Αφού φεύγω, γιατί μένω;

 

Τα χρόνια που ακολούθησαν τα φοιτητικά μου ήταν τουλάχιστον στοιχειωμένα από τα στερεότυπα της προηγούμενης περιόδου. Η φοιτητική αδράνεια και τα συμπτώματα υπερκόπωσης μετά την παραμικρή δραστηριότητα γκρέμιζαν κάθε – κατά τα άλλα φιλότιμη-προσπάθεια μου να αγγίξω ρυθμούς ενήλικης ζωής. Πότε πείσμωνα, πότε βούλιαζα σε μια βολική παραίτηση και πάντα καταριόμουν την τη μεταβατική τούτη περίοδο, τη χώρα μου, το χωριό μου, ενδεχομένως ακόμα και τα κουνούπια ή τη σκόνη στην ατμόσφαιρα. Όλα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είχαν φταίξει για τη μιζέρια μου. Όλα είχαν μερίδιο ευθύνης που ζούσα πίσω στο πατρικό μου, που έτρεχα σα τρελή για 300 ευρώ το μήνα, που δεν είχα παρέες και στέκια. Όλα εκτός από ένα: την ανάμνηση της φοιτητικής ζωής, αυτή τη ριμάδα ουτοπία που σώνει και καλά ήθελα να μετατρέψω σε καθημερινότητα.

 

Στο μεταξύ βέβαια, χωρίς καν να το αντιληφθώ, η πραγματική καθημερινότητα μου θύμιζε επιεικώς στίχους του Καρυωτάκη. Η εμμονή μου να μη χάσω το κέφι και την ξεγνοιασιά της φοιτήτριας, με είχε μετατρέψει στην απόλυτη ενσάρκωση της κατήφειας, που αποχωρίζονταν τις πιτζάμες και το πάπλωμα της μόνο σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης και κατόπιν παράκλησης των γύρω της.

 

Και αφού τίποτα από όσα είχα ή μπορούσα να έχω δεν ήταν ικανοποιητικό, η λύση ήταν μια και την ήξερα από καιρό. Οι Αμερικάνοι συγγραφείς του 20ου αιώνα πάντα με γοήτευαν. Είχαν μια αλλιώτικη αλητεία στις ιδέες τους και έκτος των άλλων τα βιβλία τους είχαν τη μυρωδιά των φοιτητικών μου χρόνων. Διάβαζα και όλο σκεφτόμουν πως μόνο τα δέντρα ριζώνουν σε ένα τόπο, πως κάπου μακριά από το χωριό μου υπάρχει το Λονδίνο που τόσο είχα αγαπήσει, ή έστω η Θεσσαλονίκη και η Αθήνα. Υπάρχει ακόμα το Σαν Φρανσίσκο ή η Νέα Υόρκη και το Λος Άντζελες. Διάβαζα και ερωτευόμουν όλο και πιο πολύ την ικανότητα του Μπουκόφσκι να αλλάζει σπίτι δουλειά και συνήθειες κάθε βδομάδα. Ενθουσιαζόμουν με τις ιστορίες του Κερουάκ που χωρίς ούτε ένα δολάριο στην τσέπη τριγύριζε ολόκληρη την Αμερική. Χρόνια πριν είχα στάξει ανεξίτηλα με μελάνι στο δέρμα μου τη διακήρυξη του Ντου Πουά περί τόλμης στη ζωή και ένιωθα, πέρα από λύπη, και ντροπή για τη βολεμένη μιζέρια μου κάτω από την πατρική στέγη.

 

Έπρεπε να φύγω.

 

Η έρευνα μου ήταν ατελείωτη. Ένα πτυχίο Αγγλικής Φιλολογίας και η θέληση μου ήταν αρκετά υλικά για να αρχίσω να μαγειρεύω μια ζωή όπως την ήθελα στο Λονδίνο ή στον Αμερικάνικο Νότο ιδανικά ή ίσως στην Καλιφόρνια και τη Νέα Υόρκη. Πείσμωσα. Επέμεινα. Δούλεψα. Κέρδισα μια θέση. Την απέρριψα. Στόχευσα στο ιδανικό. Μάζεψα λεφτά. Έψαξα, βρήκα Πανεπιστήμιο και δουλειά. Ο δρόμος ήταν ανοιχτός και στο βάθος του υπόσχονταν πολλά.

Κι ύστερα κοίταξα γύρω μου.

