H καρδιά μιλάει στη καρδιά

Ιερός Αυγουστίνος (Άγιος)

 

Στο Σαν Τζοβάνι Κριζόστομο, όποιος δεν γεννήθηκε για την θάλασσα, έλεγαν, γεννήθηκε μάταια.


Ο Μαφέο Πόλο, ένας άνδρας όλο κοσμικά πάθη και με μια τεράστια λαιμαργία για τον χρυσό και τις γυναίκες, που έφτανε στα όρια αδιανόητης τρέλας και τον έβαζε συχνά σε θανατηφόρες περιπέτειες, έμαθε μια νύχτα από τους καλύτερους γυρολόγους πως το εμπόριο αλατιού είχε αλλάξει τόπο καταγωγής, και πλέον μεταφερόταν ολότελα στη Κωνσταντινούπολη.


"Μάζεψε τα να φύγουμε", είπε του αδερφού του Νικολό. "Τώρα, όσο είναι ακόμα χριστιανικό το έδαφος".


Όμως, ο Νικολό Πόλο είχε τους ενδοιασμούς του. Όχι απλώς ήταν ένας συντηρητικός και χολερικός άνδρας που δεν του άρεσαν ιδιαίτερα οι καινοτομίες, αλλά μέσα στην σκαιότητα της καρδιάς του, γνώριζε πως ο Μάρκο, ο στερνός του γιος, δεν έτρεφε καμία ευγνωμοσύνη για την θάλασσα: To είχε καταλάβει το πρώτο δειλινό στο Σαντ Εράσμο, όταν το παιδί έτρεμε το νερό σαν την γάτα. Το είχε καταλάβει όταν έγινε δώδεκα και δεν έπαιζε με τα υπόλοιπα αγόρια τους πειρατές στην ακροθαλασσιά του Καβαλίνο. Ο Νικολό Πόλο, ολόκληρος ένας πανικός, γνώριζε εκείνους τους ελάχιστους Βενετούς που από κάποια ανωμαλία της τύχης, μισούσαν την θάλασσα. Δεν το μαρτυρούσαν ποτέ, αλλά η αποστροφή τους και το ανίερο τους δέος για τα κύματα της θάλασσας ήταν έκδηλα για ένα γυμνασμένο μάτι. Πολύ περισσότερο εκείνοι οι ακατανόητοι άνθρωποι και βαθιά αρνητές της αγίας κανονικότητας τους, έβλεπαν το ωφέλιμο ως κοινότυπο, λες και φύτρωσε από τον ουρανό. Αιώνες πάλης με την θάλασσα και βελτίωσης της ναυπηγικής τέχνης, χαμένων ζωών, νέων που δεν επέστρεφαν ξανά πίσω, ναυάγια και πειρατικές καταστροφές, ήταν ανύπαρκτα στις θλιμμένες καρδιές τους. Ολόκληρος ο στόλος του Δαρείου δεν μπορούσε να εντυπωσιάσει εκείνους τους θλιμμένους ανθρώπους. Περιορίζονταν σε επαγγέλματα που είχαν λίγη έως καθόλου σχέση με την θάλασσα, και όπως όλοι οι αποκλεισμένοι ζούσαν μια ζωή αποστασιοποίησης από τα κοινά ή συμπεριφέρονταν στην πόλη με τον ολότελα δικό τους τρόπο, με την αλαζονεία κι άλλοτε με την απογοήτευση των αληθινών υστερότοκων, χωρίς μίσθιο ή χρίσμα. Και ο γιος του, ο δικός του γιος, ένας από τους Πόλο που γεννιόντουσαν μέσα στο νερό, για κακή του τύχη, τύχαινε να είναι ένας από αυτούς τους άχρηστους ανθρώπους.


