορίας. Παρατείνοντας τον συλλογισμό αυτό είναι χρήσιμο να καταθέσω την άποψη ότι: κάθε εναλλακτική και κάθε αντίρροπη κατεύθυνση από το «σχήμα» της ιστορικής διαδικασίας και από το «δόγμα» της ιστορικής επιστήμης, μπορεί να κατηγορηθεί ως ιστορική καπηλεία, ιδιοτέλεια και αναίσχυντη προπαγανδιστική διάθεση, που αλλοιώνει, παραποιεί και συσκοτίζει την ιστορική γνώση, επεμβαίνοντας στο επιστημονικό έργο των ιστορικών, με σκοπό να ποδιγέτησει την κοινή γνώμη, να ετρεοκατευθύνει την κοινωνική βάση και να αφαιρέσει από το "επαύριον" το ιστορικό του παρελθόν. Αφήστε την ιστορία για μας τους ιστορικούς, λοιπόν.

 

Όμως δεν φτάνει μόνο, ο «ιστορικός ναρκισσισμός» των πολιτικάντηδων να συγκρίνονται με «ιερά τέρατα», για να περιγράψει την κατάσταση. Εξάλλου, ιστορικός ναρκισσισμός τους οφείλεται , εν μέρει, από μια προδιάθεση στην μεγαλομανία και σε ένα ανερμάτιστο μεσσιανισμό. Πιο διαφωτιστικό είναι το γεγονός ότι: πολλοί εξ αυτών επιδίδονται(ίσως επαγγέλλονται) σε πολιτικά μανιφέστα που κατακλύζονται από ιστορικές ανακρίβειες και σκωπτικά συμπεράσματα. Στο σημείο όμως αυτό εντοπίζουμε μια βαρύνουσας σημασίας και ιδιαίτερα επικίνδυνη, προβληματική. Συχνά, επικαλούνται ιστορικά γεγονότα που είναι ανεδαφικά, δεν έχουν συνάφεια με το απώτερο ή εγγύς παρελθόν, προ πάντων δε, η ιστορική τους ημιμάθεια(που πηγάζει από τα σχολικά εγχειρίδια) στερείται τεκμηρίωσης και ουσιαστικής επίγνωσης των γεγονότων. Με χείριστο και αναίσχυντο τρόπο, ισοπεδώνουν ή συγκρίνουν ή συγχέουν ή εξομοιώνουν, ιστορικά γεγονότα που δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εις βάθος. Ανερυθρίαστα και αγόγγυστα, αναπαραγάγουν ή αναμασούν αμφιλεγόμενα ιστορικά γεγονότα και τα θέτουν ως βάση συζήτησης. Μια συζήτησης που πολλές φορές, καθώς αποτελεί δημόσιο λόγο, έχει αποδέκτη τον «πολίτη» που ενστερνίζεται ή παθητικά υιοθετεί λανθασμένες απόψεις επί των ιστορικών πεπραγμένων. Απόψεις που τον φανατίζουν ή τον αποστρέφουν, με γνώμονα την παγιωμένη/κατασταλαγμένη πεποίθηση του, πως άπτονται των ιστορικών παραδειγμάτων. Έτσι οι «πολιτικάντηδες» αβίαστα παρασιωπούν την ανάγκη για ουσιαστική ιστορική γνώση και για παραδειγματισμό με ορθές ή υπαρκτές «παρελθούσες αναλογίες». Αν και υπάρχει η αξίωση πως: «η ιστορία επαναλαμβάνεται» είναι δόκιμο να κοινωνήσω την αρχή μου πως: «οφείλουμε να στεκόμαστε στο ύψος των περιστάσεων». Περιστάσεις όμως, που αρμόζουν στις(σύγχρονες με εμάς) συνθήκες,ανταποκρίνονται στα κοινωνικά δεδομένα της εποχής μας και κυρίως είναι συμβατές με τις συγκυρίες που βιώνουμε. Παράμετροι με άλλα λόγια που σε «σημεία» μπορεί να συγκλίνουν με το «ιστορικό παρελθόν» αλλά επί της «ουσίας» να διαφοροποιούνται ή να απέχουν καθόλα. Κατά γενική αξίωση έχω μάθει, πως για να αξιολογήσω και να εκμαιεύσω πολύπλευρα συμπεράσματα για το «γίγνεσθαι», πρέπει να ανατρέχω στην εγκυρότατη, πληρέστατη, χρησιμότατη και γνωστικά εμβριθή ιστορία. Διαθέτω όμως και την ιστορική ευκρίνεια και κυρίως την συναίσθηση των λόγων μου, σε σημείο τέτοιο ,ώστε να αποφεύγω να ευτελίζω, να ισοπεδώνω και παραποιώ τα ιστορικά γεγονότα. Επειδή όμως η ιστορία είναι η επιστήμη μου (εν γένη), είμαι σε θέση να συμπεράνω πως το κοινοβουλευτικό ντελίριο, των μεν και ων, αποτελεί μια ακατάσχετη «φαμφάρα μεγαλοιδεατισμού» και μια ακρότατη παραφιλολογία, της πολιτικής καπηλείας και ιδιοτέλειας, που στηλιτεύει και καρπώνεται την ιστορία, για χάριν της «εθνέργεσης» του ακροατηρίου. Κυρίως καταβαραθρώνει και σπιλώνει την "ουδετερόφιλη" επιστήμη της ιστορίας. Ας αφήσουν κατά μέρος, την ιστορία για την ώρα, ας την αφήσουν να παρατηρήσει, ας την αφήσουν πράξει, ανεξάρτητη, το έργο της. Γόνιμο δε θα ήταν, στο εξής, οποιοσδήποτε "την" επικαλείται, να είναι σίγουρος πως είναι γνώστης της «ουσίας» των ιστορικών γεγονότων και όχι, ότι απλά δύναται, να διακρίνει κάποια επιφανειακά και κοντόφθαλαμα «σημεία» της. Καθώς αυτά πότε δεν οδηγούν σε ασφαλή συμπεράσματα και εποικοδομητικές γενικεύσεις. Δεν είναι παρακαταθήκη μας τα «ιστορικά σημεία», αλλά η ίδια η «ιστορική μνήμη» μας.