 

Μετρούσα ήδη τρία χρόνια από τότε που πήρα το πτυχίο μου. Στην Ελλάδα της κρίσης εγώ ήμουν πια ευτυχισμένη. Δούλευα όπου, όσο και όπως μπορούσα. Βρήκα φίλους, στέκια και ζωή. Έκανα βόλτες ταξίδια και εκδρομές. Λάτρευα το σπίτι μου γιατί είχε την πιο όμορφη ζεστή του κόσμου. Λάτρευα τους γονείς μου και τη γλυκιά παρεμβατικότητα τους, τις μικρές ή μεγάλες θυσίες της μαμάς μου για να με ξεκουράσει, το μικρό της ράδιο και τους στίχους που σημείωνε όπου έβρισκε για να μην ξεχάσει να μου τους αφιερώσει. Λάτρευα τη γαλάζια ματιά του μπαμπά μου, την κουρασμένη ηρεμία του και την τάχα διακριτική προστατευτικότητα του. Λάτρευα το χειμώνα και τη μυρωδιά της βροχής στο χώμα της αυλής, το αγοουρόλαδο και τις τηγανίτες της μαμάς μου. Λάτρευα που η ζωή μου γέμιζε παιδιά και έπαιρνε συχνά τη γεύση της αθωότητας τους. Λάτρευα τα γεμάτα απορία μάτια τους, την τεμπέλικη γκρίνια τους, τα μικροπράγματα που μου χάριζαν, τα παιχνίδια που έπαιζα μαζί τους. Λάτρευα τα ανοιξιάτικα πρωινά που ξυπνούσα με δίψα να συνεχίσω τις ιστορίες του Καζαντζάκη για την παλιά Κρήτη και τα μάτια μου έφευγαν από τις σελίδες του μόνο για να αγναντέψουν τα Λευκά Όρη. Λάτρευα την ανυπομονησία μου να ανθίσουν τα γιασεμιά και να μυρίσω κλώνο βασιλικού πίσω απ' τ' αυτί του μπαμπά μου, απόδειξη πως φτάνει το καλοκαίρι. Τα βράδια μου είχαν γεύση ούζου και κρασιού στα στενά του Ρεθύμνου ή απέναντι από το Χανιώτικο Φάρο με λίγες φίλες και μπόλικη αγάπη.

 

Κι ύστερα τα καλοκαίρια.

 

Το χω ξαναγράψει, το χω ξαναπεί και δε θα βαρεθώ να το επαναλαμβάνω. Αν πιστεύω πως υπάρχει μια ανώτερη δύναμη σ' αυτόν εδώ τον κόσμο, ο λόγος είναι τα καλοκαίρια σε τούτο τον τόπο. Δουλεύεις και δεν κουράζεσαι. Ξενυχτάς και δε νυστάζεις. Γνωρίζεις ανθρώπους που νιώθουν ευλογημένοι επειδή βράχηκαν στο Λιβυκό πέλαγος και επειδή ίδρωσαν προσπαθώντας να χορέψουν στο πανηγύρι της πλατείας, επειδή ξύπνησαν απ' τα τζιτζίκια και έφαγαν καλαμαράκια δίπλα στη θάλασσα. Κόβεις τα βερίκοκα από το δέντρο τους, τα σταφύλια από το τσαμπί τους, κρατάς τη φέτα το καρπούζι στο χέρι κι η ζωή δεν έχει ασχήμιες. Λιώνεις και συ σαν την βανίλια στο ποτήρι σου κάτω απ' τον ήλιο κι ας έγινες «πίσσα κατράμι βρε παιδί μου». Και νιώθεις ευλογημένος γιατί πίσω από τις μισόκλειστες γρίλιες του μεσημεριού τα ιδρωμένα χέρια σου κρατάνε δύο άλλα. Και κάπως έτσι στα 23, 24 ή 25 σου χρόνια καταλαβαίνεις.

 

Κάπως έτσι ανάμεσα σε αυτούς τους χειμώνες και τα καλοκαίρια κατάλαβα και 'γω.

 

Η μόδα στην Ελλάδα της κρίσης απαιτεί ο καθένας να αναδημοσιεύει στις διάφορες σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, σλόγκαν του τύπου «τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή δεν είναι πράγματα» ή ότι «οι πραγματικές απολάυσεις βρίσκονται στα απλά και καθημερινά». Εύκολο να το πληκτρολογείς, δύσκολο να το νιώθεις. Τελικά χρειάστηκαν τρία χρόνια, πολλή δουλειά, μια οικογένεια, 5-6 φίλοι και μια αγάπη για να μου διδάξουν το νόημα ενός άλλου τέτοιου πιασάρικου κλισέ: «Σημασία δεν έχει ο προορισμός αλλά το ταξίδι»._