Το είχε δει μέσα στα μάτια του και είχε καταλάβει πως κάτι από τους Ντιφουσέ, τους προγόνους της γυναίκας του, είχε φωλιάσει μέσα του. Οι Ντιφουσέ ήταν Φλωρεντινοί, κι ένας άλλος μύθος έλεγε πως είχαν ξεπέσει στην Φλωρεντία από την κοίλη Πιστόια που οι λύκοι κατεβαίνουν από τα βουνά κάθε που σπάει η άνοιξη, κι ένας άλλος, ακόμα πιο αμείλικτος και τρομαχτικός, πως έφεραν την καταγωγή τους από την Γαλλία, όταν ο Λουδοβίκος ο Παχύς υπέταξε τους Βαρόνους και συγκεκριμένα τον Θωμά του Κουκί, και διέλυσε οποιαδήποτε άλλη φατριαρχία στην χώρα μαζί με τους προστατευμένους της, κι εκείνοι έτρεξαν να βρουν καταφύγιο στην βόρεια Ιταλία.


Για όλους αυτούς τους λόγους, είχε καταλάβει με την ψυχή εκείνο που οι άνθρωποι εύκολα καταλαβαίνουν αλλά δύσκολα παραδέχονται με το μυαλό. Ο γιος του δεν αγαπούσε την θάλασσα. Δεν υπήρχε κανένας χριστιανικός Άγιος να το αλλάξει αυτό και ο θεός Νεπτούνος είχε αποσιωπηθεί και εξοριστεί πια. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το αγόρι, από μια υπέρμετρη άρνηση, δεν είχε καταφέρει να μάθει ποτέ την παλιά γλώσσα, την γλώσσα του ναυτικού δικαίου, τα λατινικά. Ήταν πέρα για πέρα Φλωρεντίνος στην ψυχή, αν όχι αναθεματισμένος Γάλλος. Ο Νικολό Πόλο εκείνο το βράδυ που έκανε γνωστό στον εαυτό του το γεγονός, έκλαψε και θύμωσε χωρίς να γνωρίζει πως ο γιος του θα γινόταν ο πιο ξεδιάντροπος άνθρωπος για ταξίδια και περιπέτειες, ένας αληθινός Βενετός, αν εξαιρέσεις ότι δεν του άρεσαν τα καράβια.


Καθώς είχε πειστεί να ακολουθήσει τον αδερφό του στην νέα του επιχειρηματική δραστηριότητα, πριν αναχωρήσει για την Πόλη ο Νικολό Πόλο, έδωσε μια εντολή σαν κατάρα και σαν απειλή στο παιδί:


"Κοίτα να αγαπήσεις το νερό μέχρι να επιστρέψω", του είπε κουνώντας τον δείκτη μπροστά στο πρόσωπο του, "Αλλιώς θα μεγαλώσεις και θα καταντήσεις να ταξιδεύεις με καμήλες σαν τους Άραβες και όπως εκείνοι οι απλοί απατεώνες που ξέρουν τόσα λίγα για το εμπόριο, θα προλέγεις την μοίρα με την βοήθεια των άστρων.". Κι ύστερα με έναν τόνο επιείκειας προσέθετε, "Κανείς δεν μπορεί να φτάσει πολύ μακριά ταξιδεύοντας από την στεριά, γιε μου. Οι άνθρωποι χωρίς την θάλασσα μένουν καθυστερημένοι. Το στέρεο έδαφος δεν έχει ψωμί για ανθρώπους σαν κι εμάς".


