ΔΥΟ ΜΕΡΟΝΥΧΤΑ ΤΑ ΑΝΑΚΑΤΕΥΕ. Όλα τα είχε βγάλει από τα ντουλάπια. Θα 'σκαγε, αν δεν το 'βρισκε. Εκείνο το πράσινο, το μεγάλο. «Προίκα» μαζί με τις πίτες της μάνας της, της Λενιώς. Μα δεν μπορεί, κάπου εδώ το είχε αφήσει. Είχε φάει όλο τον τόπο. Από την κουζίνα στον διάδρομο και στο σαλόνι. Όπου υπήρχαν ντουλάπια έψαχνε. Ήταν σίγουρη, ότι το είχε τοποθετήσει μπροστά μπροστά, για να το έχει πρόχειρο, όποτε το χρειαστεί. Ορθογώνιο, γερό, με εσοχές δεξιά κι αριστερά για να το πιάνει. Άνοιγε το καπάκι και μύριζε την ηπειρώτικη χορτόπιτα της Λενιώς. Από πίτες άλλο τίποτα. Συσκευασίες ολόκληρες της έστελνε, όπου και να πήγαινε. Για δυο χρόνια έμενε στη Γαλλία και η courier μια φορά τη βδομάδα της χτυπούσε την πόρτα με ένα δέμα-ψυγειάκι, γεμάτο πίτες λογής λογής. Η Μάρθα τις απολάμβανε όλες, αλλά η χορτόπιτα ήταν η αγαπημένη της. Πότε στριφτή και πότε επίπεδη. Δευτέρα την παραλάμβανε και μέσα σε δυο μέρες το πολύ εξαφανιζόταν. Η Λενιώ τεμάχιζε την πίτα σε μικρά τετράγωνα κομμάτια και τα παράτασσε σα μικρά στρατιωτάκια με ακρίβεια μέσα στο τάπερ για να χωρέσουν όλα. «Να το προσέχεις αυτό το τάπερ. Είναι καλό και ακριβό. Το είχα πάρει από επίδειξη», της τόνιζε με ύφος στο τηλέφωνο.


Δέκα ετών ήταν και θυμόταν τη Λενιώ να τρέχει σε επιδείξεις τάπερ. Σχόλαγε τη δουλειά και πού την έχανες, πού την έβρισκες, κάθε φορά σε διαφορετικό σπίτι που φιλοξενούσε και μια επίδειξη. Τηλεφωνούσε από τη δουλειά, το σήκωνε η γιαγιά και της ανακοίνωνε ότι θα αργήσει να γυρίσει, γιατί θα πήγαινε στης γειτόνισσας, στης αδερφής, στης συναδέλφου, στης γνωστής το σπίτι για επίδειξη. Δεν άφηνε την ευκαιρία να αρπάξει ό,τι της έκανε εντύπωση από τον κατάλογο και να το παραγγέλνει. Ευτυχώς, που δούλευε δηλαδή, γιατί ο πατέρας δεν θα την άφηνε να σπαταλάει τα λεφτά στα κουζινικά. Πληρωνόταν κάθε δεκαπέντε του μήνα και ο μισός μισθός έφευγε στις επιδείξεις. Τάπερ για τον καφέ, για το μέλι, τη ζάχαρη, το κέικ, το πάρτι, τις πίτες, τις σούπες, τα γλυκά, για όλα. Τα έφερνε στο σπίτι μέσα σε σακούλες και φώτιζε το πρόσωπό της. Καθόταν στην κουζίνα με τις ώρες, τη νύχτα κυρίως και τα τακτοποιούσε στα ντουλάπια. Δεν θυμόταν άλλη πιο γεμάτη περίοδο της μάνας της. Πιο πλήρης και πιο αισιόδοξη. Ψευτοαισιόδοξη δηλαδή, γιατί όταν τελείωσε η μόδα των επιδείξεων και σταμάτησε να τριγυρνάει στα σπίτια, έπεσε σε βαριά μελαγχολία. Γυρνούσε στο σπίτι μετά τη δουλειά, την αγκάλιαζε με ένα μειδίαμα κι ετοιμαζόταν να καθαρίσει. Το καθάρισμα, με το οποίο καταπιάστηκε αργότερα. Η Λενιώ πιανόταν με κάτι κάθε φορά και αφιερωνόταν σ' αυτό με όλο της το είναι. Να απασχολεί το μυαλό της, τη σκέψη, τα χέρια, το σώμα της ολόκληρο.

 

Στα σαράντα της η Μάρθα βρέθηκε για πρώτη φορά σε επίδειξη τάπερ. Ναι, στην αρχή ήταν μαζεμένη, αλλά έπειτα χάζευε όλα αυτά τα χρήσιμα και μη προϊόντα και τα λαχταρούσε. Τα ήθελε. Τα πήρε. Ένιωσε υπέροχα. Ξαναπήγε σε πολλές επιδείξεις κι έγινε η καλύτερη συλλέκτρια. Σ' ένα τραπέζι είδε τη Λενιώ να χαμογελάει και να ψάχνει για καινούρια σχέδια.


«Το βρήκα», είπε στον Λεωνίδα. «Το τάπερ, της μαμάς!». Αυτός την έπιασε από τους ώμους της, την αγκάλιασε και της έδωσε το απογευματινό της χάπι.