Γούρλωσε τα μάτια της και παρέμεινε σιωπηλή όση ώρα εκείνος της μιλούσε για την καινούργια του ζωή. Μετά ξεπρόβαλαν κάτι σκονισμένες αναμνήσεις, πρόχειρα στερεωμένες, με σκουριασμένα καρφιά πάνω στους μισογκρεμισμένους τοίχους. Στάθηκε για λίγο μπροστά από το ξεχαρβαλωμένο παράθυρο και έπειτα τράβηξε απότομα την κουρτίνα για να μην φωτίζονται οι κοινές τους μνήμες. 

 

 Είχε έρθει η δική της σειρά τώρα πια. Έπρεπε να ξεστομίσει όλα εκείνα τα τυπικά, τα τυποποιημένα, τα "αεροστεγώς" καλά κλεισμένα. Άνοιξε την ντουλάπα της και έψαξε μέσα στον γνώριμο χαμό της το πιο κατάλληλο χαμόγελο για την περίσταση. Εδώ είμαστε λοιπόν! Η αμηχανία της, της ψιθύρισε να το φορέσει σχεδόν ευλαβικά. Υπέφερε από την κατάντια της και προσπαθούσε να περισώσει οτιδήποτε τον γοήτευε. Το κράτησε λοιπόν στα δυο της χέρια και κατέβασε αργά το σκοτεινό της βλέμμα. Όταν τον ξανααντίκρυσε η ασπρόμαυρη σιωπή της είχε πια μεταμορφωθεί σε ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο που είχε ανθίσει από την ομορφιά του χειμώνα.

 

Ξαφνιάστηκε. Ποτέ της δεν είχε φανταστεί πως μέσα σ' εκείνη τη ντουλάπα, που θρηνούσε σιωπηλά σε κάθε της άνοιγμα, θα έβρισκε κάτι τόσο πολύτιμο. Τότε λοιπόν ήταν που ψαχούλεψε για λίγα δευτερόλεπτα την φανερά σφραγισμένη τους αλήθεια, μα η γλυκιά γεύση της άοσμης λογικής της έκρυψε καλά την πολύχρωμη φιγούρα της πίσω από τον καπνό και τα δυνατά φώτα.

 

 

Colourful Sunshine.