Ο Μάρκο που μέσα του έρεε γαργαριστά το αίμα των Γάλλων τυχοδιωκτών οδοιπόρων ή του popolo governo της άτυχης και χέρσας Φλωρεντίας, δεν τον άκουσε, κι έτσι δεν έμαθε ποτέ τα λατινικά. Δεν καταλάβαινε τι καλό υπήρχε στις παλιές γλώσσες που οι άνθρωποι είχαν σταματήσει να χρησιμοποιούν πια. Όσο πολύ απεχθανόταν ο Νικολό Πόλο τα καινούργια πράγματα που ξεβολεύουν τους ανθρώπους, τόσο ο Μάρκο δεν έτρεφε καμία επιθυμία για την παράδοση. Χρόνια μετά θα ανακάλυπτε πως το πιο ωραίο ταξίδι, εκείνο για το οποίο είχε γεννηθεί πραγματικά, ήταν πάνω σε άμαξες όταν τα ζώα κουράζονται με μια ανθρώπινη ευαισθησία γίνονται σύντροφοι και ο άνθρωπος παραβλέπει ότι εξημερώθηκαν σε ένα πεπερασμένο σύμπαν. Στις αμμώδεις εκτάσεις της Καμίλ και του Χεράτ που ο άνεμος μεταφέρει τους ψιθύρους 40 λεύγες μακριά, ανάμεσα σε βεδουίνους και στις ταταρικές ερημιές, εκεί που η μυρωδιά του ιδρώτα των πιστών παίρνει μια θρησκευτική ευλάβεια ενώ εκείνοι ξεχνάνε το Θεό για λίγο και ξεκινούν τις ιστορίες του παλιού καιρού για τα τζιν και τις σαγηνευτικές γυναίκες της ερήμου, εκεί που ο Ισκαντάρ Ζούλ Καρνάιν (ο Μεγαλέξανδρος ο Μακεδόνας) όπως έλεγαν οι ντόπιοι, επέταξε απόλυτα την κυριότητα του, εκεί που διαχειρίζονται τα σύμβολα του ουρανού και την γλώσσα της έρημου που είναι μια απέραντη θάλασσα με τις δικές της φορτούνες και μπονάτσες, θα φορούσε τα τουρμπάνια που προστατεύουν τους ταξιδιώτες από τον ήλιο αλλά κυρίως θα έπεφτε στο εντελώς αντικειμενικό συμπέρασμα πως ο Σιρόκος σου έτρωγε το ίδιο το πρόσωπο όπως η αλμύρα της θάλασσας και ο Γραίγος σε λείαινε σαν το κρύσταλλο της Βενετίας.


Ο Μάρκο τώρα βρισκόταν στο Καραβανσεράι. Είχαν φτάσει την νύχτα μετά από έναν εξουθενωτικό αντίθετο άνεμο που είχαν περπατήσει σχεδόν ασταμάτητα τρεις μέρες με τις νύχτες τους και αφού έδεσαν τα ζώα κάθισαν να φάνε. Δυο δούλες έτρεξαν να ξελύσουν το σαρίκι του αλλά ο Μάρκο που είχε ακόμα νωπές μνήμες ελευθερίας, τις απώθησε ευγενικά. Οι δούλες ένιωσαν ξαφνικά ματαιωμένες, στα μάτια τους ζωγραφίστηκε το κενό της αδράνειας που βρίσκει κάποτε όλους τους ανθρώπους και ειδικά τους γερόντους αλλά και τους νέους που είναι παρατημένοι τόσο από την ζωή όσο και από τον θάνατο.


Οι άνθρωποι έτρωγαν καθισμένοι χαμηλά και συζητούσαν χαμηλόφωνα γύρω από την φωτιά όπως ο Θεός το απαιτούσε.


"Eίχες δίκιο πατέρα", μονολόγησε το ίδιο χαμηλόφωνα ο Μάρκο Πόλο, ο πιο ταξιδεμένος της φαμίλιας του, ο πιο ταξιδευμένος όλου του κόσμου, καθώς καθόταν οκλαδόν και έλυνε το τουρμπάνι του. Ο ιδρώτας του στέγνωσε σαν αρωματική μέντα στην ζέστη της φωτιάς. Είχε μάθει όλες τις ιστορίες για τα τζιν και μιλούσε 5 γλώσσες ενώ διαχειριζόταν ικανοποιητικά 4 διαλέκτους εκτός από την γλώσσα των συμβόλων και της Ψυχής του Κόσμου που είχε μάθει στην έρημο. Συνέχιζε να μην τρέφει κανένα σεβασμό για την παράδοση, ωστόσο η παράδοση των άλλων δεν ήταν δική του και αυτό του παραχωρούσε τον απαιτούμενο ψυχικό χώρο που είχε ανάγκη και την γαργαλιστική αίσθηση του καινούργιου, έτσι λοιπόν επανέλαβε την φράση του πατέρα του την ώρα που οι βεδουίνοι παραδέχονταν πως ο Θεός ήταν Μεγάλος, ο Ένας και Ανεξιχνίαστος: "Το πιο ωραίο, είναι πάντα το επόμενο λιμάνι."