Mια παλιά φωτογραφική μηχανή έχει να σου διηγηθεί πολλά. Ιστορίες της μέρας και της νυχτας. Αφαιρετικές νουβέλες σε ασπρόμαυρο φόντο, εκρήξεις χρώματος αποτυπώμενες από μελωμενες καρδιές. Θα σου μιλήσει για το φως και το πώς έγραφε πάνω σε σώματα που ξάπλωναν σε τσαλακωμένα σεντόνια. Θα ξεκαρδιστεί με τα νευρικά χέρια του εραστή που την κρατούσε όσο έκρυβε το πρόσωπο του πίσω απο αυτή, κοιτάζοντας ηδονοβλεπτικά μέσα από το κλείστρο εκείνη που γούσταρε. Θα σου αποκαλύψει την ιστορία πίσω από μια φωτογραφία με ένα κώλο με 4 λακάκια που διακοσμεί το τοίχο, που όλοι απορούν και κοιτάνε, αλλά κανένας δε τολμά να ρωτήσει, όταν φεύγει σιωπηλά από το δωμάτιο. Όταν ο έρωτας γίνεται τόσο ισωπεδωτικός, ένας κώλος αποκτά σημαντικότητα. Γίνεται αντικείμενο υπαινιγμού και εξιστόρησης μέσα από φωτογραφία.

 

Μια φωτογραφικη μηχανή δεν είναι ένα άψυχο αντικείμενο, ένα εργαλείο. Έχει τις προτιμήσεις και τα βίτσια της. Απεχθάνεται τη φλυαρία, ερωτοτροπεί με τη λακωνικότητα.


Μια φωτογραφική μηχανή μπορεί να σου μιλήσει για μεγάλους έρωτες, ταξίδια και χειμώνες. Θα σου φωτογραφίσει αναζητήσεις στην πόλη, αγριεμένα και φευγαλέα πρόσωπα. Θα σου εξιστορήσει διαδρομές και περιπλανήσεις. Ταξίδευε μαζί σου μέσα σε ένα σάκο παρέα με ότι μπορείς να φανταστείς. Άντεξε βροχή, κρύο, αλμύρα και ζέστη. Σκουντούφλησε μαζί σου σε βράχους, έγινε μούσκεμα κάτω από τα σύννεφα, έσκασε από τον κάυσωνα. Θα σου αποκαλύψει βουτιές στο μέσα σου.


Μια φωτογραφικη μηχανή δεν είναι ένα άψυχο αντικείμενο, ένα εργαλείο. Έχει τις προτιμήσεις και τα βίτσια της. Απεχθάνεται τη φλυαρία, ερωτοτροπεί με τη λακωνικότητα. Λατρεύει τις αντιθέσεις, Το ίσως που μεταμορφώνεται σε υπόσχεση. Σου μαθαίνει ότι τίποτα δεν κρατάει για πάντα, όμως το σ'αγαπώ με ένα πάτημα του κλείστρου της, μπορεί να παγώσει και από δήλωση στιγμής να μεταμορφωθεί σε αιώνια αλήθεια. Είναι η ματιά σου, η αποτύπωση της ψυχής σου μέσα σε ένα κλικ, γίνεται προέκταση των χεριών σου. Σου κάνει παρέα σκονισμένη επάνω στο γραφείο, όταν αδυνατείς να τη σηκώσεις. Γίνεται αιτία και αφορμή. Το προσωπικό σου μανιφέστο και επανασταση.


Σε κάνει να γελάς όταν θυμάσαι το Θωμά, βγαλμένο από σκηνή ταινίας του Αλμοδόβαρ, που απαιτούσε να αποκαλείς Νεφέλη, με το βραχιόλι σε σχήμα φιδιού, φορεμένο στο μπράτσο, το κοντό φουστάκι και το σχισμένο καλσόν. 6 νυχτερινές ώρες και 1000 πεταμένα κλικ, στη Βουλιαγμένης, στην αυλή, στο σπίτι και όλα αυτά για να μάθεις ότι η τέχνη από την πατάτα απέχουν απειροελάχιστα μερικές φορές.


Σου το δήλωσε ξεκάθαρα στην Κωνσταντίνουπολη ότι είχε κουραστεί. Εσύ ήσουν με κρυλόγημα και πυρετό, εκείνη αγκομαχούσε και αδυνατούσε να εστιάσει και να συνεργαστεί με το διάφραγμα. Κάνατε μια συμφωνία μεταξύ σας και την τηρήσατε μέχρι τέλους. Ότι θα αντέξετε. Και αντέξατε. Ήταν η τελευταία φορά. Μόλις επιστρέψατε, εσύ πήρες αντιβίωση και εκείνη άραξε στο ράφι του καθιστικού, για να μπορείς να τη βλέπεις από κάθε οπτική γωνία του χώρου. Μέσα στην καρδιά του καθενός κατοικούν βασιλιάδες κρυμμένοι από τη σκόνη της καθημερινότητας. Όσες φωτογραφικές και να πιάσεις στα χέρια σου, εκείνη θα είναι για πάντα η βασίλισσα σου.