Ο Στράτος κοίταξε τελευταία φορά το διαμέρισμα που ξενοίκιασε, γυναίκες που πέρασαν ένα βράδυ, που ανταλλάξανε όρκους αιώνιας πίστης ή σιωπής, απιστίες σωματικής ηδονής, όνειρα επαγγελματικά και πόρτες μισοφαγωμένες από το κουνέλι που πέρασε 3 χρόνια μαζί του.


Είχε κλείσει ήδη δύο μήνες άνεργος όταν πέρασε την πόρτα του σπιτίου της Λυδίας. Μερικά ρούχα και κανα δυό ηλεκτρικές συσκευές ήταν όλα κ όλα τα πράματα που πήρε μαζί του.


Οι γονείς της Λυδίας, ένα όροφο πιο επάνω από αυτούς, είχαν το διαμέρισμα έτοιμο για την πρωτότοκη κόρη τους. Είχαν δουλέψει σκληρά και είχαν στερηθεί στιγμές για να μπορούν να προσφέρουν στα παιδιά τους ένα καλύτερο μέλλον. Το μόνο που δεν γνώριζαν ήταν ότι ο Στράτος, ο καλύτερος φίλος και έραστης της Λυδίας, όχι συγχρόνως πάντα και με τις δυο ιδιότητες, τα τελευταία επτά χρόνια, ένιωθε έτοιμος στα 35 του χρόνια να συγκατοικήσει με τη Λυδία. Δεν είχανε προλάβει να ξεπεράσουν ότι ο δεσμός της κόρης τους με τον Γιώργο, που είχε σταθερή δουλειά, περιουσία και ήταν από καλή οικογένεια διαλύθηκε ξαφνικά. Ο Στράτος έκανε ότι πέρναγε από το χέρι του για να μην χωρίσουν, όσο και αν τον ενοχλούσε ότι η καλύτερη φίλη του, έδινε τα φιλιά της και την αγάπη της σε κάποιον ξένο.


Εκτός από τον εαυτό του που της έδινε σε όλες τις δυσκολίες της, δεν μπορούσε να συναγωνιστεί την σταθερότητα και την ασφάλεια για μέλλον που της έδινε ο Γιώργος. Ήταν ένα ζευγάρι που λειτουργούσε με την παρουσία του Στράτου, η Λυδία δεν μπορούσε να αφήσει μέρα ή νύχτα χωρίς να τον συναντήσει και ο Γιώργος εξαργύρωνε την παρουσία του με την αγάπη της Λυδίας.


Ήταν σίγουρος για τους γονείς της , αυτός θα εφταίγε που χάλασε το "γλυκό", η Λυδία ποτέ δεν θα έλεγε την αλήθεια - μάνα ήταν ξενέρωτος και μου γυάλισε ένας ακόμα πιο ξενέρωτος. Πρώτη φορά ο Στράτος είδε την Λυδία σαν ένας τρίτος και αποφάσισε να φύγει, να ξεκόψει, να ακούσει την φωνή της λογικής να του ψιθυρίζει τρέξε μαλάκα μου τρέξε.


Γνώριζε τη Λυδία καλύτερα από τον εαυτό του, δυστυχώς για αυτόν και η ίδια γνώριζε τα αδύνατα του σημεία. Τίποτα από τα παραπάνω δεν θα είχαν σημασία αν ο Στράτος δεν είχε αδυναμία και πολύ αγάπη να δώσει στη Λυδία.


Οι μέρες κυλούσαν σαν ένα κανονικό ζευγάρι, η Λυδία στη δουλειά της και ο Στράτος σπίτι, νοικοκυριό, μαγείρεμα, ο σκύλος βόλτα, βράδια γεμάτα έρωτα, αλκοόλ, χάδια, ταινίες και ύπνος ο ένας κολλημένος στον άλλον. Πριν κοιμηθούνε χαζεύανε τα φωσφορούχα αστεράκια με το τεράστιο Φεγγάρι που αγόρασε η Λυδία και κόλλησε ο Στράτος στο ταβάνι γιατί τους θύμιζε το αγαπημένο τους τραγούδι Fly Me to the Moon.


Στους πρώτους έξι μήνες ο Στράτος έβλεπε τη Λυδία να καλύπτει τα έξοδα του σπιτιού, να είναι πρόθυμη να πάρει το ρίσκο της ανεργείας του και να βγάζει τη γλώσσα στους γονείς της, για τις επιλογές της. Του δώθηκε άγαπη που δεν ήξερε αν στα αλήθεια την δικαιούται.


Στα γενέθλεια της, για καθαρά εγωιστικούς λόγους ήθελε όσο τίποτα άλλο στον κόσμο να δει το προσωπό της, όταν θα εβλεπε ότι της ετοίμασε ένα πάρτυ έκπληξη, φίλους που θέλανε να βρεθούνε, 2-3 μπουκάλια αλκοόλ και μια τούρτα, όσα μπορούσε να κάνει με τα χρήματα που δεν είχε. Για δώρο ούτε λόγος, το είχε στο μυαλό του όταν θα έπιανε δουλειά.


Ο Στράτος μεταξυ σοβαρού και αστείου μου ανέφερε ότι υπήρχαν παράπονα ότι η τούρτα ήταν μικρή σε μέγεθος.


Η απόλυση της Λυδίας με την ανικανότητα του Στράτου για έυρεση εργασίας και με το επίδομα ανεργίας να υπάρχει μοναχά, φέραν τα πρώτα σύννεφα στη συγκατοίκηση.


Τα όνειρα για μετανάστευση στο εξωτερικό είχαν αρχίσει να ξεφτίζουν, ο Στράτος παράτησε τα μαθήματα Ισπανικών που του έκανε η Λυδία, με ψυχολογία στο πάτωμα από τις πολλές αρνητικές απαντήσεις για δουλειά και μετά την φυγή της Λυδίας στο νησί που είχανε εξοχικό οι δικοί της. Δεν ήταν ικανοί να πραγματοποιήσουν ούτε το πιο κοντινό τους όνειρο, μια παραλία, μακριά από την Αθήνα, πιασμένοι χέρι χέρι να χαζεύουνε το Αυγουστιάτικο φέγγαρι.


Η δουλειά που έπιασε στο τέλος του καλοκαιριού ο Στράτος δεν κράτησε πάνω από μήνα, ένα ιατρικό πρόβλημα τον ανάγκασε να σταματήσει από τη χειρότερη δουλεία που βρήκε. Η Λυδία στην αρχή είχε χαρεί πολύ που επιτέλους θα είχανε μια αλλαγή, όταν όμως έμαθε την φύση της εργασίας του Στάυρου του είπε ότι δεν ήθελε να ξεκινήσει. Ίσως το ήξερε ότι ο Σταύρος αν ήταν μόνος του δεν θα έκανε δεκτή ποτέ αυτή την δουλειά.


Με τις ημέρες να γράφουν σχεδόν 365 άνεργος, η συγκατοίκηση απέκτησε την γκρίνια, οι γονείς της το δίκιο τους, η Λυδία την ελευθερία της. Στο Στέκι που είδα το Στράτο μου διηγήθηκε την ιστορία από την δικια του οπτική ματιά.