 

Γραφικός ή μη, συνειδητοποίησα πως «Ο λαός που επαναλαμβάνει τα λάθη του, είναι αυτός που ποτέ δεν έμαθε την ιστορία του». Και ναι(!) όντως ξεχάσαμε πολλά, στην πορεία της πολυκαιρισμένης και μακραίωνης ιστορίας μας. Ευχής έργον η "ιστορική λήθη" να απαλειφτεί. Ως τότε όμως η "ιστορική ημιμάθεια" μπορεί να οδηγήσει σε πλήρως αντιπαραγωγικά και αυτοκαταστροφικά σύνδρομα, καθώς θα συντηρεί και θα διαιωνίζει ψευδαισθήσεις και επίπλαστες ελπίδες. Όλοι είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε καλά, πόσο "εθνοκτόνες" είναι οι ψευδαισθήσεις και οι ελπίδες για έναν λαό, δη τον ελληνικό, με πλούσια ιστορικά παραδείγματα που επιβεβαιώνουν με τον πιο αφοπλιστικό τρόπο, αυτό το αίσθημα του "μεγαλοιδειατισμού" και του, κακώς εννοούμενου, "πατριωτισμού". Ενός μεγαλοιδεατισμού και ενός πατριωτισμού που συγκαταλέχθηκαν από τους ιστορικούς, στα "μαύρα γράμματα" της ιστορίας. Γιατί στην τελική, η ιστορία ενδείκνυται πολλών και διαφορετικών αναγνώσεων, τα συμπεράσματα της όμως, είναι καθολικά και αδιαμφισβήτητα. Τον φασισμό, εν παραδείγματι, θα τον διαβάσει στα διάφορα βιβλία, κάποιος ως προοπτική και δυναμική και κάποιος άλλος, ως καταστροφικό και ολέθριο. Η «ιστορική επιστήμη» , που μελετά τα απτά γεγονότα, αποφανθεί με ασφαλή συμπεράσματα, επ αυτού. Και αν πολλοί παραμονεύουν για να αναβιώσουν αυτό το «ιστορικό σκότος», αναρωτιέμαι, θα τους αφήσουμε;