Μέσα στην τετράγωνη, άνυδρη λογική μου, προσπαθώ να τη γευτώ, να τη μυρίσω ως τα μέσα μου. Να την κάνω δική μου, τόσο όσο με έχει και αυτή δικό της. Τόσο και 10 φορές ακόμα. Φέρνω στο νου μου εικόνα δύο βάρη, δύο αβάσταχτους ογκόλιθους που κρατώ πάνω μου φυλαχτά και κατάρα. Και δε με ενοχλεί αυτό. Ξέρω ότι είναι για το καλό μου. Τα ζυγιάζω κάθε τόσο, και όσο το κάνω, νιώθω ότι αυτό δεν είναι τελικά εφικτό. Και μεταμορφώνομαι σε Τέρας.


Είμαι το Τέρας. Αυτό που έχει γωνίες και συνάμα αυτό από το οποίο λείπουν. Αυτό που προσπαθεί να τη γευτεί ξανά, να ποτίσει τη σκέψη του από την ύπαρξή της. Είμαι αυτό που προσπαθεί και πάλι, να καμπυλώσει τις ορθές της γωνίες και να ευθυγραμμίσει τις καμπύλες της. Που θέλει να τη δαμάσει, μα χαίρεται με την ανεξαρτησία της. Αυτό που τη βρίσκει παντού, όντας πουθενά. Αυτό που την αναζητά αενάως. Με πείσμα, αυτή που τον καταντά έτσι.